Ť Μάγια ť

Τόμος 2: Ť Προέλευση των ειδών ť

Κεφάλαιο 27


Η Τόρα κατέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, και για παν ενδεχόμενο άγγιξε με δάχτυλο το μόνιτορ— στην οθόνη εμφανίστηκε ειδοποίηση για ένα εισερχόμενο μήνυμα. Από τον Μπράις; Η νύστα, που ένιωθε πριν ήταν αρκετά επίμονη, όμως, χάθηκε εντελώς, μόλις η κοπέλα διάβασε γρήγορα μερικές αράδες από το γράμμα.

 

ŤΧτες ήταν η τελευταία μέρα των καταδύσεων — εννοώ το σκούμπα-δάιβινγκ, με στολή:) – τα παιδιά από την παλιά μου ομάδα μαζεύτηκαν στο Μαυρίκιο, ήθελα να είμαι μέσα στα πράγματα, να τ` ακούσω από πρώτους, και να κάνω μερικές καταδύσεις κιόλας. Θυμάσαι την αδυναμία μου για τον βαθύ αέρα — με προσελκύει η μάχη σε αυτό — πρέπει να προσέχεις δέκα πράγματα ταυτόχρονα — να υπολογίζεις το επίπεδο της δηλητηρίασης με άζωτο, την ποσότητα του οξυγόνου για την κατάδυση και επιστροφή, να ελέγχεις την ασταθή συνείδηση, το βάθος, την ανάσα σου – να είναι κλασματική η εκπνοή λόγο οικονομίας του οξυγόνου, η αναπνοή πρέπει να είναι αρκετά βαθιά για να διατηρεί τη ροή του οξυγόνου προς τον εγκέφαλο, όμως, όχι υπερβολικά βαθιά για να μην πάθεις δηλητηρίαση με άζωτο — μοιάζει με γρήγορο σκάκι. Η πρώτη κατάδυση σήμερα ήταν κανονική, ενώ στην δεύτερη πήγα μόνος μου. Τρεις μέρες πριν είχα βουτήξει στα ογδόντα μέτρα — η συνείδηση μειωνόταν λιγάκι — έως 9, δηλαδή, ήταν άριστη. Σήμερα αποφάσισα να πάω πιο βαθιά, σύμφωνα με διάθεση, που θα είχα. Για κάποιο λόγο υπήρξαν μόνο 190 bar στη φιάλη, όμως, βαριόμουν να επιστρέψω, γι` αυτό αποφάσισα να μην καταδυθώ με τον συνηθισμένο τρόπο — συνήθως κατεβαίνω με το κεφάλι προς τα κάτω, βοηθώντας με βατραχοπέδιλα, για σαράντα με πενήντα μέτρα μόνο, και μετά γυρίζω με το κεφάλι προς τα πάνω και συνεχίζω ήρεμα περαιτέρω. Αυτή τη φορά αποφάσισα να πηγαίνω με τα βατραχοπέδιλα μέχρι το τέλος και να καταδυθώ με το κεφάλι προς τα κάτω. Στα 90 περίπου μέτρα εμφανίστηκαν προβλήματα με το φύσημα των αυτιών — συνήθως δεν το χρειάζομαι καν — απλώς κάνω το Ťτρίξιμο στ` αυτιάť, η πίεση ρυθμίζεται μόνη της — ενώ εδώ αναγκάστηκα να κλείσω τη μύτη μου και να συγκεκριμένα να φυσήξω. Σε αυτό το βάθος ο αέρας είναι πάρα πολύ πυκνός, η αναπνοή δύσκολη, ειδικά με το κεφάλι προς τα κάτω — όταν φυσάς τα αυτιά σου, η αναπνοή μπερδεύεται, νιώθεις ένταση — βασικά, ήταν λάθος μου να πάω μέχρι τέλος με κάτω το κεφάλι. Κατέβηκα στα εκατό μέτρα σε τέσσερα λεπτά! Η συνείδηση μειώθηκε στα πέντε — υποφερτό, κατέβηκα και άλλο. Στα 105 μέτρα κατάλαβα, ότι μάλλον, κάνω μεγάλο λάθος - αφού έχοντας μόνο μια κατάδυση στα 80 μέτρα αυτή την εβδομάδα, το να πηγαίνω σε αυτό το βάθος είναι πολύ επικίνδυνο, και με την μπερδεμένη αναπνοή κιόλας. Κατάλαβα ακόμα, ότι αν και ήμουν σχετικά καλά στα εκατό μέτρα, δεν θα μείνω εκεί για πέντε δευτερόλεπτα, όπως συνήθως, αλλά ουσιαστικά για πολύ περισσότερα. Στα 105 μέτρα η συνείδηση μειώθηκε έως δυο, και ένιωσα, πως ακόμα λίγο — και θα χρειαστεί να παλέψω με όλες τις δυνάμεις. Αμέσως ξεκίνησα την άνοδο, και μου φάνηκε, πως κολυμπάω πάνω πολλή ώρα, ενώ το βάθος σύμφωνα με τον υπολογιστή, έδειχνε ακόμα περισσότερο από εκατό. Εμφανίστηκε αίσθηση απομάκρυνσης από το σώμα — όλες οι σωματικές αισθήσεις βρίσκονται κάπου μακριά στην περιφέρεια, σχεδόν σταμάτησα να αντιλαμβάνομαι — που βρίσκομαι και τι κάνω, όπως και να έχει, ούτε για μια στιγμή η συνείδηση δεν χάθηκε εντελώς— άρχισα να κουνάω δυνατά τα χέρια μου — αυτό καταναλώνει το οξυγόνο, αλλά βοηθάει να επαναφέρεις τις αισθήσεις του σώματος.

Η μάχη για τη διατήρηση της συνείδησης επέστρεψε στο κανονικό επίπεδο του ρίσκου κοντά στα 90 μέτρα — η συνείδηση ήταν έως 3-4, και νόμιζα, πως όλα είναι καλά, όταν ξαφνικά συνέβησαν δυο πράγματα:

1) σταμάτησα να καταλαβαίνω — αν έχω τη συνείδηση μου, ή όχι. Δύσκολο να το περιγράψω. Από τη μια μεριά — ξέρω, πως αν δεν καταλαβαίνω κάτι, αυτό εξ` ορισμού σημαίνει, πως έχω τη συνείδηση μου, ενώ από την άλλη — τι, αν εγώ βρίσκομαι τώρα σε μια τέτοια Ťσυνείδησηť, στην οποία θα παρατήσω τα πάντα και θα κολυμπήσω προς μια λαμπερή άβυσσο? Ποιο είναι το κριτήριο — αν εγώ πράγματι ελέγχω τον εαυτό μου? Η παραμιλάω? Και αν εγώ αποφασίσω, πως κοιμάμαι τώρα — μπορώ να παρατήσω τα πάντα και να ασχοληθώ με διάφορες βλακείες – μιας και είναι μόνο ένα όνειρο, δεν υπάρχει κίνδυνος — και εννοείται, πως θα πεθάνω. Για πολύ καιρό δεν καταλάβαινα — αν κοιμάμαι ή όχι, και αποφάσισα - θα σκέφτομαι μέχρι το τέλος, ότι δεν κοιμάμαι, για να εξασφαλίσω την επιβίωση μου.

2) κάτι συνέβη με τον μορφοτροπέα — αυτό ήταν εντελώς απρόσμενο. Ξαφνικά σταμάτησε να μπαίνει το οξυγόνο — έτσι γίνεται, όταν τελειώνει ο αέρας μέσα στη φιάλη — το ρουφάς με δύναμη, μα από εκεί φτάνει μόνο μικρή ποσότητα, και τέλος. Κοιτάζω τον υπολογιστή — βάθος 90 μέτρα. Δεν μπορείς να αναδυθείς από τέτοιο βάθος χωρίς αποσυμπίεση - το μόνο που θα ανέβει, θα είναι ένα φουσκωμένο πτώμα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση — από δέκα μέτρα μπορείς ακόμα να ανέβεις χωρίς αέρα, μπορείς και από δεκαπέντε, αν πεισμώσεις, από ενενήντα, όμως... πώς τελείωσε ο αέρας? Ένας θεός ξέρει — ίσως να είχα χάσει τελικά τη συνείδηση μου και κολύμπησα περισσότερη ώρα, απ ότι νόμιζα — ενώ εδώ, στα εκατό πέντε μέτρα, ο αέρας είναι έντεκα φορές πιο πυκνός, είναι σχεδόν ρευστός πια, άρα, εξαντλείται  έντεκα φορές πιο γρήγορα, απ` ότι στην επιφάνεια - μάλλον, εκεί έμεινα μερικά λεπτά σε σύγχυση, έτσι χάθηκε ο αέρας. Κοιτάζω τον υπολογιστή — δείχνει σαράντα λεπτά αναγκαστικής αποσυμπίεσης. Είναι πολλά, αφού είμαι στο βάθος ενενήντα μέτρων ...

Τότε κατάλαβα με απόλυτη, ολοκληρωτική σαφήνεια, ότι μάλλον, αυτό ήταν — το παιχνίδι τελείωσε για μένα.

Δεν σκέφτηκα να κοιτάξω στον δείκτη του αέρα — η συνείδηση μου δεν ήταν ξεκάθαρη, και γενικώς δεν είχα χρόνο για αυτό — προσπαθούσα να ρουφήξω από τον μορφοτροπέα τα υπολείμματα του αέρα, και σταμάτησα να ανεβαίνω - ούτως η αλλιώς δεν είχε νόημα, συγκεντρώθηκα στο ρούφηγμα, άρχισα να ανασαίνω πιο ήρεμα, και ο αέρας άρχισε να βγαίνει σιγά-σιγά... Κάπου στα εβδομήντα μέτρα η ροή του αέρα επανήλθε, κοίταξα στον δείκτη του — υπήρξε οξυγόνο, όμως, μόνο 50 bar. Η προσπάθεια να εξοικονομήσω αέρα, βουτώντας με το κεφάλι προς τα κάτω, έπαιξε ύπουλο παιχνίδι μαζί μου — σαν αποτέλεσμα του σφάλματος άρχισα να αναπνέω πιο πολύ, συν όσο ξεμπέρδευα με την μείωση της ροής του αέρα, αναγκάστηκα να επαναφέρω την αναπνοή μου ξανά, επειδή όταν εγώ ρούφαγα, μέσα στον μορφοτροπέα άρχισε να περνάει νερό — κατάπια λίγο, και αυτόματα ήρθε ο βήχας — και όσο εγώ έβηχα, σπαταλούσα και πάλι τον πολύτιμο αέρα.

Έτσι τελικά αναγκάστηκα να καθίσω σαράντα λεπτά με 40 bar — ταυτόχρονα με την άνοδο — σταδιακά έφτασα στα τρία μέτρα, σύμφωνα με τις ενδείξεις του υπολογιστή, ξάπλωσα δίπλα στα κοράλλια, γαντζώθηκα και έπαψα τις ζωτικές δραστηριότητες, όμως και πάλι ο αέρας τελείωσε, όταν χρειαζόμουν άλλα εφτά λεπτά αποσυμπίεσης — δεν είχε σημασία, το πιο σημαντικό είναι, ότι εγώ επιβίωσα!

Λοιπόν, παραλίγο να τερματίσω με αυτόν τον τρόπο την καλλιτεχνική μου καριέρα:). Δεν είχα φόβο σχεδόν καθόλου — υπήρξε κάποια ψυχρή, λυπητερή έκπληξη - ήρθε ο θάνατος! Αποφάσισα να τελειώνω με βαθύ αέρα — οι καταδύσεις τέτοιου είδους στα βάθη, μεγαλύτερα των εκατό μέτρων, με συμπιεσμένο αέρα είναι επικίνδυνες — οποιοδήποτε τεχνικό σφάλμα μπορεί να αποβεί μοιραίο, ειδικά με τόσο περιορισμένο επίπεδο της συνείδησης.ť

 

Σε αυτό το σημείο η Τόρα σταμάτησε να διαβάζει και μπήκε σε σκέψεις. Οι καταδύσεις του Μπράις σε τέτοια βάθη με συμπιεσμένο αέρα, και μοναχικές κιόλας, πάντα προκαλούσαν αντιφατικές επιθυμίες μέσα της. Στην αρχή ήθελε να απαντήσει αυτόματα Ťμην το κάνεις αυτό, αφού είναι τόσο επικίνδυνοť (φαίνεται η πολυετή πείρα συνύπαρξης με μαμά, μπαμπά και διάφορους άλλους νεκρωτικούς μηχανισμούς). Και μετά θυμόταν, ότι ο ίδιος τις έλεγε για αυτά — για τις μεταφορές στους κόσμους των συνειδητοποιημένων οραμάτων, ενσωματώσεις των αντιλήψεων, επισκέψεις στα κάθετα-προσανατολισμένα σύμπαντα — όλες αυτές είναι στην ουσία τόσο ελάχιστα μελετημένες διαδικασίες, ότι, πρώτον, η αίσθηση του ρίσκου μειώνεται επικίνδυνα, και εκτός από αυτό — εξασκώντας τη συγκράτηση του έλεγχου υπό πραγματικές συνθήκες μάχης, εκείνος αισθάνεται πιο σίγουρος στις μεταφορές ανάμεσα στα σύμπαντα, στις ενσωματώσεις ολόκληρων δεσμίδων των αντιλήψεων. Ακόμα, αυτό τον κάνει πιο σίγουρο, πως αν συναντήσει κάποιο άγνωστο μέχρι στιγμής τύπο διάστασης, με μεγαλύτερη πιθανότητα θα διατηρήσει την συνείδηση του και παρά το οτιδήποτε θα μπορέσει να επιστρέψει πίσω. Ο κίνδυνος υπάρχει και εδώ, και εκεί. Αργότερα περνούσε επίσης η σκέψη Ťμα γιατί να πάει μόνος του, αφού μπορεί να βουτήξει υπό επιτήρηση και με ασφάλειαť - και αυτό ήταν καθαρά αυτόματο κλώσημα, εφόσον η Τόρα καταλάβαινε και χωρίς εξηγήσεις - η ασφάλεια χρειάζεται, αν δηλητηριαστείς με την ανάγκη να ξεπερνάς τα παλιά ρεκόρ και να απολαμβάνεις την υπεροχή σου. Τότε, βέβαια, όπως και στο οποιοδήποτε άθλημα, κάθε είδος σπορ — αυτό το κακοήθη όγκο του παρελθόντος, που δηλητηρίαζε όλη την απόλαυση της φυσικής δραστηριότητας επί χιλιετίες, - αδύνατον να παραμελήσεις την ασφάλεια. Ο Μπράις, όμως, είχε ως στόχο ορισμένα την εκπαίδευση υπό πραγματικές συνθήκες του πραγματικού κίνδυνου, για να αποκτήσει ακόμα και τη δεξιότητα της υπερνίκησης του φυσιολογικού φόβου, αφύσικης ταραχής, και των φανταστικών αρνητικών συναισθημάτων, επιδεινωμένων με έλλειψη οξυγόνου και δηλητηρίαση με άζωτο, όπως ο φόβος της μοναξιάς, ξαφνικά επιτιθέμενης επώδυνης εγκατάλειψης, απάθειας και άλλης σαβούρας, η οποία εντοπίζεται και απομακρύνεται εύκολα με την ξεκάθαρη συνείδηση, και βγαίνει από κρυφές γωνίες, όταν η συνείδηση είναι θολή. Η καταγωγή του Μπράις, όπως και της Τόρας, ήταν επίσης από τον Ťγκρίζο κόσμοť - έτσι μεταξύ τους ονόμαζαν τις οικογένειες, οι οποίες αν και ζούσαν στην ίδια περιοχή με τους πρακτικούς, κρατούσαν τις αποστάσεις και έμειναν απομονωμένοι, διατηρώντας πολλές θεωρίες από το παρελθόν, συνεχίζοντας την καλλιέργεια πολλών αρνητικών συναισθημάτων. Έτσι — όπως και αυτή — ο Μπράις έχει μεγάλο απόθεμα με διάφορες βλακείες, το οποίο χρειάζεται να απομακρυνθεί μέσο προσεκτικής και μακροχρόνιας συναισθηματικής λείανσης — ως εκ τούτου και η αυξημένη τάση προς τα αρνητικά συναισθήματα την ώρα των μεταφορών, και η ανάγκη για τις πρακτικές, όπως οι καταδύσεις με βαθύ αέρα... και πάλι, αυτά είναι υπερβολικά επικίνδυνα. Αναγνωρίζοντας όλα τα οφέλη, τα οποία θα μπορούσε να βγάλει από μια τέτοια εμπειρία, η ίδια ποτέ δεν είχε τολμήσει να το κάνει. Μερικές φορές - παρέα με τους άλλους — η Τόρα βουτούσε στο βάθος μέχρι και εβδομήντα μέτρων, μα όχι παραπάνω — παραείναι επικίνδυνο, και το πιο βασικό — δεν είναι απαραίτητο. Οι έντονες φωτισμένες αντιλήψεις προσφέρουν ακόμα πιο πλήρη αποτέλεσμα, αν και όχι τόσο γρήγορα, διότι για να αυξήσεις σημαντικά τον όγκο των ΦΑ, απαιτούνται οι επιθέσεις της ειλικρίνειας, και από που να βρεθούν εδώ και τώρα αρκετές επιθυμίες για τέτοια επίθεση — αυτό είναι ένα αιώνιο ερώτημα, που μέχρι στιγμής έχει μόνο μια απάντηση - να εκτελείς τις γνωστές σε όλους πρακτικές, οι οποίες αυξάνουν την πιθανότητα για την διεκπεραίωση μιας νέας επίθεσης. Οι κομάντος το κάνουν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, εφαρμόζοντας τις πιο αποτελεσματικές μεθόδους — όμως, για να γίνεις κομάντος, πρέπει να είσαι έτοιμος να ζήσεις μια τέτοια ζωή, απολαμβάνοντας τη μάχη - και πρέπει να δουλέψεις αρκετά, για να φτάσεις σε αυτό.

Η Τόρα επέστρεψε στο γράμμα.

 

ŤΈπειτα από λήψη αυτής της απόφασης εμφανίστηκε ακλόνητη επιθυμία να συνεχίσω την επίτευξη του ίδιου στόχου με τον πιο άμεσο τρόπο — δημιουργώντας τις ΦΑ, και να σταματήσω να παίζω στοίχημα με τη ζωή μου για χάρη της στιγμιαίας προόδου. Έτσι, η εμφανιζόμενη κατάσταση, απειλητική για τη ζωή, και απόφαση να παραιτηθώ από τέτοιου είδους πειράματα οδήγησαν ακούσια στην δυνατότητα εκτέλεσης της εφόδου. Άφησα στην άκρη τα πάντα και άρχισα να εκτελώ τις προσπάθειες της συμπύκνωσης. Με ιδιαίτερη προσοχή εξετάζω τις αντιλήψεις, καταπολεμώ τις χαοτικές αποσπάσεις. Πετυχαίνω τη συμπύκνωση. Σαν αποτέλεσμα σήμερα είχα σχεδόν μόνιμο και αρκετά έντονο — για 7-8 — φωτισμένο φόντο μέσα στο στήθος — σε αυτό ανακατεύτηκαν και απόλαυση, και Ťλιώσιμοť - στην περιοχή του θώρακα, με διάμετρο περίπου τριάντα εκατοστά, συνέβαινε κάτι παράξενο. Όσο πιο δραστική είναι η συμπύκνωση της ενθύμησης για την πρακτική, για τις ΦΑ — τόσο πιο έντονη είναι αυτή η αίσθηση. Συχνά εμφανίζεται η μηχανική επιθυμία να μειωθεί η πίεση, αλλά αμέσως έρχεται η σαφήνεια — το να Ťξεκουραστείςť - σημαίνει να επιστρέψεις στην μισοπεθαμένη κατάσταση. Σε αυτή την κατάσταση έντονου Ťλιωσίματοςť, Ťκαύσηςť νιώθω τον εαυτό μου ιδιαίτερα ζωντανό. Συνεχίζω τη διαδικασία, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να με σταματήσει κάτι. Νιώθω ακλόνητη αποφασιστικότητα να αυξάνω την πυκνότητα της ενθύμησης για την πρακτική και επιδίωξη των ΦΑ, ακόμα και αν το σώμα μου θα δυσκολευτεί πάρα πολύ. Ανάμεσα σε αυτά, με τα οποία εγώ ασχολούμαι κατά τη συμπύκνωση — θέλω να σταματήσω να είμαι Ťο εαυτός μουť - θέλω να εμφανιστούν σε αυτό το μέρος οι αντιλήψεις του Μπόντχι — φαντάζομαι τον εαυτό μου, σαν να ήμουν εκείνος — δεν υπάρχει τίποτε πιο χαρούμενο, απ` ότι η σκέψη για το ότι εγώ θέλω να έρθουν στο δικό μου μέρος οι αντιλήψεις από τον δικό του. Δεν υπάρχει δισταγμός, ούτε αμφιβολίες — μια παράξενη κατάσταση — δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, εκτός από την αδράνεια — και όμως, την συνθλίβω με τη βοήθεια της συμπύκνωσης της ενθύμησης, με τη συγκέντρωση στον στόχο, και αυτή υποχωρεί. Η σκέψη Ťδεν θα με σταματήσει τίποτα τώραť έχει αντίκτυπο με αυτή την κατάσταση, χωρίς τον παρασιτικό ενθουσιασμό, είναι μια χαρούμενα-ήρεμη κατανόηση, κανένα χαζό-θετικό συναίσθημα, καμία αυταρέσκεια. Κουβαλάω μαζί μου το βιβλίο της Σονόρας για τον Μπόντχι — διαβάζω τα αποσπάσματα, όποια τύχει. Αναδύονται οι απόηχοι αυτού, που είχα ζήσει με τούτο το βιβλίο— εκδόθηκε σαν παλαιωμένο, είχε σχεδόν κατεστραμμένο περίβλημα, είναι φθαρμένο και χιλιοδιαβασμένο, αλλά δεν θέλω να το ανταλλάξω με ένα καινούριο — έτσι εμφανίζεται πιο εύκολα ο αντίκτυπος, αφού είναι το πρώτο βιβλίο, το οποίο βρήκα, όταν ήμουν έφηβος ακόμα, βγαίνοντας πρώτη φορά έξω από την φροντίδα των γονιών μου για τόσο καιρό. Έκανα ένα ταξίδι στη λίμνη Μπαϊκάλ, παράτησα την ομάδα μου και την έκανα για το Σβιατόι Νος, όπου παραλίγο να πνίγω στους βάλτους και στην κινούμενη άμμο στην προσπάθεια μου να περάσω στην ανατολική ακτή, και μετά συνάντησα τις μουσούδες, βίωσα την σκυλίσια αφοσίωση για αυτούς, και τους έπεισα να με πάρουν μαζί στη βάση, που εκείνοι είχαν στα Ουσκάνια νησιά. Τότε η λέξη ŤΜπόντχιť προκάλεσε μέσα μου μια πολύ παράξενη ανταπόκριση — δεν ήξερα απολύτως τίποτα για εκείνον, εντελώς τίποτα, και όμως, όταν άκουσα το όνομα του για πρώτη φορά, κάτι καρφώθηκε μέσα μου, με άγγιξε κάπως ακατανόητα βαθιά. Σαν να με Ťσταμάτησεť αυτή η λέξη. Ο κόσμος έπαψε να γυρίζει και μετά, φυσικά, άρχισε να περιστρέφεται ξανά. Βρήκα κάποιο ηλίθιο βιβλίο για εκείνον — δεν είχαν άλλο στη βιβλιοθήκη του χωριού μας, αλλά αυτό, που διάβασα, με άφησε αδιάφορο – επιπλέον, το βιβλίο είχε στο εξώφυλλο κάποια απεικόνιση του Μπόντχι, όπου τον ζωγράφισαν βαρυσήμαντο, υπεροπτικό, σχεδόν αυθάδη. Και το κείμενο ήταν γλυκανάλατο, μαλακία, δηλαδή. Έχασα το ενδιαφέρον μου για τον Μπόντχι, και όμως, παρά την αντιμετώπιση μου, η λέξη αυτή συνέχιζε να ανταποκρίνεται με μια παράξενη φλόγα, σαν να με τραβούσε, έπαιρνα ξανά το βιβλίο εκείνο και ένοιωσα την πλήρη απόρριψη πάλι. Μετά υπέθεσα, ότι υπάρχει πιθανότητα να φταίει η βαρετή προσωπικότητα του συγγραφέα για το ότι είναι τόσο αδιάφορο το βιβλίο, και εντελώς τυχαία έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο της Σονόρας — ήθελα να το διαβάσω και το πήρα μαζί μου στο Μπαϊκάλ. Άρχισα να διαβάζω, όταν μαζί με την ομάδα φτάσαμε στην κοιλάδα του Αρσάν, εγκατασταθήκαμε σε έναν μικρό ξενώνα και πηγαίναμε βόλτα στα βουνά και στους καταρράκτες. Το βιβλίο σχεδόν κυριολεκτικά με έριξε από τα πόδια μου. Η παλιά ζωή τελείωσε. Βίωνα απίστευτα δυνατές κρίσεις εκείνης της ευδαιμονίας, οι κυματισμοί της οποίας με έπιαναν για μερικά δευτερόλεπτα, όταν ήμουν παιδί — τώρα όμως, κάτι άναψε, και έλαμπε μερικές φορές την ημέρα, κράταγε από τριάντα λεπτά έως μια ώρα – μέχρι να αισθανθώ πόνο στο κορμί μου. Ακριβώς τότε αποφάσισα — όποιο δρόμο της αυτοβελτίωσης και να επιλέξω, οπωσδήποτε θέλω να απομακρύνω τα αρνητικά συναισθήματα, και με αυτά δεν θέλω να πάω καν στη συνάντηση με τον θιβετιανό λάμα της Μπουριάτ, όπου προσπαθούσαν να μας πάνε ομαδικώς με πρόφαση της πολιτιστικής εκπαίδευσης.

Και όταν πετούσα με το οθονοπλάνο από το Ιρκούτσκ στη Ζυρίχη, αφού πέρασα δυο μήνες με τις μουσούδες, όντας πλέον διαφορετικός άνθρωπος, που πάει στο σχολείο των Ťσκαντζόχοιρωνť, βιώνει την έξαρση της προσμονής για 20, και δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά Ťσπίτι τουť, στην σαχλή γκρίζα ζωή των βαρετών γκρίζων ανθρώπων, έφτανα στο τέλος αυτού του βιβλίου, και αυτές οι δυο -τρεις ώρες μέσα στο οθονοπλάνο ήταν η πιο σημαντική εποχή της ζωής μου — δύσκολο να περιγράψω, πως ήταν — γύρω μου άναβε ο ήλιος — σε όλα, στο όχημα, στους επιβάτες, στον ουρανό έξω από το παράθυρο — τα πάντα εξέπεμπαν τη λάμψη, σαν να έγιναν όλα ένας ήλιος, και εγώ ο ίδιος μετατράπηκα σε αυτόν. Γύρισα προς το παράθυρο, και υποκρίθηκα, πως έχω απορροφηθεί πολύ με το βιβλίο, επειδή από τα μάτια μου έσταζαν δάκρυα και δεν μπορούσα να τα σταματήσω – ο Μπόντχι έγινε τα πάντα για μένα. Αργότερα, βέβαια, επανήλθε η καθημερινότητα, επέστρεψα και εγώ στην συνηθισμένη κατάσταση. Αυτό συνέβαινε μερικές φορές ακόμα, πιο μετά — όταν πέταξα να δω τα Καρπάθια, τους παλιούς οικισμούς των γκουτσούλ (θέλησα κάποια στιγμή να πάω σε ένα εντελώς άγνωστο μέρος, και να περπατήσω στα χαμηλά βουνά), πήρα μαζί μου το βιβλίο ξανά, και ξαφνικά τα πάντα επαναλήφθηκαν. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και άλλες δυο ή τρεις φορές, δεν θυμάμαι ακριβώς και δεν θέλω να θυμηθώ τώρα — τότε δεν τα θυμόμουν, επειδή ταυτόχρονα καταλάβαινα με μια ιδιαίτερη σαφήνεια, ότι είμαι ένα πτώμα, ότι η ζωή μου — δεν είναι ζωή, είναι χειρότερη από το θάνατο, και τώρα δεν θέλω να τα θυμηθώ, επειδή η ζωή μου είναι ασφυκτικά γεμάτη, θέλω να συνεχίσω να επιμένω με τη συμπύκνωση μου και να μην αποσπαστώ ούτε για αυτές τις αναμνήσεις.

Τότε βίωσα για πρώτη φορά — τι είναι η απόλυτη αυταπάρνηση, για εκατό, για διακόσια, μέχρι τέλος, μέχρι ολοκληρωτικής αδυναμίας. Ιδιαίτερα δυνατά — στο σημείο του ανυπόφορου — βίωνα αυτή την εκστατική αυταπάρνηση, όσο διάβαζα για το πόσο πολύ αφοσιωμένα στον Μπόντχι ήταν τα δρακάκια του – όταν διαβάζω για το πόσο ειλικρινά, και απόλυτα ήταν αφοσιωμένα σε αυτόν, νιώθω το ίδιο για αυτά, που ένιωθα για τον Μπόντχι — όλοι αυτοί γίνονται για μένα ένα. ť

 

Όσο η Τόρα διάβαζε, ήρθαν ακόμα μερικές απαντήσεις για το γράμμα του Μπράις, και τότε εκείνη θυμήθηκε — στο τηλεχειριστήριο υπήρξε η ένδειξη της επείγουσας κλήσης! Γαμώτο… Η Τόρα έτρεξε πάνω, έπιασε το χειριστήριο, άνοιξε τις εισερχόμενες κλήσεις, όμως, το σινιάλο είχε σβήσει, άρα, το ζήτημα δεν ήταν πια επίκαιρο. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να την αναζητήσει? Τι ήταν το τόσο επείγον, και γιατί αυτός, που έστειλε το σήμα, το διέγραψε εντελώς, ώστε τώρα αυτή δεν μπορούσε όχι μόνο να το διαβάσει, αλλά και να δει — ποιος τη κάλεσε? Παράξενο... Εντάξει, τι να κάνει τώρα... Η κοπέλα ένιωθε νυσταγμένη ξανά, και κατέβηκε για άλλη μια φορά τη σκάλα, παρατηρώντας, ότι ο Βάϊγιου, που συνέχιζε να μασάει το σάντουιτς, μαζεύτηκε ολοφάνερα, όταν εκείνη έφτασε κοντά του. Ναι, πρέπει να περάσει καιρός — απαιτείται χρόνος και προσπάθειες, για να ξεκαθαρίσεις με αυτά τα κόμπλεξ... Η Τόρα έσπρωξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, και μια ψύχρα πέρασε τη ράχη της — κάτι μαλακό εμπόδιζε την πόρτα!

Τα γεγονότα, που ακολούθησαν, μαζεύονταν και στοιβάζονταν μεταξύ τους με απειλητική ταχύτητα και πυκνότητα. Βρίσκοντας τον λιπόθυμο Βάϊγιου, η Τόρα, φυσικά, παραξενεύτηκε, όμως, το γεγονός αυτό δεν έβγαινε από τα όρια των λίγο-πολύ κατανοητών πραγμάτων — ο άνθρωπος μπήκε στο σπίτι και λιποθύμησε - τίποτε το εξωφρενικό. Αλλά όταν κάτι μαλακό εμπόδισε ΞΑΝΑ την πόρτα... Η Τόρα ΗΤΑΝ στο δωμάτιο αυτό μόλις λίγα λεπτά πριν, και δεν υπήρχε κανένας και τίποτα εκεί! Η παραλυτική έκπληξη αντικαταστάθηκε από κρύα αποφασιστικότητα, και η Τόρα άνοιξε την πόρτα με το ζόρι, άναψε το φως, και κάθισε δίπλα από το κορμί της ξαπλωμένης κοπέλας, απορώντας με την δική της απάθεια — σαν να μην συνέβαινε και τίποτα το ασυνήθιστο. Η κοπέλα ήταν ντυμένη, ή να πούμε καλύτερα, γδυμένη ακριβώς όπως ο Βάϊγιου — γυμνό μουνάκι (τελείως άτριχο) και ποπός από τους μηρούς ως τη κοιλιά, γόνατα, καλυμμένα με μάλλον ακριβές πιθανόν  καλόγουστες  επιγονατίδες, και προστατευμένο το κάτω μέρος του προσώπου. Χωρίς πολλά-πολλά η Τόρα έβγαλε τη μάσκα από το πρόσωπο της κοπέλας.

- Φτάνει, εδώ δεν είναι εκεί, - με απειλητικό ύφος μουρμούρισε η Τόρα κάτι ασυνάρτητο. - Βάϊγιου! Έλα γρήγορα εδώ! Γρήγορα! - φώναξε εκείνη, βάζοντας τα δάχτυλα της στο λαιμό της κοπέλας, και προσπαθώντας να βρει τον παλμό. Και τον βρήκε. Από πάνω ακούστηκε η φασαρία από τα βήματα του Βάϊγιου, που έτρεχε στη σκάλα. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο, κοιτάζοντας αγρία και με σφιγμένες γροθιές, του πήρε δυο ολόκληρα δευτερόλεπτα να καταλάβει, ότι δεν απειλεί κανένας την Τόρα, μα κάτι άλλο πιθανόν να απειλεί έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο.

- Έχει παλμό. - είπε η Τόρα βιαστικά, - ας ελπίσουμε, ότι θα συνέλθει, όπως και εσύ. Δική σου η φίλη; Την ξέρεις?

Ο Βάϊγιου κοίταζε συνέχεια τα γυμνά χείλη, το μισάνοιχτο στόμα της κοπέλας, μετά χάιδεψε το πρόσωπο της και, ρίχνοντας μια κάπως καχύποπτη μάτια στη Τόρα, αβέβαια κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

- Δεν ξέρεις, δηλαδή... όμως, κάποιος άλλος, αν κρίνω σωστά, σας ξέρει αρκετά καλά.. - η Τόρα προσπάθησε να κουνήσει την κοπέλα από τον ώμο, αλλά ο Βάϊγιου απέτρεψε την κίνηση της.

- Μην τη κουνάς. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω, ότι το θυμάμαι - δεν ήθελα να με πειράζουν.

Εκείνος σήκωσε τα ποδαράκια της κοπέλας, κάθισε ανάμεσα και άγγιξε με το κεφαλάκι τη τρυπούλα της, μετά άρχισε να περνάει το πέος του ανάμεσα στα χειλάκια, να πιέζει τη κλειτορίδα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα το πουλί του άρχισε να σηκώνεται. Ο Βάϊγιου το έβαλε προσεκτικά μέσα της και ξεκίνησε να κουνάει επιδέξια τον πισινό του.

- Έτσι θα είναι καλύτερα, - μουρμούρισε εκείνος, κουνώντας το πούλι του από τη μια μεριά στην άλλη και πιάνοντας τη κοιλίτσα της. Πράγματι - σε ένα λεπτό η κοπέλα βόγκηξε, ο ποπός της πήγαινε μπροστά, και ο Βάϊγιου έβγαλε το πέος του.

Εκείνη τη στιγμή στο τηλεχειριστήριο της Τόρας άναψε ξανά το σήμα της επείγουσας κλήσης. Εκείνη το έπιασε και κάρφωσε το βλέμμα στην ολογραφική οθόνη. Η κλήση από τον Νόρτον; Αφού είναι… συμμετέχει στο Πείραμα, τι συνέβη; Ανυπόμονη, η Τόρα πάτησε λάθος κουμπί με το δάχτυλο της, και αντί να ανοίξει, το μήνυμα έκλεισε.

Βρίζοντας, η κοπέλα ενεργοποίησε ξανά το τηλεχειριστήριο. Το μήνυμα ήταν άκρως σύντομο και άκρως κατανοητό: Ťέλα αμέσως στο κέντροť.

- Εντάξει... τέλεια... - η Τόρα ένιωθε συγχυσμένη, διχασμένη. Εδώ είναι ο Βάϊγιου, το νέο κορίτσι, η κλίση από τον Νόρτον, που φυλάγεται για κάποιο λόγο, και τι θα γίνει μετά?? – Βάϊγιου…

- ?

- Θα μείνεις εδώ, να συνεφέρεις το κορίτσι, εγώ πρέπει να φύγω! Γαμώτο! Τη χειρότερη στιγμή!

- Πρέπει να φύγεις? – ξαφνικά ανησύχησε ο Βάϊγιου. – Γιατί πρέπει να φύγεις?

- Δεν ξέρω — με καλεί επειγόντως ένας άνθρωπος, που... δηλαδή, πρέπει να πάω.

Την ίδια στιγμή η κοπέλα αναστέναξε και άνοιξε τα μάτια. Το βλέμμα της ήταν θολό — όπως του Βάϊγιου, μόλις εκείνος είχε συνέλθει.

- Βάϊγιου, αργότερα με τις ερωτήσεις, ασχολήσου εσύ μαζί της, εγώ αλήθεια δεν έχω χρόνο για αυτό. - η Τόρα βγήκε στη βεράντα, και λυγίζοντας το κορμί της, σαν ένα γρήγορο φίδι πήδηξε μέσα στο νερό. Της πήρε τρία λεπτά να κολυμπήσει μέχρι την ακτή, να τρέξει μέχρι το διάφανο θόλο του κέντρου με τον αέρα να σφυρίζει στ` αυτιά της, κόβοντας τις γωνίες στο μονοπάτι, υπερπηδώντας τους ξερούς ηλιοκαμένους κορμούς, να κατεβεί, πηδώντας τρία-τρία τα σκαλιά, και να φτάσει στην πόρτα, που οδηγούσε στο ακροατήριο του εργαστηρίου. Ηρεμώντας λιγάκι την αναπνοή της, η Τόρα έβαλε την παλάμη της στο κύκλο της εισόδου, που αναβόσβηνε. Η πόρτα γλίστρησε στην άκρη υπάκουα.

- … είμαι σίγουρος — τα δελφίνια δεν έχουν καμία σχέση με αυτό.

- και ποιος έχει?

- δεν ξέρω — ποιος έχει!

- ας καταδυθεί ο Τσακ, θα βρει τον Τριξ και Μάγκνους, ξέρει, που είναι, και αυτοί μπορούν να …

- μα τι μπορούν να κάνουν και αυτοί? Τίποτα δεν μπορούν!

- Από που να το ξέρουμε — τι εκείνοι μπορούν, και τι δεν μπορούν? Βρίσκονται πολύ καιρό εκεί, όμως, - τόσο πολύ, όσο δεν έμεινε ποτέ κανείς, ίσως να έχουν νέες δεξιότητες, ιδέες.

- περιμένετε, παιδιά, αν δεν είναι τα σύμπαντα του Μέισον, όχι κάθετα-προσανατολισμένα σύμπαντα, και σίγουρα όχι τα σύμπαντα-ταινίες, μάλλον, ούτε και …

- ακριβώς Ťούτεť, Χάρβεϊ, είναι ορισμένα το Ťούτεť - ούτε το ένα, ούτε το άλλο — είναι αυτό, που εμείς ΔΕΝ γνωρίζουμε, οι θεωρίες μας είναι άχρηστες τώρα?

- και τι άλλο μπορούμε να κάνουμε ?

- και τι, ότι δεν γνωρίζουμε; Μπορούμε να ρισκάρουμε, να προσπαθήσουμε απλά με βάση την εκτίμηση των ειδικών, ή αν θέλεις, βασιζόμενοι στην προαίσθηση... τι έχουμε να χάσουμε; Ενώ όσο καθόμαστε εδώ και προσπαθούμε να φωνάξουμε ένας δυνατότερα από τον άλλο, σίγουρα χάνουμε χρόνο!

- έπρεπε από πριν …

- αυτή είναι κοινή ηττοπάθεια — έπρεπε, δεν έπρεπε, - εδώ δεν είμαστε στη παιδική χαρά.

Η Τόρα στεκόταν στη μέση του δωματίου. Αδύνατον να προσθέσει έστω μια λέξη, όλοι μιλούσαν ταυτόχρονα, διακόπτοντας τους άλλους, μα και εκείνη δεν είχε καμία κουβέντα να πει.

- Με χρειάζεστε? – είπε εκείνη σιγανά. – Ξαφνικά όλοι σώπασαν μεμιάς, και αυτή η παρατεταμένη σιωπή δεν ήταν λιγότερα ανησυχητική, απ` ότι η φασαρία, που επικρατούσε νωρίτερα.

- Με χρειάζεστε? - επανέλαβε την ερώτηση η Τόρα, και πάλι κανείς δεν της έδωσε απάντηση. Τότε εκείνη άρχισε να εξετάζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που κάθονταν και στέκονταν γύρω-γύρω. Δεν βρήκε πολλούς γνωστούς.

- Ποια είναι αυτή?? – ακούστηκε κάποια έκπληκτη φωνή, και η Τόρα κατάλαβε, ότι είναι μια απρόσμενη φιλοξενούμενη εδώ.

- Πώς μπήκε εδώ μέσα? – αυτή η ερώτηση ειπώθηκε με μια πολύ άγρια, και πολύ αυστηρή φωνή. Γυρίζοντας, η Τόρα είδε, ότι η φωνή αυτή ανήκει σε έναν ψηλό, αδύνατο άνθρωπο, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του της θύμιζαν κάποιο αρπακτικό πουλί.

- Έχει άδεια εισόδου, – εξήγησε κάποιος. – την είχαν καλέσει για μάρτυρα, όμως, εκείνη αρνήθηκε να συμμετάσχει στο πείραμα — και προφανώς, ξέχασαν να ακυρώσουν την άδεια της.

Το αρπακτικό πουλί πλησίασε την Τόρα και άρχισε να την κοιτάει με εντελώς ασυνήθιστο τρόπο — χωρίς καμία κουβέντα και χωρίς καμία έκφραση πάνω στο πρόσωπο του.

- Ας κάνουμε κάτι, - είπε κάποιος κουρασμένα, και η Τόρα αναγνώρισε τούτη τη φωνή.

- Άρτσι! – η έκπληξη της Τόρας δεν είχε όρια. Φτάνοντας κοντά της, η Τόρα χάιδεψε το πρόσωπο της κοπέλας, έβαλε τα χέρια πάνω στους ώμους της. - Πώς βρέθηκες εσύ εδώ; Αφού έφυγες από την όγδοη βάση ακριβώς μετά από εμένα, πήγες στο Σαολίν και από τότε δεν άκουσα κανένα νέο για σένα! Τι ωραία, ότι είσαι εδώ!

Η Τόρα χόρευε γύρω από την Άρτσι, σαν χάνος από τις Κάτω Περιοχές.

- Πώς πάνε τα μαθήματα σου στο κουνγκ-φου? Έγινες τώρα γυμνασμένο τερατάκι? Έμαθες να πετάς?:)

Η Άρτσι χαμογέλασε.

- Στο Σαολίν άρχισε φθινόπωρο, - ξεκίνησε εκείνη με ένα περίεργο ύφος, λες και δεν απαντούσε σε ερώτηση, αλλά συλλογιζόταν μεγαλόφωνα. Και το βλέμμα της — σαν να κοίταζε την Τόρα στα μάτια, και ταυτόχρονα κάπου πιο βαθιά, πιο μακριά. - Ο άνεμος δυναμώνει, σχεδόν κάθε μέρα βρέχει, σκοτεινιάζει, πριν τελειώσει καν η απογευματινή εξάσκηση. Σε λίγο θα έρθει ο χειμώνας, και εγώ θα προπονούμαι με τον ίδιο τρόπο, μέρα με τη μέρα θα τελειοποιώ τις κινήσεις. Εμφανίζεται απόλαυση στο κορμί, ατελείωτο ταξίδι, προσμονή για τις προσπάθειες της αναζήτησης και πραγματοποίησης των χαρούμενων επιθυμιών.

Η Άρτσι έγλειψε τα χείλη της και μπήκε σε σκέψεις. Ο χρόνος γύρω τους σταμάτησε. Εκείνη η τρομερή βιασύνη, σχεδόν πανικός, τον οποίο βρήκε η Τόρα, σταμάτησε σιγά-σιγά από μόνο του — όλοι τους κοίταζαν σιωπηλά και άκουγαν.

- Όταν υπάρχει η χαρούμενη επιθυμία να κάνεις κάτι, οι αλλαγές συμβαίνουν πολύ πιο γρήγορα, χαρούμενα. Όταν υπάρχει η χαρούμενη επιθυμία να κάνεις κάτι — επανέλαβε η Άρτσι, - κάνοντας το, βιώνω αποφασιστικότητα, επιμονή, επιθυμία να απολαμβάνω τη διαδικασία και θέληση να πετύχω το αποτέλεσμα. Δεν ελπίζω στο ότι εκτελώντας την ίδια άσκηση διακόσιες-τριακόσιες φορές απλώς μηχανικά και νωθρά, θα φτάσω στο αποτέλεσμα. Δεν χάνω τις προπονήσεις, όχι επειδή έχω τη θεωρία Ťπρέπει να προπονούμαι σύμφωνα με το σχέδιοť, και όχι λόγο επιθυμίας να είμαι η καλύτερη, αλλά επειδή θέλω να προπονηθώ. Μπορώ να επαναλαμβάνω την ίδια κίνηση για ώρες. Από αυτές τις πράξεις εμφανίζεται επιμονή και χαρά, προσμονή-υπόθεση, ότι αν είναι δυνατόν να τελειοποιούμε έτσι τις σωματικές μας ικανότητες, τότε είναι δυνατόν με τον ίδιο τρόπο να προπονηθούμε στις προσπάθειες της δημιουργίας των χαρούμενων αντιλήψεων, αν υπάρχει χαρούμενη επιθυμία για αυτά. Στις προπονήσεις δεν εμφανίζεται σχεδόν καθόλου λύπηση για τον εαυτό μου, μπορώ να εκτελώ πολλές ασκήσεις και κινήσεις επί ώρες. Εμφανίζεται αντίληψη του εαυτού μου ως δυνατού ανθρώπου, που δεν παραπονιέται, όταν θέλει κάτι, δεν αναβάλλει, δεν εκφράζει κανένα αρνητικό συναίσθημα, αλλά προσπαθεί, προσπαθεί, προσπαθεί. Αυτή η κατάσταση δεν είναι συμβατή με την ανωριμότητα.

Η Άρτσι μιλούσε αργά, επιλέγοντας τις λέξεις, όμως, κανένας δεν ήθελε να τη διακόψει — νεκρική σιγή επικράτησε στο δωμάτιο, παγώνοντας τους πάντες μέσα στους εαυτούς τους.

- Ακόμα, έγινε ελκυστικό να βιώνω τις υπερπροσπάθειες, ας μην είναι και οι προσπάθειες της δημιουργίας των ΦΑ ή της απομάκρυνσης των ΑΣ, αλλά οι σωματικές ασκήσεις. Θυμάμαι την κατάσταση, που επικρατεί μέσα μου, όταν εκτελώ αυτές τις προσπάθειες, συν εμφανίζεται η σαφήνεια, ότι αν υπάρχει η σκέψη Ťδεν μπορώť, και πάλι μπορώ να συνεχίσω να το κάνω, και ταυτόχρονα είναι δυνατόν, απ` ότι φαίνεται, να αισθάνομαι πολύ επιθυμητές αντιλήψεις. Άλλαξε αντίληψη για τις φυσικές ικανότητες μου. Για παράδειγμα — μετά το τέλος της προπόνησης γύμναζα τους κοιλιακούς – 9 πράξεις από 30 φορές η καθεμία, διακοπή για 30-40 δευτερόλεπτα ανάμεσα στις πράξεις. Στο τέλος έκανα 270 κοιλιακούς μετά από κάθε προπόνηση, όταν νόμιζα, πως είμαι τόσο κουρασμένη, ότι δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτε άλλο πια.

- Όμως... - σαν να συνήλθε η Τόρα, - τι κάνεις εσύ εδώ?

- Δεν ξέρω ακόμα. - χαμογέλασε η Άρτσι. - Μα και εσύ δεν ξέρεις ακόμα — για ποιο λόγο ήρθες?

- Εγώ δεν ξέρω — για ποιο λόγο ήρθα — αυτό σωστά το είπες:) Σίγουρα δεν ξέρω. Αλλά ξέρω — γιατί και πως. Και μετά από τι. Πώς — τρέχοντας, πάνω από τους κορμούς και κάτω στα σκαλιά. Γιατί — επειδή ο Νόρτον μου έστειλε μήνυμα να` ρθω αμέσως. Αλλά για κάποιο λόγο ο ίδιος δεν είναι εδώ. Μετά από τι — αφού στο σπίτι μου στην αρχή βρέθηκε ουρανοκατέβατος γυμνός άντρας, που ντρέπεται τα σάντουιτς, όπως η γιαγιά μου τα ψεύτικα πουλιά, και μετά με το ίδιο τρόπο εμφανίστηκε ακόμα μια κοπέλα, την οποία δεν πρόλαβα να γνωρίσω.

Όταν αυτή εκφώνησε τη φράση για τον Νόρτον, το αρπακτικό πούλι άφησε την πολυθρόνα του και την πλησίασε πάρα πολύ, έτσι τις τελευταίες λέξεις η Τόρα τις είπε σχεδόν κατευθείαν στο πρόσωπο του. Όμως, ερχόμενος τόσο κοντά, εκείνος απλώς στεκόταν εκεί και την κοίταζε, χωρίς να πει ούτε μια λέξη.

- Χτες αποφάσισα να διακόψω τις προπονήσεις για δυο μέρες, και πήγα κοντά στη θάλασσα, στο βόρειο Σουλαβέσι, - συνέχισε η Άρτσι. - Σήμερα νωρίς το πρωί προχωρούσα στην ακτή ΜανάντοΤούα και είδα, ότι πολύ κοντά βουτάνε και παίζουν δελφίνια. Ήταν πάρα πολύ κοντά! Τα πλησίασα, μπήκα στο νερό, και εκείνα με περικύκλωσαν. Χάιδευα το δέρμα τους, φύλαγα τις μούρες, και εκείνα με έπιαναν από τα μπούτια, τον πισινό μου, κοίταζαν με εκείνα τα αστεία μάτια, που έχουν. Εμφανίστηκε σιγουριά για δέκα, ότι είναι πλάσματα με συνείδηση, όπως και εγώ - εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόμουν καν, ότι μπορεί να είναι διαφορετικά. Δεν υπήρξε καμία αμφιβολία για το ότι είναι εξίσου ζωντανά και αληθινά, όπως και οι άνθρωποι, που καλλιεργούν τις ΦΑ. Γεννήθηκε σταθερή αίσθηση νεότητας στο φόντο, φρεσκάδα, σαν να μπήκα σε έναν άγνωστο κόσμο, δεν είχα ούτε τον φόβο, ούτε την επιθυμία να κρυφτώ, να φύγω κάπου. Είχα την αντίληψη της ελευθερίας – αντηχεί με τις λέξεις Ťπυκνόť, Ťγεμάτοť, Ťακατάλυτοť. Τα δελφίνια έπαιζαν και βουτούσαν, εγώ παρατηρούσα, βιώνοντας πολύ δυνατές ΦΑ. Μετά βούτηξα και εγώ, και άνοιξα τα μάτια μου κάτω από το νερό. Με πλησίασε ένα δελφίνι, τον αγκάλιασα και άρχισα να το ζουλάω, να το αγκαλιάζω — ομόνοια και ανοιχτοσυνη ήταν οι πιο δυνατές, απ` όσες κατάφερα να βιώσω στη ζωή μου. Δεν υπήρξε διαχωρισμός ανάμεσα στον Ťεαυτό μουť και το Ťδελφίνιť ως ξεχωριστά πλάσματα. ŤΕμείςť ήμασταν ένα. Όταν αναδυθήκαμε, απλώς χώθηκα στη μούρη του και άρχισα να κλαίω — από ομόνοια και χαρά, επειδή υπάρχουν τέτοια πλάσματα. Γύρω μου κολυμπούσαν και άλλα, πολλά δελφίνια, και όλα ήταν ζωντανά, αληθινά, ειλικρινές πλάσματα. Έπαιζα και πάλευα μαζί τους, και δεν θυμάμαι σε ποια στιγμή κατάλαβα ξεκάθαρα, ότι ήδη για περίπου μισό λεπτό μέσα στη συνείδηση μου ανάβει η σκέψη – σχεδόν την έβλεπα, όπως γίνεται με τα μάτια μου — πόσο δυνατή και έντονη ήταν.

- Σκέψη?

- Ναι, εγώ το ονόμασα Ťσκέψηť, επειδή δεν ήξερα — πως αλλιώς να ονομάσω πια τόσο ασυνήθιστη αντίληψη.

- Και τι σκέψη ήταν αυτή?

- Η σκέψη έλεγε, ότι πρέπει επειγόντως να πάω στο Σιπαδάν και να βρω εσένα.

- Εμένα??!

- Εσένα. Εγώ πετάχτηκα έξω από το νερό και έτρεξα στο κοντινότερο οθονοπλάνο. Δεν παραξενεύτηκα σχεδόν καθόλου, όταν έμαθα, ότι σε πέντε λεπτά αυτό πετάει κάπου στον Βορρά — από εκεί και ύστερα τα πάντα ήταν πάρα πολύ απλά – κάναμε ένα μικρό κύκλο, εγώ κατέβηκα εδώ, ήρθα στο νησί και ρώτησα — που βρίσκεσαι, μου απάντησαν, ότι είσαι εκτός σύνδεσης, επειδή συμμετέχεις στο Πείραμα, ενώ στο κέντρο με πληροφόρησαν, ότι παραιτήθηκες και απομακρύνθηκες προς άγνωστη κατεύθυνση, τότε εγώ αποφάσισα να σε αναζητήσω γύρω στο νησί, αλλά μετά συνέβη κάτι, όλοι άρχισαν να τρέχουν, δηλαδή, αποφάσισα πια, ότι δεν μπορώ να βοηθήσω και καλύτερα να φύγω, για να μην είμαι στα πόδια τους, όταν εμφανίστηκες εσύ. Και πάλι αυτό δεν μου έκανε σχεδόν καμία εντύπωση — μετά από όλα ταύτα.

Ο άνθρωπος-πουλί επιτέλους άνοιξε το στόμα του:

- Τι είπες για τον Νόρτον?

- Ο Νόρτον μου έστειλε…

- Δώσε. – Το πούλι άπλωσε το χέρι του, και η Τόρα ακούμπησε το τηλεχειριστήριο μέσα στην παλάμη του.

- Πώς σε λένε, πουλί?

Ο άντρας δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στην ερώτηση της. Ενεργοποιώντας το τηλεχειριστήριο, εκείνος μπήκε στα εισερχόμενα, τα έλεγξε, και το βλέμμα του έγινε ξανά μοχθηρό.

- Πού?

- Ποιο?

- Το μήνυμα από τον Νόρτον.

- Ŕ...κατάλαβα...

- Τι κατάλαβες? – η φωνή του ανθρώπου-πουλιού ήταν ήρεμη.

- Αυτό, μάλλον, χάθηκε ξανά.

- Χάθηκε??

- Χάθηκε. Έλαβα την πρώτη επείγουσα κλήση μίση η μια ώρα πριν, αλλά το ξέχασα, επειδή παραπλανούσα έναν πάρα πολύ αξιοσέβαστο κύριο με σάντουιτς, και όταν το θυμήθηκα — δεν υπήρχε πια κανένα μήνυμα. Δεν υπήρξε τίποτα γενικώς — απλώς χάθηκε και εγώ δεν ήξερα — ποιος μου το έστειλε. Και όταν το μήνυμα ήρθε ξανά, πρόλαβα να το δω, άφησα το γυμνό κουκλί στις φροντίδες του Βάϊγιου και έτρεξα εδώ. Και εδώ — απ` ότι πρόλαβα να καταλάβω, τα πράγματα δεν πάνε καλά επίσης.

Ο άνθρωπος -πουλί την άκουγε με το κεφάλι του σκυμμένο ελαφρά, και αυτό δυνάμωνε την εντύπωση της ομοιότητας του με ένα γεράκι των Φιλιππίνων ή με ένα κόνδωρ. Και ήταν σιωπηλός. Όταν η Τόρα σώπασε, εκείνος δεν μίλαγε και πάλι. Και κοίταζε.

- Δηλαδή — ο Νόρτον σου έστειλε το μήνυμα να έρθεις επειγόντως εδώ — είπε εκείνος με μια ουδέτερη φωνή, αλλά κάπως υπερβολικά, επιτηδευμένα ουδέτερη, και η Τόρα ένιωθε απειλή.

- Ναι.

- Πολύ ωραία. Δηλαδή, είσαι σίγουρη, ότι το μήνυμα ήταν από τον Νόρτον.

- Ναι. Γιατί?

- Και το έλαβες δέκα λεπτά πριν, έτσι?

- Ναι! Γιατί??

- Τίποτα το ιδιαίτερο..., - ο άνθρωπος-πούλι έκανε λίγο πιο πέρα, και σταμάτησε, ενώνοντας τα χέρια πίσω από τη πλάτη του, - τίποτα το ιδιαίτερο, αν εξαιρέσουμε το γεγονός, ότι πριν από μια ώρα ο Νόρτον βρέθηκε νεκρός.

- Νεκρός? – η Τόρα δεν πίστεψε στα αυτιά της.

- Εντάξει, - εκείνος πλησίασε την πολυθρόνα του, κάθισε μέσα χωρίς βιασύνη και γύρισε το κεφάλι του προς την Άρτσι, - για να είμαι εντελώς ακριβής, τον σκότωσαν τα δελφίνια.

 

 

 

 

 

 

 



<< Back Forward >>