« Μάγια »

Τόμος 2: « Προέλευση των ειδών »

Κεφάλαιο 30


 Εκείνες οι δυο μέρες, τις οποίες ο Τόμας θεώρησε απαραίτητες για την προετοιμασία της συνάντησης με τις μουσούδες, ήταν γεμάτες με γεγονότα για την Τόρα. Ο Βάϊγιου βυθίστηκε στην μελέτη της γήινης ιστορίας, και ερχόταν  κατά καιρούς με μια λίστα ερωτήσεων, αρνούμενος κατηγορηματικά να συναντήσει  κάποιον άλλο, εκτός από αυτήν,  ωσότου να  μάθει αρκετά για την ιστορία και ψυχολογία της ανθρωπότητας. Επίσης της μετέφερε την παράκληση της κοπέλας –  ζητούσε να μην την ενοχλούν για λίγο καιρό, να μην κάνουν κανενός είδους  ερωτήσεις και, όσο γίνεται, γενικώς να μην της δίνουν καμία σημασία. Η Τώρα έκανε αυτό, που της ζήτησαν, τον περισσότερο καιρό βρισκόταν στο νησί, και την ώρα των επισκέψεων στο  σπιτάκι προσπαθούσε να μην κοιτάξει καν προς τη μεριά της κοπέλας,  όταν εκείνη περνούσε από την ταράτσα στο δωμάτιο η αντίστροφα,  σαν μια φευγαλέα σκιά.

Για να αποφύγουν τον συνωστισμό, αποφάσισαν να κάνουν  τη  συνάντηση στην μεγάλη αίθουσα του ερευνητικού κέντρου, και εφόσον κανείς δεν είχε ιδέα – τι είδους συνάντηση θα είναι, και ποια θέματα θα ακολουθήσει η συζήτηση,  ήταν πολύ λίγοι εκείνοι, που απέφυγαν τις οποιεσδήποτε προγνώσεις και εικασίες. Ο Χέλντστριομ απαντούσε σε όλες τις απορίες με μια σύντομη φράση, το νόημα της οποίας περιείχε, πρώτον, το ότι δεν πρέπει να τον πρήζουν με ερωτήσεις, και δεύτερον, ότι καμία πρόγνωση δεν θα βγει αληθινή – και είναι το μόνο, που μπορεί να τους υποσχεθεί με σιγουριά. Μετά από μια τόσο κατηγορηματική δήλωση το κύμα των εικασιών ηρέμησε, αφήνοντας πίσω του μόνο κάποιες υποθέσεις – με ποιον συγκεκριμένα θα γίνει η συνάντηση.

Την πιο τελευταία στιγμή εμφανίστηκε ο Τσοκ, που κουβέντιαζε ψιθυριστά με τον Τόμας, και προφανώς,  διαφωνούσε για κάποιο θέμα.  Ο εξαγριωμένος ψίθυρος και οι συγκρατημένες, αλλά πολύ εκφραστικές χειρονομίες τράβηξαν την προσοχή όλων, έτσι σχεδόν κανένας δεν παρατήρησε έναν άνθρωπο, που πέρασε ανάμεσα στους όρθιους και καθισμένους ακροατές, και καθυστέρησε δίπλα στον Τόμας και Τσοκ, σαν να σκεφτόταν –  ποια θέση να επιλέξει.

Μόνο όταν εκείνος σήκωσε το χέρι του, καλώντας τους πάντες να σιωπήσουν, έγινε αντιληπτό, ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ασυνήθιστος, αν και κανείς δεν καταλάβαινε ακόμα –  σε τι συγκεκριμένα βρισκόταν η διαφορά του, ενώ η όψη των  Τόμας και τον Τσοκ, που έγιναν όλο αυτιά, δεν άφησε καμία αμφιβολία για το ότι η συνάντηση έχει ξεκινήσει. Και πάλι η Τώρα ξαφνιάστηκε  - πόσο απλά και καθημερινά συνέβη αυτό,  εντελώς αταίριαστα με την σημαντικότητα του γεγονότος.

- Με λένε Τραϊλάνγκ, - συστήθηκε ο άνθρωπος. – Είμαι δρακάκι της πρώτης γενιάς. Ο Τόμας είπε, πως η εμφάνιση κάποιου ορισμένα από τη πρώτη γενιά σε σας θα έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση.

Και κάθισε στη θέση του.

- Θα έρθει και ο Μπόντχι? – ενδιαφέρθηκε κάποιος.

- Ο Μπόντχι δεν θα έρθει, τουλάχιστον, όχι σήμερα, αλλά εγώ δεν θα σας αφήσω να βαρεθείτε. Όλοι Γνωρίζετε πολύ καλά την ιστορία των αιώνων,  που προηγήθηκαν τον Μεγάλο Παιδικό Πόλεμο. Σίγουρα θα είχατε διαβάσει για το ότι στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα από την άποψη της καριέρας η φυσική θεωρείτο μια ολοκληρωμένη και αδιέξοδη επιστήμη. Κάποιες επιδιορθώσεις, τελειοποιήσεις ή διευκρινίσεις δεν έπαιζαν πια σημαντικό ρόλο – ήταν πλέον ξεκάθαρη η φυσική εικόνα του κόσμου. Εντάξει,  οι ακτίνες,  που ανακάλυψε ο Ρέντγκεν,  ήταν  κάπως παράξενες, περνούσαν μέσα από τα σκληρά αντικείμενα, όπως και η παρατήρηση του Μπεκερέλ για την αχρήστευση του φωτογραφικού φιλμ δίπλα στα  πετρώματα με  ράδιο, αλλά αυτό δεν άλλαζε την ουσία…

Ο ψίθυρος της έκπληξης έγινε πλέον αρκετά δυνατός, και ο Τραϊλάνγκ χαμογέλασε.

- Δεν το περιμένατε   - να ακούσετε μια διάλεξη για την ιστορία της φυσικής; Δεν πειράζει, κάντε υπομονή. Η επακόλουθη επανάσταση στη φυσική, την κβαντική θεωρία και τη θεωρία της σχετικότητας αναποδογύρισαν τα πάντα από τα πόδια στο κεφάλι. Μια φαινομενικά τελειωμένη επιστήμη βρήκε τη νεότητα της και πάλι.  Ο αιώνας των τεχνολογιών έφτασε. Πέρασαν εκατό χρόνια, και τα πάντα επαναλήφθηκαν  – και πάλι οι επιστήμονες νόμισαν, ότι η φυσική είναι μια βασικά ολοκληρωμένη επιστήμη, και παρά το ότι ο όγκος των επόμενων ανακαλύψεων ακόμα φαινόταν πάρα πολύ σημαντικός, κανένας δεν περίμενε πια κάτι θεμελιώδες. Η κβαντική χρωμοδυναμική, το ακίνητο φως και επακόλουθη δημιουργία των κβαντικών υπολογιστών, το κινούμενο κυκλικά φως, που εξάλειψε την ανάγκη για τους ογκώδεις επιταχυντές, η θεωρία των χορδών, η οποία ήταν έτοιμη να ενώσει και ένωσε τελικά την θεωρία των κβάντα με τη θεωρία της σχετικότητας, λύνοντας με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα, που για εκατό χρόνια βασάνιζε τους φυσικούς– υπήρξαν ακόμα αρκετά πράγματα για επεξεργασία, δεν λέμε καν για την πρόοδο, που περίμεναν στις τεχνολογίες, και όντως αυτή η πρόοδος σημειώθηκε, καταπλακώνοντας τελειωτικά και παραλίγο ανεπίστρεπτα  ο, τι ζωντανό υπήρξε σε αυτόν τον πλανήτη. Κανείς δεν πρόσεξε, ότι  στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα εμφανίστηκε η «Πρακτική του ευθύ δρόμου» του Μπόντχι, μα και τι να προσέξουν? Αφού οι φυσικοί και τεχνολόγοι – είναι άνθρωποι, που ασχολούνται με ακριβείς επιστήμες, κατασκευή των μηχανημάτων και λύση μαθηματικών προβλημάτων αδιανόητης περιπλοκότητας. Στον ελεύθερο τους χρόνο, φυσικά, αυτοί επίσης θα μπορούσαν να γίνουν «λυρικοί» - να γράψουν ποιήματα, να σκαλίσουν τον κήπο, να διαβάσουν λογοτεχνικά βιβλία, ή να γοητευτούν από τον βουδισμό, τα βιβλία του Καστανέδα, ή  με την πρακτική τους ευθύ δρόμου. Όμως, ανάμεσα στην παρόλα ταύτα πολύ σημαντική «λυρική»,  και στην ακριβή επιστήμη, άπλωνε ένα χάσμα απερίγραπτου βάθους.

Τα μόνιτορ έδειχναν το κοντινό πλάνο με το πρόσωπο του Τραϊλάνγκ, και η Τώρα πρόσεξε, πόσο ασυνήθιστα ήταν τα μάτια του. Σαν να έλαμπαν από μέσα, ωστόσο, η Τώρα δεν μπορούσε να καταλάβει, πως ακριβώς μπορεί να γίνει ένα τέτοιο οπτικό εφέ.

- Με τη σειρά τους, αυτοί, που ανακάλυψαν για τους εαυτούς τους την πρακτική του ευθύ δρόμου, ήταν άνθρωποι άκρως άσχετοι με τις ακριβείς επιστήμες, - συνέχιζε ο Τραϊλάνγκ. - Η προοπτική μιας ζωής χωρίς νωθρότητα, χωρίς οποιαδήποτε αρνητικά συναισθήματα, γεμάτη ταξίδια στις φωτεινές αντιλήψεις, που τους παρουσιάστηκε, συνάρπασε μερικούς από αυτούς τόσο πολύ, ότι στο μέλλον εκείνοι έγιναν μουσούδες και δρακάκια. Η φυσική και τα μαθηματικά τους ενδιέφεραν μόνο σαν ένας τρόπος να βρουν την νοητική απόλαυση.  Ο Μπόντχι στην αρχή επίσης εστίασε την προσοχή του στις καθαρά ψυχικές πτυχές της πρακτικής, και αυτό ήταν απόλυτα δικαιολογημένο, διότι μέχρι να φτάσει κάποιος στην αίσθηση αδιάκοπου ή σχεδόν αδιάκοπου φωτισμένους φόντου, μέχρι να συγκεντρώσει μια αρκετή πείρα στις εκστατικές φωτισμένες αντιλήψεις, μπροστά του όλες οι πόρτες παραμένουν κλειστές. Ακόμα και οι πρώτες μουσούδες με τα δρακακια δεν μπορούσαν να φανταστούν στα πιο τρελά τους όνειρα – ποιες δυνατότητες θα ανακαλύψουν στους εαυτούς τους κατά την πρόοδο τους στην πρακτική, ωστόσο, θέλω να τονίσω, ότι από μόνη της η αίσθηση των φωτισμένων αντιλήψεων ήταν, και έμεινε μέχρι σήμερα η πιο σημαντική, πιο καταπληκτική και συναρπαστική εμπειρία – άσχετα με όλες τις  παράλληλες ανακαλύψεις, τις οποίες έφερναν μαζί τους.

- Εννοείς τα ταξίδια στα συνειδητοποιημένα οράματα, ενσωμάτωση των αντιλήψεων, ανακάλυψη των κατοικημένων κόσμων και τα λοιπά;  Όταν λες «παράλληλες ανακαλύψεις» - αυτά εννοείς?

- Όχι μόνο. Ας αναρωτηθούμε, - ο Τραϊλάνγκ ένωσε τα δάχτυλα τον χεριών του, σηκώνοντας πάνω τους αντίχειρες, – αν έχουμε ακούσει από την ιστορία κάποια  παραδείγματα για την ύπαρξη των ανθρώπων, που μας έκαναν τρομερή, αξέχαστη εντύπωση με το επίπεδο της ειλικρίνειας, την ικανότητα τους να σκέφτονται ξεκάθαρα και επαναστατικά,  προκάλεσαν τη δική μας δυνατή συμπάθεια ή ακόμα και αφοσίωση? Έχουμε ακούσει για αυτούς. Μας εντυπωσιάζει φοβερά ο Ραμακρίσνα, όπως τον συναντάμε στις σελίδες των βιβλίων του Ίσεργουντ και του Μαχεντρανάτχ Γκούπτα, και επίσης από τα λόγια του Βιβεκανάντα, Αμπχεδανάντα και άλλων. Όπως απολύτως σωστά παρατήρησε ο Ίσεργουντ, μπορούμε να συζητήσουμε για το ποιος ήταν, και ποιος δεν ήταν ο Ραμακρίσνα, ένα πράγμα, όμως, είναι αναμφισβήτητο – έχουμε μπροστά μας ένα απίστευτο φαινόμενο, και κάτι ακόμα πιο  συναρπαστικό – η ζωή, αν και αρκετά σύντομη, αυτού του φαινομένου είχε  καταγραφεί κυριολεκτικά στιγμή προς στιγμή από τους πολυάριθμους μαθητές του και ανθρώπους, που απλώς λάτρευαν να  ακούνε – και υπήρξαν πολλά πράγματα προς καταγραφή, διότι εκείνος μιλούσε σχεδόν αδιάκοπα με τους άλλους, ειδικά τα τελευταία του χρόνια. Είναι εύκολο να αμφισβητήσεις τα λόγια των πιο κοντινών μαθητών κάποιου «πνευματικού δασκάλου» –  ίσως  να ωραιοποιήσουν την ιστορία για  δικούς τους λόγους, ή απλούστατα να πουν ψέματα.  Η περίπτωση του Ραμακρίσνα αποτελεί εξαίρεση, επειδή ανάμεσα στους πιο κοντινούς του μαθητές και μάρτυρες υπήρξαν δεκάδες άνθρωποι εντελώς διαφορετικού τύπου! Ήταν και ο εξεζητημένος διανοούμενος Αμπχεδανάντα, τον οποίο κανείς δεν θα μπορούσε να ξεγελάσει εύκολα– αρκεί να ξεφυλλίσεις τους δέκα τόμους των κειμένων του, για να διαπιστώσεις την εξαιρετική οξύτητα της διάνοιας του και γενικώς ψύχραιμη αντιμετώπιση της ζωής, που είχε. Επίσης, ο Βιβεκανάντα, που μας έκανε την εντύπωση ως  απολύτως ειλικρινής και εξίσου ανεπτυγμένος νοητικά άνθρωπος. Ο Βιβεκανάντα, σε αντίθεση με τους άλλους μαθητές, τον πρώτο καιρό αντιμετώπιζε άκρως σκεπτικά τον Ραμακρίσνα, και βασικά για κάποιο διάστημα τον θεωρούσε ψυχικά άρρωστο, αν και υπερβολικά ελκυστικό άνθρωπο. Για να αποδεχτεί  κάποιος, σαν τον Βιβεκανάντα τον Ραμακρίσνα όχι απλώς ως έναν ειλικρινή, καταπληκτικό άνθρωπο, αλλά σαν θεό, έπρεπε να βιώσει κάποια ξεχωριστή συναίσθηση, κάποια ιδιαίτερη αντίληψη, που να μην άφηνε κανένα περιθώριο για τις αμφιβολίες του – και εμείς ξέρουμε, ότι για να μην χωρέσουν οι αμφιβολίες, απαιτείται μια ολόκληρη σειρά από συναισθήσεις τέτοιου είδους, όχι δυο-τρεις. Ανάμεσα σε αυτούς, που περιγράφουν διάφορα θαύματα, υπήρξαν και εντελώς ««πεζοί», ας το πούμε, άνθρωποι – για παράδειγμα, ο Γκιρις – μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας της Μπενγκάλι του εικοστού αιώνα –  ένας άντρας, που περνούσε τον χρόνο, ελεύθερο από το θέατρο, μπεκρουλιάζοντας και πηδώντας τις ιερόδουλες. Οι σημαντικοί γιατροί, μεγάλοι πολιτικοί (!), θρησκευτικοί ηγέτες, οι οποίοι, βασικά, θα έπρεπε να δουν τον Ραμακρίσνα σαν έναν ανταγωνιστή, και τον αντιμετώπιζαν σαν... δεν μπορεί να τους έπιασε όλους παράνοια?  Όλοι αυτοί μαζί με τους μαθητές του Ραμακρίσνα δημιούργησαν κάποια συνωμοσία, με συνέπεια κτίζοντας τον μύθο για τον δάσκαλο τους; Δηλαδή, όλοι αυτοί, μιλώντας απλά - είναι ψεύτες, που καθοδηγούνται από καλές προθέσεις? Μάλλον, θα υπήρξε και κάποιο κέντρο της προπαγάνδας, όπου σχηματίζονταν οι οδηγίες, μύθοι και μαρτυρίες? Ανοησία. Αδύνατον να το πιστέψουμε αυτό. Αυτό είναι και το καταπληκτικό στο φαινόμενο του Ραμακρίσνα – η ζωή του περνούσε μπροστά στα μάτια εκατοντάδων, αν όχι χιλιάδων άλλων – απολύτως διαφορετικών ανθρώπων. Οι περιγραφές της συμπεριφοράς του, των θεμάτων, που εκείνος συζητούσε με τους ανθρώπους – και αυτό είναι παρά πολύ ενδεικτικό πράγμα! Όσο περισσότερο είχε προχωρήσει ο άνθρωπος στην μελέτη των αντιλήψεων του,  τόσο πιο πολύ εκπαιδευμένος είναι στην απομάκρυνση των επινοήσεων, όσο μεγαλύτερη είναι η πείρα της ξεκάθαρης λογικής νόησης και αίσθησης διάφορων φωτισμένων αντιλήψεων, τόσο πιο ακλόνητη είναι η βεβαιότητα του για το ότι ο Ραμακρίσνα υπήρξε ένας εξαιρετικά ειλικρινής άνθρωπος, και βίωνε φωτισμένες αντιλήψεις απίστευτης ισχύς και βάθους. Όσο πιο συχνά  και περισσότερα ο ίδιος βιώνεις τις ΦΑ, τόσο πιο πολύ τα λόγια του Ραμακρίσνα ανταποκρίνονται με τις φωτισμένες αντιλήψεις μέσα σου. Αυτή είναι η μια πλευρά της ερώτησης.

Ο Τραϊλάνγκ έκανε μια παύση και γύρισε με το βλέμμα τους ακροατές του.

- Υπάρχει όμως, και μια άλλη πλευρά. Μπορούμε εμείς – μεγάλοι, σοβαροί άνθρωποι, να πιστέψουμε σοβαρά σε εκείνα τα θαύματα, μάρτυρες των οποίων έγιναν οι άνθρωποι, που συναναστρέφονταν τον Ραμακρίσνα? Δεν θα τα αναφέρω – αυτά περιγράφθηκαν αρκετά στα βιβλία του Ίσεργουντ. Θέλουμε να πιστέψουμε σε εκείνα τα θαύματα, το καταφέρνουμε, όμως? Μήπως εμφανίζεται η κριτική αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία μας να τα πιστέψουμε και στην αδυναμία να βιώσουμε έστω λίγο-πολύ σημαντική και σταθερή βεβαιότητα για το ότι όλα αυτά είναι αλήθεια? Θα θυμηθούμε τώρα μια άλλη ιστορία – περιγραφόμενη από τον Καστανέδα. Οι μορφές του Δον Χουάν και άλλων πολεμιστών ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας από τις σελίδες των βιβλίων του. Αλλά – επιτρέψτε μου, πώς είναι δυνατόν να πιστέψουμε αυτά, που είναι γραμμένα εκεί??

Μ` αυτά τα λόγια ο Τραϊλάνγκ γύρισε το ακροατήριο με ένα τέτοιο βλέμμα, σαν να μην μπορούσε με τίποτα να πιστέψει σε μια τέτοια εκ των πρότερων φανερή ανοησία.

- Θέλεις αμέσως να τα αποκαλέσεις όλα «παραμύθια» και να αφήσεις το βιβλίο σε ένα ράφι μαζί με μη-επιστημονική φαντασία και κακόγουστο εσωτερισμό. Και όμως… τα παραμύθια τούτα είναι ανακατεμένα με περιεχόμενα ανεκτίμητης αξίας! Ανεξάρτητα από το ότι – αν είναι αλήθεια ή ψέματα τα περιγραφόμενα από τον Καστανέδα αδιανόητα θαύματα, που κατάφερνε να κάνει ο Δον Χουάν, ο Δον Χενάρο και οι άλλοι – εκείνες οι σκέψεις, τις οποίες εμείς συναντάμε στα βιβλία του, εκείνη η πείρα, την οποία μπορεί να επιβεβαιώσει ο οποιοσδήποτε ειλικρινής πρακτικός της ΠΕΔ, μαρτυρούν αναμφισβήτητα – ο Δον Χουάν και οι άλλοι πολεμιστές, ή τα πρότυπα αυτών ( όπως και να το δούμε, κάποιος ήταν η πηγή αυτών των σκέψεων και προτεινομένων πρακτικών!), ήταν άνθρωποι με βαθύτατες γνώσεις και καταπληκτική πείρα – δεν μπορείς με τη μέθοδο της δόκιμης να γράψεις τέτοια «φαντασία», η οποία να συνέπιπτε με τόση ακρίβεια με τα δικά μας αποτελέσματα. Και στα βιβλία του Δαλάι Λάμα XIV, τον οποίο γνώριζα προσωπικά, και που έκανε τόσο τεράστια εντύπωση στους ανθρώπους με την ειλικρίνεια, φιλαλήθεια και επιθυμία του να μην αισθάνεται με οποιοδήποτε κόστος τα αρνητικά συναισθήματα, όπως και στα βιβλία των πιο κοντινών του φίλων, όπως ο Τούλκου Ουργκεν Ρινποτσε (Tulku Urgyen Rinpoche) – δεν υπήρξαν οι περιγραφές των θαυμάτων με εντελώς παιδική εμφάνιση – σαν την εξαφάνιση των μοναχών μέσα σε ένα ιριδίζον σώμα? Των πτήσεων στον αέρα? Οποιοσδήποτε λίγο-πολύ σοβαρός άνθρωπος, δεν λέμε πια για τους επιστήμονες, θα βάλει τέτοια βιβλία στο ίδιο ράφι με λογοτεχνία (στην καλύτερη περίπτωση), με τίποτα, όμως, μαζί με τον Μπέρτραντ Ράσελ ή τον  Θεόδωρο Μόμσεν.  Αφού δεν είναι κάτι παραπάνω από παραμύθια. Είχε «ξεχωρίσει» και ο Μπόντχι – σίγουρα θα θυμάστε τις περιγραφές διάφορων «θαυμάτων» τα οποία δήθεν κατέγραψαν οι μουσούδες, κάνοντας παρέα μαζί του. Μιλάμε και για τις στιγμιαίες μετακινήσεις στον χώρο, εμφανίσεις και εξαφανίσεις, διάβασμα των σκέψεων και  γνώση του παρελθόντος και του μέλλοντος. Επίσης, μέσα στις περιγραφές των μουσούδων δεν είναι σπάνιες οι αναφορές για το ότι ο Μπόντχι μπορούσε με αρκετή άνεση να ελέγχει τον καιρό, για παράδειγμα.

- Δεν το θυμάμαι αυτό με τον καιρό …

- Δεν είναι στο βιβλίο του, αλλά στις αναφορές της Γιάφκα…

- Μισό λεπτό, - ο Τόμας το έψαξε, και επιλέγοντας το σωστό σημείο, πάτησε το κουμπί στο τηλεχειριστήριο του. Ένα κείμενο εμφανίστηκε στην οθόνη: «Χτες, όταν επιστρέφαμε από το δάιβινγκ, άρχισε η βροχή, και την ώρα, που φτάσαμε στο λιμάνι, έριχνε καρέκλες. Δεν ήθελα να βραχώ, επειδή στο δωμάτιο μου δεν είχα επιπλέον ρούχα. Τότε ο Μποντχ με κοίταξε και είπε: «θα ζητήσω από τη βροχή να σταματήσει». Εγώ  απόρησα – «πώς?». Η βάρκα είχε σχεδόν δεθεί. Και η βροχή σταμάτησε! Σε λιγότερο από ένα λεπτό η παρά πολύ δυνατή βροχή τελείωσε! Γυρίζοντας σε μένα, ο Μποντχ είπε: «Έτσι».

- Αυτό είναι ένα απόσπασμα από τα πρώτα ημερολόγια της Γιάρκα. – εξήγησε ο Τόμας. – Να και άλλο ένα. Έκανε λίγες ακόμα κινήσεις, και στην οθόνη εμφανίστηκε: «Οι τρεις μας – εγώ, η Γιεζάτινα και ο Μποντχ, φτάναμε στο Μπενκάρ. Από τη Λούκλα πηγαίναμε αργά, κουβεντιάζοντας και χαζεύοντας τα βουνά, ποτάμια και τους καταρράκτες – στο Νεπάλ τελικά είναι τα πιο τέλεια, πιο ζωντανά ποτάμια από όλα, που είχα δει. Όταν πλησιάσαμε στο Μπενκάρ, οι επιθυμίες μας διχάστηκαν – η Γιεζάτινα ήθελε να προχωρήσει και άλλο, στο Ναμτσέ, ο Μποντχ πρότεινε να μείνουμε εδώ, διότι θεωρούσε, ότι η Γιεζάτινα δεν υπολογίζει σωστά τις δυνάμεις της, και δεν θα μπορέσει χωρίς υπερκόπωση να περάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι την πρώτη κιόλας ημέρα του τρεκ, ειδικά αν σκεφτεί την ανηφόρα κοντά στο Ναμτσέ. Εγώ πρότεινα να περπατήσουμε για μια ακόμη ώρα και να διανυκτερεύσουμε στο επόμενο οικισμό. Ο καιρός ήταν πολύ ηλιόλουστος, με λίγη συννεφιά. Κυριολεκτικά πενήντα μέτρα πριν από τον ξενώνα, όπου πρότεινε να  σταματήσουμε ο Μποντχ, άρχισε η βροχή.  Ο Μπόντχι με κοίταξε πονηρά και είπε: «ορίστε, άρχισε η βροχή, που να πάμε τώρα». Το θεωρήσαμε αστείο, και για πλάκα επιτεθήκαμε στον Μποντχ, λέγοντας, ότι είναι ζαβολιά να χρησιμοποιεί τέτοιες μεθόδους. Ωστόσο, η βροχή δυνάμωσε, και εμείς αποφασίσαμε, ότι θα φάμε πρωινό και τελειώνοντας, βλέπαμε – τι να κάνουμε ύστερα. Τρώγοντας, συμφωνήσαμε, ότι  έχει νόημα να διανυκτερεύσουμε στον επόμενο οικισμό. Τότε ο Μποντχ είπε: «εντάξει, θα την ακυρώσουμε τη βροχή». Όσο εμείς πίναμε τσάι και τρώγαμε κάτι, ο καιρός παρέμεινε συννεφιασμένος και έπεφτε η βροχή. Όμως, μόλις πήραμε τους σάκους μας,  κατεβήκαμε στο ισόγειο και φτάσαμε στην πόρτα, η βροχή σταμάτησε! Ο Μποντχ, λες και έσπαγε πλάκα, ρώτησε ξανά – «εσείς τι θέλετε – να έχει μόνο ήλιο, η ήλιο με τα σύννεφα;».  Εμείς θέλαμε και τα δυο, για να μην κάνει ζέστη, έτσι και έγινε – μια μικρή συννεφιά και μέσα από αυτήν ήλιος, που μας ζέστανε μαλακά.  Κάποια στιγμή ο ήλιος άρχισε να καίει πιο δυνατά, και η Γιεζάτινα είπε – όχι,  παραείναι ζέστη. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα τα πάντα έγιναν, όπως και πριν. Ο Μποντχ ρώτησε: «καλά είναι έτσι?». Του ζητούσαμε μετά για πλάκα  μια να δυναμώσει, μια να χαμηλώσει τον ήλιο, και οι επιθυμίες μας εκτελούνται με καθυστέρηση πέντε-δέκα δευτερολέπτων.  Και αυτό δεν ήταν πια αστείο, διότι δεν μπορούσαμε να το θεωρήσουμε μια απλή σύμπτωση. Περνώντας δίπλα στο σημείο ελέγχου, όπου βγάζουν τις άδειες για το τρεκ, μπήκαμε μέσα στο σπιτάκι και βρήκαμε εκεί έναν τρισδιάστατο χάρτη ολόκληρης της περιοχής γύρω από το Έβερεστ, και για πέντε λεπτά περίπου χορεύαμε γύρω από αυτόν, αναζητώντας τα γνωστά μέρη και πορείες. Όταν βγήκαμε από το σπιτάκι, έξω και πάλι έβρεχε. Το είπα στον Μποντχ, και εκείνος μου απάντησε, ότι απλώς ήταν αφηρημένος, όσο κοιτάζαμε τον χάρτη με τα βουνά. Δέκα με είκοσι δευτερόλεπτα αργότερα ο καιρός άλλαξε και έγινε όπως πριν – με ήλιο και μικρή συννεφιά. Φτάνοντας στην γέφυρα, πίσω από την οποία αρχίζει η άνοδος για το Ναμτσέ, εγώ είπα, ότι θα ήταν τέλειο, αν με τον ήλιο ψηλά θα έπεφτε και μια πολύ ψηλή βροχή – σαν τη νερόσκονη δίπλα στους καταρράκτες, να μας δροσίσει πριν από την ανηφόρα. Και όσο εμείς περπατούσαμε πάνω στην γέφυρα, ακριβώς τέτοια βροχή έπεσε πάνω μας – ταυτόχρονα ο ήλιος έλαμπε και ήταν πάρα πολύ ευχάριστο.»

- Τέλος. – ο Τόμας μάζεψε το τηλεχειριστήριο, και  ο Τραϊλάνγκ συνέχισε.

- Οι παράγραφοι τέτοιου είδους προκαλούν άμεσο σκεπτικισμό στους  πιο πραγματικούς ενδιαφερόμενους για την ΠΕΔ, αν και το συμβάν με τον Μπόντχι, φυσικά, διαφέρει από τα υπόλοιπα – μιας και το βιβλίο του – είναι στην ουσία ένα σύνολο των οδηγιών, και δεν απαιτείται να πιστέψεις στην ακρίβεια τους – ανά πάσα στιγμή μπορείς να το ελέγξεις και να διαπιστώσεις ο ίδιος, ότι εάν ακολουθήσεις με πλήρη συνέπεια τις οδηγίες, θα λάβεις το αντίστοιχο αποτέλεσμα χωρίς καμιά καθυστέρηση.

Ο Τραϊλάνγκ άλλαξε τη στάση του σώματος και χαμογέλασε.

- Και εδώ υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες, φυσικά: για να ακολουθήσεις τις οδηγίες, που δίνονται στα βιβλία του Μπόντχι, χρειάζεται να έχεις έστω ελάχιστη ειλικρίνεια. Τις πρώτες δεκαετίες της εξάπλωσης της ΠΕΔ συναντούσαμε τις πιο ανόητες προσπάθειες να ασκήσουν την επιθετική κριτική. Ο, κάποιες από αυτές ήταν απλώς απίστευτα ανόητες, κάτι, που δεν εμπόδιζε τον πιο αποβλακωμένο μερίδιο των αναγνωστών να τις δέχονται και να τις υποστηρίζουν – αν δεν έχετε αντίρρηση, θα φέρω μερικά παραδείγματα, εντάξει? Α, όχι, δεν χρειάζεται, αφού υπάρχει ένα άρθρο, γραμμένο από τον Μπόντχι: «Οι κριτικοί και οι επικριτές» - σίγουρα θα το έχετε διαβάσει. Λοιπόν, τι βγαίνει; Βγαίνει,    μια φορά μετά την άλλη – μια παράξενη κατάσταση – ότι οι καταπληκτικοί, εξαιρετικά ειλικρινείς, με ξεκάθαρη νόηση, συμπαθητικοί και άξιοι αφοσίωσης άνθρωποι,  είναι  όλοι τους - χωρίς εξαιρέσεις - φαντασιόπληκτοι, που κοροϊδεύουν το ευκολόπιστο κοινό? Θυμάστε – στα κείμενα του Σατπρεμ – η περιγραφή της περίπτωσης, όταν ο Αουρομπίντο καθόταν στο δωμάτιο του και άρχισε η θύελλα – ισχυρότατος άνεμος και βροχή, τα δέντρα λυγίζουν, οι μαθητές μπαίνουν στο δωμάτιο του Αουρομπίντο για να κλείσουν το παράθυρο, και τι βλέπουν – ναι μεν το παράθυρο είναι ανοιχτό, μα η θύελλα δεν έρχεται μέσα. Και ο ίδιος Αουρομπίντο – θυμάστε, πως αυτός, βρισκόμενος στη φυλακή, έζησε την αιώρηση κατά τη διάρκεια διαλογισμού? Να πάρει! Τι γίνεται πια – άλλη μια σπείρα των πολυλογάδων; Και πάλι – δεν ταιριάζει, με τίποτα δεν συνάδει αυτό το στίγμα ούτε με την προσωπικότητα του ίδιου Αουρομπίντο, ούτε με την προσωπικότητα του Σατπρεμ… Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο με το ότι οι πραγματικοί απατεώνες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να σκορπίσουν τις φήμες περί της ικανότητας τους να κάνουν θαύματα κάθε λογής.

Παράδοξο! Μα και εμείς δεν μπορούμε να περάσουμε έτσι απλά δίπλα από ένα τέτοιο παράδοξο, απ` έξω, παραδεχόμενοι μόνο στα λόγια την «πιθανότητα τέτοιων φαινομένων», και ταυτόχρονα εκτοπίζοντας την σαφήνεια για το ότι η βεβαιότητα για την  αξιοπιστία αυτών των περιγραφών είναι πάρα, μα πάρα πολύ αδύναμη… Κάπως θα πρέπει να τα εξηγήσουμε όλα τελικά?

Ο Τραϊλάνγκ έκανε μια χειρονομία, δείχνοντας στους ακροατές, ότι αλλάζει το θέμα.

- Θα επιστρέψουμε σε αυτό αργότερα, τώρα ας μιλήσουμε και πάλι για τη φυσική. Μπορώ να καταλάβω την έκπληξη σας: έχετε καλέσει ένα δρακάκι, και βρήκατε έναν καθηγητή της φυσικής. Ελάτε… κάντε λίγη υπομονή. Εφόσον ανάμεσα σας, νομίζω, είναι λίγοι αυτοί που ενδιαφέρονται σοβαρά για την φυσική και έχουν μια αποδεκτή σαφήνεια έστω για τις βάσεις της φυσικής των κβάντα και της θεωρίας σχετικότητας, θα προσπαθήσω να τα πω όσο πιο σύντομα και απλά μπορώ. Το πρώτο πράγμα, που πρέπει να καταλάβετε – είναι ότι η ταχύτητα του φωτός – είναι μια μόνιμη, σταθερή αξία. Δεν είναι μια θεωρία, είναι γεγονός, και έχει ανακαλυφθεί μέσο πειραμάτων του Μάικελσον και Μόρλεϊ, οι οποίοι μετρούσαν τη ταχύτητα του φωτός εν κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο και κόντρα σε αυτόν. Στην πρώτη περίπτωση η ταχύτητα του φωτός θα συνέπιπτε με την ταχύτητα της περιστροφής της Γης γύρω από τον Ήλιο, και στη δεύτερη – θα είχε αφαιρεθεί, έτσι, βγάζοντας τον μέσο όρο, οι επιστήμονες θα έβρισκαν την αξία, την οποία αναζητούσαν. Είναι όλα πολύ απλά. Εκτός από τα αποτελέσματα – αυτά βγήκαν αρκετά περίπλοκα: η ταχύτητα του φωτός και στα δυο πειράματα αποδείχθηκε ίδια. Μελλοντικά έγιναν και πάρα πολλά άλλα πειράματα,  η ακρίβεια των οποίων ξεπερνούσε δεκάδες φορές την ακρίβεια των πρώτων πειραμάτων,  αλλά το αποτέλεσμα παρέμενε ίδιο: η ταχύτητα του φωτός είναι μια μόνιμη άξια, που ισούται  με περίπου 299792458 μέτρα το δευτερόλεπτο, ή – όπως είναι  πολύ πιο εύκολο να θυμηθείς – τριακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο.

Φυσικά, αυτό σημαίνει, ότι όλες οι αντιλήψεις για τον κόσμο μας τινάχτηκαν στον αέρα. Η κλασική φυσική, εννοείται, έμεινε  ακλόνητη στα γνωστά σε μας διαπασών των ταχυτήτων, βαρών, μαζών, ενεργειών, διότι τα εκατομμύρια πειράματα, περασμένα στα εργαστήρια επί  αιώνες, απέδειξαν αδιάσειστα την αξιοπιστία της νευτωνικής περιγραφής του κόσμου, όπου λειτουργούσε σταθερά ο νόμος της άθροισης των ταχυτήτων. Ωστόσο, η σταθερότητα της ταχύτητας του φωτός οδήγησε στην συνειδητοποίηση, ότι οι θεμελιώδεις αντιλήψεις για τον κόσμο πρέπει να αλλάξουν – και με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε η νευτωνικής φυσική να μείνει άθικτη,  δίνοντας όμως και στα νέα γεγονότα τις απαιτούμενες εξηγήσεις.

Όπως ξέρουμε, ο Αϊνστάιν κατάφερε να λύσει αυτό το πρόβλημα, υποθέτοντας, ότι η ταχύτητα του φωτός είναι μια μέγιστη ταχύτητα, η μεγαλύτερη που μπορεί να αναπτυχθεί γενικώς, και ότι στις ταχύτητες κοντά σε αυτήν του φωτός, τις λεγόμενες «ρελατιβιστικές» ταχύτητες, συμβαίνουν καταπληκτικές μεταμορφώσεις του χρόνου, της μάζας και του χώρου. Παλιά ο χώρος και ο χρόνος κατανοούνταν ως κάτι σαν την αρένα, όπου έδινε την παράσταση του ο υλικός κόσμος. Τώρα ο χώρος και ο χρόνος μετατράπηκαν σε ισάξιους συμμετέχοντες των φυσικών διαδικασιών – συστέλλοντας και διαστέλλοντας, επιταχύνοντας και επιβραδύνοντας.

Γενικώς η θεωρία της σχετικότητας δείχνει εξαιρετικά απλή, για την ακρίβεια – εξαιρετικά απλές δείχνουν οι εξισώσεις της, Και αυτό μπορεί να οδηγήσει στην λανθασμένη βεβαιότητα για το ότι ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ καλά την θεωρία αυτή.  Η αλήθεια είναι, ότι για να αρχίσεις να την καταλαβαίνεις πάρα πολύ καλά, πρέπει πολύ προσεκτικά, χωρίς βιασύνη, να εξετάσεις  ένα μετά το άλλο τα φαινόμενα, που παρατηρούμε, και να λύνουμε τα προβλήματα, τα οποία εμφανίζονται κατά τη λεπτομερή ανάλυση του προβλήματος.

Διότι η πλήρη εξήγηση της θεωρίας της σχετικότητας δεν είναι τελικά ο σημερινός μου σκοπός – χαμογέλασε ο Τραϊλάνγκ, - εγώ θα συγκεντρωθώ σε μια της πτυχή, και πιο συγκεκριμένα – στην επίδραση της επιβράδυνσης του χρόνου. Ας φανταστούμε, ότι στέλνουμε ένα διαστημόπλοιο από τη Γη, μέχρι να φτάσει στις ταχύτητες, κοντινές στην ταχύτητα του φωτός, μετά το επιβραδύνουμε, το στρέφουμε πίσω, επιταχύνουμε και το φρενάρουμε πάλι, ήδη στην τροχιά της Γης.   Ο αστροναύτης θα ζήσει μόλις μια ώρα από τη ζωή του, ενώ σε μας μπορεί να περάσει ένας μήνας  ή ακόμα και ένας χρόνος– εξαρτάται από το πόσο κοντά στην ταχύτητα του φωτός είχε φτάσει το διαστημόπλοιο.

Εμφανίζεται ένα φανερό παράδοξο – αφού η κίνηση είναι σχετική, για ποιο λόγο γέρναμε συγκεκριμένα εμείς – που μείναμε στη Γη? Διότι από την οπτική γωνία του αστροναύτη φαίνεται, ότι η Γη ήταν αυτή, που άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα, μετά επιβράδυνε, και μετά γύρισε πίσω. Ωστόσο,  γέρναμε σίγουρα εμείς, επειδή παρά τη συμμετρική καμπύλη  της κίνησης μας ως προς τον άλλο, θα αισθανθούμε ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ πράγματα. Η ύλη, από την οποία εμείς έχουμε φτιαχτεί, θα υποστεί διαφορετικές επιδράσεις. Όταν το διαστημόπλοιο θα αρχίσει να αναπτύσσει ταχύτητα,  ο αστροναύτης θα είναι αυτός, που θα βιώσει μια απότομη αύξηση της μάζας του – τη λεγόμενη υπερφόρτωση. Και αντίστροφα – την ώρα της επιβράδυνσης την αισθάνεται ξανά. Ακριβώς την ώρα της επιτάχυνσης τα συστήματα των συντεταγμένων μας παύουν να είναι συμμετρικά, ισότιμα, όπως θα ήταν στην περίπτωση της ομοιόμορφης ευθύγραμμης κίνησης για την  μεταξύ μας σχέση.

Μπορούμε να σκεφτούμε όσα ενδιαφέροντα προβλήματα θέλουμε, για παράδειγμα – αν ο αστροναύτης, που πετάει με ταχύτητα κοντά σε αυτήν του φωτός, ανάψει έναν φακό και θα απλώσει την ακτίνα του  με τη φόρα της κίνησής του, τότε – βασιζόμενοι στο ότι η ταχύτητα φωτός μέσα στο κενό είναι πάντοτε ίδια και απαράλλαχτη (δεν εξετάζουμε τη δήθεν επιβράδυνση του φωτός κατά την κίνηση του μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα, διότι αυτή είναι μια οφθαλμαπάτη, που προκύπτει εξαιτίας των πολλαπλών διαθλάσεων του φωτός και της  αύξησης της τροχιάς του με αυτόν τον τρόπο), βγάνει, ότι και ο αστροναύτης πετάει με την ταχύτητα σχεδόν ίδια με τη ταχύτητα του φωτός, και το φως του φακού του απομακρύνεται από αυτόν με σχεδόν ίδια ταχύτητα! Δηλαδή – ο αστροναύτης θα βλέπει, πως το φωτόνιο φεύγει μακριά με τη ταχύτητα του σαλιγκαριού? Όχι. Από την οπτική γωνία του αστροναύτη το φως θα απομακρύνεται από αυτόν με την ίδια ταχύτητα – τριακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, αλλά ΕΜΕΙΣ, παρατηρώντας τα αυτά, θα δούμε, πως το φωτόνιο βόσκει γαλήνια μπροστά από τον αστροναύτη.

Για να περιγράψουμε τέτοιες συναρπαστικές εικόνες, είναι βολικό να εισάγουμε την έννοια της «συστολής του χώρου». Λέμε, ότι ο χώρος συστέλλεται προς την κατεύθυνση της κίνησης. Για εμάς δεν είναι δυνατόν ούτε να παρατηρήσουμε την επιβράδυνση του χρόνου, ούτε τη συστολή του χώρου υπό τις προσιτές σε μας ταχύτητες, όμως, στα ειδικά πειράματα, όταν τα στοιχειώδη σωματίδια επιταχύνονται κοντά στην ταχύτητα του φωτός, και τα δυο αυτά φαινόμενα εκδηλώνονται εξαιρετικά θεαματικά. Για παράδειγμα, ένα στοιχειώδες σωματίδιο, που υπέστη αύξηση ταχύτητας μέσα στον επιταχυντή, θα ζήσει χιλιάδες φορές περισσότερο, απ` ότι ένα άλλο σωματίδιο, το οποίο δεν είχε υποστεί καμία επιτάχυνση.

Μετά από εισαγωγή της έννοιας  «η συστολή του χώρου» μπορούμε να περιγράφουμε τα παράδοξα τέτοιου είδους σε μια πιο προσιτή σε μας γλώσσα. Θα δούμε, πως το φωτόνιο με ρυθμό χελώνας θα φεύγει από τον αστροναύτη, μα αυτό γίνεται από τη ΔΙΚΗ μας οπτική γωνία, διότι βλέπουμε και το φωτόνιο, και τον αστροναύτη σε με εξαιρετικά συρρικνωμένη μορφή, και με τον ίδιο τρόπο βλέπουμε τον  χώρο μεταξύ τους, και εκείνο το εκατοστό μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, το οποίο από τη δική μας άποψη θα καλύψει το φωτόνιο, για να απομακρυνθεί από τον αστροναύτη, στον κόσμο του ίδιου του αστροναύτη θα ισούται με τις ίδιες τριακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα. Και ο ίδιος ο αστροναύτης θα μας φαίνεται σε μας σαν μια μικροσκοπικά λεπτή ακτίνα με τη κατεύθυνση της κίνησης του. Εμείς με τη σειρά μας, θα φαινόμαστε εξίσου γελοίοι στα δικά του μάτια.

Θα ήθελα ακόμα να μιλήσουμε για τη μάζα. Η μάζα – είναι ουσιαστικά στην πραγματικότητα ένα μέτρο της αδράνειας του σώματος. Η το αντίστροφο – η αδράνεια τους σώματος – είναι ένα μέτρο της μάζας του (του βάρους). Από την άποψη των εξισώσεων της φυσικής είναι το ίδιο πράγμα. Δηλαδή, αν εγώ θέλω να επιταχύνω ένα πορτοκάλι, πρέπει να αρχίσω να ασκώ κάποια δύναμη πάνω του, σπαταλώντας ενέργεια για αυτό τον σκοπό – το πορτοκάλι θα αναπτύξει ταχύτητα και ταυτόχρονα θα υποστεί κάποια υπερφόρτωση. Μιλώντας για τη μάζα, πρέπει να περάσουμε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις έννοιες «μάζα» και «βάρος».  Η μάζα  είναι ορισμένα το μέτρο της αδράνειας του σώματος – και για αυτό θα μιλήσουμε τώρα. Την ώρα που το «βάρος» - είναι η δύναμη, με την οποία το σώμα πιέζει τη βάση του. Για λόγους ευκολίας της αντικειμενικής μας δραστηριότητας, θα χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους όρους σαν ίδιους.. Μπορούμε να πούμε «αυτό το πορτοκαλί έχει μάζα, που ισούται με ένα κιλό, και μπορούμε να πούμε, ότι «αυτό ζυγίζει ένα κιλό» - από την άποψη της φυσικής, αυτές οι φράσεις δεν είναι ισότιμες, αλλά στην καθημερινή μας ζωή εμείς περιφρονούμε τέτοιες λεπτομέρειες, και αυτό θα κάνουμε τώρα επίσης.

Λοιπόν – κατά την επιτάχυνση το πορτοκάλι θα υποστεί υπερφόρτωση, ταυτόχρονα το βάρος του θα αυξηθεί, έτσι αν το πορτοκαλί θα βρισκόταν στη ζυγαριά,  την ώρα της επιτάχυνσης η ζυγαριά θα έδειχνε την αύξηση του βάρους του, δηλαδή, την αύξηση της δύναμης, με την οποία το πορτοκάλι πιέζει το πιάτο της ζυγαριάς.

Για να μην είναι αντιφατική η θεωρία της σχετικότητας, ο Αϊνστάιν αναγκάστηκε να υποθέσει, πως ακριβώς για αυτό τον λόγο εμείς δεν μπορούμε να επιταχύνουμε κάποιο σώμα μέχρι την ταχύτητα του φωτός, διότι κατά την προσέγγιση αυτής της ταχύτητας η μάζα του σώματος τείνει προς το άπειρο, αναλόγως και εμείς πρέπει να αυξάνουμε ατελείωτα την απαιτούμενη για αυτό ενέργεια. Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε πάρα πολύ εύκολα την επίδραση της αύξησης μάζας κατά τις ρελατιβιστικές ταχύτητες  μέσα στους επιταχυντές – το σωματίδιο, που μας προσπερνάει με παραλίγο  ταχύτητα του φωτός,  μπορεί να έχει βάρος χίλιες φορές μεγαλύτερο από το ίδιο σωματίδιο, που βρίσκεται σε αδράνεια ως προς εμάς.

Όπως ξέρετε, ο Αϊνστάιν έπρεπε ακόμα να προσθέσει την ταύτιση της μάζας και ενέργειας, και η γλώσσα της φυσικής απλουστεύθηκε ακόμα περισσότερο – το σωματίδιο, που περνάει ΔΙΠΛΑ από εμάς με απίστευτη ταχύτητα έχει από την δική μας οπτική γωνία τεράστια κινητική ενέργεια, και εφόσον η ενέργεια σχετίζεται με τη μάζα, δεν είναι περίεργο, ότι ένα τέτοιο σωματίδιο έχει εξίσου τεράστιο βάρος. Από τη μεριά εκείνου του κινουμένου  δίπλα μας σωματιδίου τα πάντα, φυσικά, είναι αντίστροφα – συγκεκριμένα εμείς περνάμε δίπλα του με ταχύτητα και έχουμε τεράστια μάζα. Αυτό είναι ένα καταπληκτικό φαινόμενο – η μάζα είναι μια σχετική έννοια! Εξαρτάται από το σύστημα μέτρησης. Και πάλι  - πάρα πολλά πειράματα έδειξαν, ότι όντως η μάζα με την ενέργεια μπορούν να μεταβάλλονται η μια στην άλλη, η, μιλώντας πιο συγκεκριμένα,  κάποιο αντικείμενο, το οποίο για εμάς εκδηλώνεται ως «σωματίδιο», υπό ορισμένες συνθήκες αρχίζει να συμπεριφέρεται ως «ενέργεια», «εκπομπή», και η ποσοτική αναλογία αντιστοιχεί στην γνωστή εξίσωση του Αϊνστάιν E=MC2

Ο Αϊνστάιν εισήγαγε επίσης την ισοδυναμία της έννοιας  «βαρύτητας» και «καμπυλότητας του χώρου», και έκανε πολλές άλλες καταπληκτικές προβλέψεις, οι οποίες αργότερα θριαμβευτικά αποδείχθηκαν η μια μετά την άλλη. Δεν θα μιλήσω, όμως, για αυτό – για τους δικούς μου σκοπούς είναι περίσσια αυτή η πληροφορία, και έμεινε μόνο να αναφερθώ στον χρόνο. Ο χρόνος, σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, στα κινούμενα συστήματα επιβραδύνεται, και τόσο περισσότερο, όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα. Στην πραγματικότητα, όταν μιλάμε για την επιβράδυνση του χρόνου, πρέπει να καταλαβαίνουμε, ότι η φράση αυτή δεν είναι παρά μια βολική σημείωση κάποιων φαινομένων,  που εμείς παρατηρούμε. Για παράδειγμα, έχοντας επιταχύνει το ασταθές σωματίδιο μέσα στον επιταχυντή μέχρι να φτάσει σχεδόν στη ταχύτητα του φωτός, μπορούμε, μη πιστεύοντας στα μάτια μας, να δούμε, ότι το χρονικό διάστημα, που πέρασε μέχρι τη στιγμή της διάσπασης του, αυξήθηκε δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες φορές! Το σωματίδιο έγινε σούπερ-μαθουσάλας! Τέλειο – να ένας δρόμος προς τη μακροζωία:) Τι λέτε? – ο Τραϊλάνγκ, ενθουσιασμένος, αναπήδησε. – Όχι, δυστυχώς. Ο χρόνος ζωής αυτού του σωματιδίου αυξήθηκε μόνο από τη δική μας οπτική γωνία – στο δικό μας σύστημα μέτρησης. Στον «δικό του κόσμο» το σωματίδιο έζησε τη συνηθισμένη του ζωή, παρατηρώντας με έκπληξη, πως εμείς, κινούμενοι με τεράστια ταχύτητα σχετικά με αυτό, δήθεν μετατραπήκαμε σε υπερήλικους. Από τη δική μας μεριά όλες οι φυσικές διαδικασίες, που γίνονται στο σύστημα, που μας προσπερνά, αρχίζουν να επιβραδύνονται. Αλλά είναι χαζό, αδύνατον να εισαγάγουμε τα διορθωτικά ποσοστά για ΟΛΑ τα μέτρα. Για αυτό και κάνουμε μια πονηρή κίνηση – απλώς λέμε, ότι σε ένα κινούμενο σύστημα «ο χρόνος επιβραδύνεται» - και τα πάντα γίνονται σχετικά απλά και κατανοητά.

Ο Τραϊλάνγκ σηκώθηκε, κούνησε τις μπροστινές και πίσω πατούσες του, τεντώθηκε, γύρισε το κεφάλι δεξιά-αριστερά και κάθισε ξανά.

- Τώρα – με ύφος του νικητή εκείνος κοίταξε το ακροατήριο, - βρισκόμαστε όλοι μαζί περίπου στην ίδια θέση, στην οποία βρέθηκαν οι δεκάδες φυσικοί στα τέλη του εικοστού αιώνα. Και εκατομμύρια  μη-φυσικοί, οι οποίοι αν και είχαν μια αρκετά θολή αντίληψη για όλη αυτή την ύλη, ωστόσο, έμαθαν από τα θρανία ακόμα τις φράσεις «αύξηση της μάζας», «ο χρόνος επιβραδύνεται», «συστέλλεται ο χώρος». Και ο Μπόντχι επίσης τα γνώριζε αυτά.

Ακούγοντας τη λέξη «Μπόντχι», ο κόσμος ζωντάνεψε.

- Παρακαλώ, ας επαναλάβουμε προσεκτικά για άλλη μια φορά αυτό, που δεν προκαλεί τις αμφιβολίες μας, που έχει επιβεβαιωθεί από την πειραματική φυσική, - ο Τραϊλάνγκ σήκωσε το χέρι του  με την παλάμη προς τα κάτω, σαν να παρότρυνε το κοινό να συγκεντρωθεί. Ήταν αρκετά αστείο να ακούσουν από αυτόν τέτοιες εντελώς απαρχαιωμένες εκφράσεις, όπως το «παρακαλώ».

- Όσο η ταχύτητα του πρωτονίου, που τρέχει μέσα στον επιταχυντή, πλησιάζει στην ταχύτητα του φωτός, η μάζα του αυξάνεται (από τη δική μας άποψη) – ακόμα και μέχρι το άπειρο. Δηλαδή, αν αυτό το πρωτόνιο συγκρουστεί με ένα άλλο, - ακίνητο ως προς εμάς, το χτύπημα θα έχει μια τέτοια ισχύ, λες και δεν ήταν δυο πρωτόνια, αλλά το πρωτόνιο με ένα τρένο. Παρακάτω: η διάρκεια ζωής αυτού του πρωτονίου – από τη δική μας άποψη – επιβραδύνεται, μέχρι απείρου. Ο χώρος, στον οποίο αυτό το πρωτόνιο «ζει» συστέλλεται – μέχρι το άπειρο. Γενικώς, όταν αρχίσουμε να λέμε, πως κάτι «πλησιάζει στο άπειρο», πρέπει να αντιλαμβανόμαστε, ότι αυτές δεν είναι πλέον κυριολεκτικές αξίες, αλλά σχετικές, διότι δεν μπορούμε πράγματι να μετρήσουμε μια ατελείωτα μικρή η  ατελείωτα μεγάλη αξία. Για αυτό ονομάζουμε τέτοιους τομείς «ο τομέας της μοναδικότητας». Και πρέπει να θυμόμαστε, ότι οι παρεμβολές μας – είναι καθαρά μαθηματική διαδικασία, ενώ στην πραγματικότητα η ύλη μπορεί να μας κάνει πάρα πολλές εκπλήξεις ακόμα. Δεν είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον – να θυμόμαστε για τις «παρενθέσεις» τέτοιου είδους? Μας αφήνουν χώρο για τη δημιουργικότητα.

- Δηλαδή, όταν ο Νεύτωνας δημιουργούσε την μηχανική του, επίσης πρόβαλλε τους νόμους του περί της κίνησης με  χαμηλές ταχύτητες των σωμάτων στις οποιεσδήποτε ταχύτητες?

- Ναι, και ο Αϊνστάιν κατάφερε να βγει από την ύπνωση αυτών των «αυτονόητων» πραγμάτων. Ελάτε, θα το πούμε άλλη μια φορά, πάρα πολύ σύντομα.

Ο Τραϊλάνγκ, προφανώς, προσπαθούσε να προκαλέσει κάποια αντίδραση του  κοινού, μα κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει – ποια συγκεκριμένα.

- Η μάζα μεγαλώνει. Ο χρόνος παρατείνεται. Ο χώρος συστέλλεται. Η μάζα είναι ανάλογη με την ενέργεια. Η μάζα είναι ανάλογη με την καμπυλότητα του χώρου. Εδώ θα μπορούσα να αναφέρω καμιά δεκαριά παρομοίων  καθολικών εκφράσεων, για να δυσκολέψω το πρόβλημα, όμως, εγώ θα το απλουστέψω και θα σταματήσω μόνο σε αυτά. Και ξανά – η μάζα αυξάνεται, ο χρόνος παρατείνεται, ο χώρος συστέλλεται. Ελάτε??

Κανείς δεν είπε ούτε μια λέξη, και κανένα βλέμμα δεν ξεκόλλησε από τον Τραϊλάνγκ.

- Όχι? Τίποτα ακόμα?:) – ο Τραϊλάνγκ γέλασε. – Εντάξει. Δεν θυμάστε – με τι σας είχα εκπλήξει; Με το ότι ήρθα σε σας ως δρακάκι, και ξεκίνησα με τη φυσική. Τι σχέση έχει η φυσική με αυτό? Τι σχέση έχουν η πρακτική του ευθύ δρόμου; Η ΠΕΔ και  η φυσική; Πώς συνδέονται? Γιατί σπαταλήσατε τόσο χρόνο, ακούγοντας από εμένα αυτά τα πολύ απλά πράγματα; Έκανα ο, τι μπορούσα να κάνω για εσάς εδώ – στο επόμενο μου βήμα θα αναγκαστώ απλώς να σας δώσω την απάντηση. Ας πάει στο καλό η φυσική γενικώς – θα πάρουμε μόνο τρεις νόμους από αυτήν – πώς αυτοί οι νόμοι σχετίζονται με την ΠΕΔ?

Σιωπή.

- Βλέπετε,  - χαμογέλασε και πάλι ο Τραϊλάνγκ, - να τη θυμάστε αυτή τη στιγμή – σας λέω κάτι, που έχει φανταστική σημασία, εκτός από αυτό, σας το λέω με το συγκείμενο, το οποίο ολοφάνερα φωνάζει για το πράγμα, στο οποίο εγώ προσπαθώ να σας φέρω. Και μάταια. Είσαστε σαν τα τυφλά γατάκια. Να τη θυμάστε αυτή τη στιγμή,  επειδή αυτό θα σας επιτρέψει να βιώσετε έναν ιδιαίτερα δυνατό θαυμασμό για τον άνθρωπο, που κατάφερε να κάνει αυτή την επική ανακάλυψη, μπόρεσε να δει, να καταλάβει, να σχετίσει και να κάνει το πρώτο βήμα, και φυσικά, πολύ περισσότερο από αυτό…εννοώ τον Μποντχ, φυσικά. Όλοι ξέρετε, ότι ο Μπόντχι δημιούργησε την ΠΕΔ. Από μόνο του είναι κάτι αδιανόητο, που προκαλεί σε μένα, για παράδειγμα, μια μόνιμη έκπληξη. Ποτέ πριν από αυτόν κανείς δεν δημιούργησε ένα έργο, που να πλησίαζε το δικό του έστω ελάχιστα στη σημαντικότητα, πληρότητα, τελειότητα και πρακτική λειτουργία. Είναι λες και κάποιος  κάτοικος της αρχαίας Ρώμης έκτισε ένα οθονοπλάνο. Όμως, εσείς δεν ξέρετε – ο Τραϊλάνγκ πήρε μια μακριά παύση και κοίταξε το κοινό, - δεν ξέρετε, μα τώρα θα μάθετε, ότι ο Μποντχ δημιούργησε και κάτι ακόμα, εκτός από τον Δρόμο προς τις φωτισμένες αντιλήψεις. Έχει ενδιαφέρον?:)

Σιωπή.

- Ωραία, τότε σας δίνω την απάντηση. Η απάντηση, που ήταν η αρχή των φανταστικών ανακαλύψεων, σε σύγκριση με τις οποίες τα δικά σας ταξίδια στα συνειδητοποιημένα οράματα – είναι ένα παιχνιδάκι στην παιδική χαρά.

Ο Τραϊλάνγκ σώπασε για λίγο, κρατώντας την παύση για άλλη μια φορά, και μετά ρώτησε με μια πονηρή φωνή.

- Θα ήθελα να μου πείτε – αν εσείς, μελετώντας την πρακτική του ευθύ δρόμου, και επίσης παρατηρώντας τους έμπειρους πρακτικούς – ας πάρουμε έστω τον Τόμας ή τον Τσοκ για παράδειγμα – είχατε παρατηρήσει ποτέ κάτι, που να επίσης να είχε σχέση με την επιβράδυνση της ροής του χρόνου?

Η νέα παύση δεν κράτησε περισσότερα από δυο δευτερόλεπτα, όταν κάποιος φώναξε από τη θέση του: «η επιβράδυνση του γήρανσης!».

- Ο! – ο Τραϊλάνγκ ύψωσε το χέρι του. – Η επιβράδυνση της γήρανσης. Τέλεια. Ας αναρωτηθούμε – αν αυτό είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός? Και απαντάμε – ναι, είναι αναμφισβήτητο. Κοιτάξτε εμένα –στέκομαι εδώ, μπροστά σας – το πρόσωπο, το σώμα μου. Μπορείτε να με εξετάσετε και να με πιάσετε, αλλά γενικώς δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο – ανάμεσα σας υπάρχουν ήδη πολλοί άνθρωποι, που ζουν για εκατοντάδες χρόνια και δεν σκοπεύουν να γεράσουν. Τα σώματα και πρόσωπα τους, αν και δείχνουν διαφορετική ηλικία - ας πάρουμε τον Τόμας – ποιος από τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα θα του έδινε παραπάνω από πενήντα? Ο καθένας σας  δεν τα έχει απλώς ακουστά, αλλά γνωρίζει από τη δική του εμπειρία – οι φωτισμένες αντιλήψεις, - ειδικά σε μεγάλες ποσότητες, ειδικά εκστατικής ποιότητας, - είναι ασύμβατες με τις αρρώστιες,  και εκτός από αυτό, σταματάνε, ή τουλάχιστον, επιβραδύνουν πάρα πολύ σημαντικά τη διαδικασία της γήρανσης. Αυτό είναι ένα γεγονός,  το οποίο στην δική μας εποχή μπορεί  να απορριφθεί μάλλον μόνο από τους  ανθρώπους των Κάτω Περιοχών. Οι φωτισμένες αντιλήψεις σταματάνε, και πολύ σημαντικά κιόλας, τις διαδικασίες γήρανσης – επανέλαβε αργά εκείνος. – Η γήρανση επιβραδύνεται. Και τι σημαίνει αυτό? Η λειτουργία των φυσιολογικών, στην ουσία – χημικών, άρα – και φυσικών διαδικασιών – ε-πι-βρα-δύ-νε-ται. Μιλώντας διαφορετικά – επιβραδύνει ο χρόνος.

Σιωπή στην αίθουσα.

- Ο, όταν θα το πιάσετε, πιθανόν να παγώσετε, σαν αγάλματα, ή θα αρχίσετε να ουρλιάζετε ίσως, σαν τρελοί, ή να γελάτε, ή να τραβάτε τα μαλλιά σας – εγώ, για παράδειγμα, στον δικό μου καιρό, έπεσα στην πλάτη μου και χτυπούσα τις οπλές μου, φωνάζοντας «όχι, ρε γαμώτο, δεν μπορώ!!»

Ο Τραϊλάνγκ σηκώθηκε και άρχιζε να βηματίζει.

- Ο χρόνος στον ρελατιβιστικό κόσμο επιβραδύνει. Ο χρόνος επιβραδύνει με τις δυνατές ΦΑ. Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα – τόσο πιο πολύ αργά κυλάει ο χρόνος. Όσο μεγαλύτερη είναι η πυκνότητα, εντατικότητα, βάθος των φωτισμένων αντιλήψεων – τόσο περισσότερο επιβραδύνει και η γήρανση, δηλαδή, επιβραδύνεται ο χρόνος. Και τώρα η υπόθεση, η οποία με το βαθμό της ηλιθιότητας της μπορεί να ανταγωνιστεί μάλλον μόνο τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν: «οι φωτισμένες αντιλήψεις μεταμορφώνουν την ύλη, από την οποία αποτελείται ο άνθρωπος ή, μιλώντας διαφορετικά – τον μεταφέρουν σε μια τέτοια πραγματικότητα, οπίου ισχύουν όλοι η μερικοί νόμοι, χαρακτηριστικοί για τον ρελατιβιστικό κόσμο». Τώρα μπορείτε να ουρλιάζετε, να κουνάτε τις οπλές σας, να μαλώσετε ή να κλάψετε, να σηκώσετε τους ώμους σας ή να ανταλλάξετε χειραψίες, ενώ εγώ θα πάω να κατουρήσω, και μετά θα επιστρέψω, και θα σας πω, τι βγαίνει από όλα τα αυτά. Και πιστέψτε με – ένας διάολος ξέρει - πόσα πράγματα βγαίνουν!

 

 

 



<< Back Forward >>