« Μάγια »

Τόμος 2: « Προέλευση των ειδών »

Κεφάλαιο 26


 «Μαζευτήκαμε πριν ξημερώσει, και φύγαμε για Μαμπούλ. Αρχίσαμε την κατάδυση κατά την ανατολή. Τρελαίνομαι με τους αστερίες — είναι τόσο αφράτοι και κουκλίστικοι, θέλω να τους αγκαλιάσω, να ζουλήξω, να γλείψω - απίστευτα πλάσματα! Κατεβήκαμε στο βάθος, και βρήκαμε τις βυθισμένες βάρκες, ναυάγια, κάποια ξύλινα δοκάρια, με τις θαλάσσιες μουσούδες κολλημένες πάνω τους, γεμάτα με κοράλλια και φύκια. Σε όλη τη διάρκεια της κατάδυσης είχα σαν φόντο την αίσθηση του μυστηρίου για 4+ κυματισμοί της έκπληξης, βεβαιότητας-500 — φανταζόμουν, ότι σε διακόσια περίπου χρόνια από τώρα ακόμα θα κολυμπάω στην πλημμυρισμένη πλέον «αρχαία πόλη», στους δρόμους της οποίας περπατούσα αιώνες πριν. Προχωρούσα, έκανα βουτιές κάτω από τα δοκάρια και τα συντρίμμια, χάζευα παντού. Μετά έφτασα σε ένα μέρος, όπου δεν υπήρξε τίποτε — μόνο η άμμος και το διάφανο νερό. Εμφανίστηκε αντίληψη, την οποία δεν κατάφερα να προσδιορίσω - είχε αντίκτυπο με τις λέξεις «μείνε ακίνητος», «δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο, αρκεί να αισθάνομαι, όπως αισθάνομαι τώρα». Αντηχεί με τη διαπεραστική αίσθηση του μυστηρίου και ατέλειωτου ταξιδιού, αλλά δεν είναι οι ίδιες ΦΑ. Μοιάζει περισσότερο με την ανεμελιά. Είδα την παλιά μου γνωστή — τη μεγάλη χελώνα, έξυσα το δέρμα της - παραλίγο να κατουρηθώ από τη χαρά. Όταν παρατηρούσα τα ψάρια, δεν είχα ίχνος αντίληψης, ότι μπορούμε να περιγράψουμε αυτά τα πλάσματα ως «ψάρια, που δεν αισθάνονται τίποτα, δεν καταλαβαίνουν και λειτουργούν καθαρά και μόνο με αντανακλαστικά». Και αυτά μας παρατηρούσαν, καμιά φορά μόνο με το ένα μάτι, μας λοξοκοίταζαν με έναν τρόπο, τον οποίο χρησιμοποιώ και εγώ, όταν κοιτάζω στα κρυφά τα παιδιά, όσο εκείνα κάνουν κάτι ενδιαφέρον, και προσποιούμαι, ότι εγώ αδιαφορώ, ότι δεν είμαι περίεργη να μάθω και δεν βλέπω, ενώ ταυτόχρονα κοιτάζω με το ένα μάτι. Το ίδιο έκαναν και αυτά τα κουκλιά. »

 Ξαφνικά η Τόρα ένιωθε έντονη πείνα, και έτρεξε, πηδώντας πάνω από τις πέτρες και ξερούς κορμούς των πεσμένων φοινικόδεντρων προς το κέντρο του νησιού, όπου ήδη μαζευόταν ο κόσμος — ήταν προγραμματισμένη για σήμερα η έναρξη του Πειράματος. Η Τόρα δεν σκόπευε να συμμετάσχει, ωστόσο, θα είναι πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθήσει τις προετοιμασίες. Μετά από εκατό μέτρα εκείνη σταμάτησε, κλώτσησε δυνατά με τα πόδια της και έτρεξε πίσω — ξέχασε το τετράδιο της. Οι οπλές πατούσαν ηχηρά πάνω στο σκληρό μονοπάτι, τα αυτιά χτυπούσαν τις πλευρές της.

Ήταν ήσυχα στο κέντρο, και η Τόρα, κατεβαίνοντας στον όροφο με μεγάλο ενυδρείο, ξάπλωσε στο πεζούλι, αφήνοντας το ένα της πτερύγιο στο νερό, όπου αμέσως άρχισαν να παίζουν με αυτό και να σπρώχνονται τα μικρά των καρχαριών και χελωνάκια…

 «Σήμερα κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης των ΦΑ από τις νοθείες, έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στην ίδια την επιθυμία να τις αισθάνομαι. Παράδειγμα: έπειτα από μια ακόμα στερέωση «δεν -συμβαίνει-τίποτα» και σαφήνεια για ότι κόλλησα στον εσωτερικό χαοτικό διάλογο και εντυπώσεις, απομάκρυνα την σπασμωδική επιθυμία να επιστρέψω στις ΦΑ. Αντί αυτού άρχισα να προφέρω «θέλω να κάνω κάτι, για να εμφανιστεί η χαρούμενη επιθυμία για τις ΦΑ». Επίσης, ήθελα να εμφανιστεί η προσμονή για τις ΦΑ. Και αυτή εμφανίστηκε. Κατέγραψα, ότι δεν υπάρχουν άλλες επιθυμίες, και δεν ξέρω, αν θέλω να διαβάζω, να γυμναστώ, ή να κάνω κάτι άλλο ακόμα. Συνέχισα να συγκεντρώνομαι στην προσμονή της επιθυμίας για τις ΦΑ Ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται οι κυματισμοί της ευδαιμονίας!

Δηλαδή, είναι δυνατόν επί εβδομάδες να δημιουργείς τους κυματισμούς των ΦΑ, και να μην δεις ποτέ την ευδαιμονία. Από την άλλη, μπορείς να δημιουργήσεις μόνο μια επιθυμία — επιθυμία να έχεις τις ΦΑ, και η ευδαιμονία έρχεται μαζί .

Ίσως η ποιότητα των αποτελεσμάτων εξαρτάται από την ειλικρίνεια της επιθυμίας των ΦΑ. Άρα, πρέπει να δώσεις μια ιδιαίτερη προσοχή ακριβώς σε αυτή την ειλικρίνεια, στην χαρούμενη επιθυμία των ΦΑ..

Έπειτα από αυτό ξεκαθάρισα, ότι στην πραγματικότητα συχνά βιώνω και δημιουργώ όχι την χαρούμενη επιθυμία των ΦΑ, αλλά τη σκέψη «θέλω ΦΑ».

Διέκρινα, ότι είναι εύκολο να νιώσεις προσμονή των ΦΑ, αν δεν καταπιέζεις τον εαυτό σου για το τίποτα, και για κανέναν λόγο δεν αισθάνεσαι δυσαρέσκεια. Αρκεί να σκεφτείς για την πρωινή φρεσκάδα του ωκεανού, ή για τη μουσούδα μιας αλεπούς, και έρχεται η προσμονή για τις ΦΑ. Ταυτόχρονα, η ειλικρινής επιθυμία των ΦΑ έχει την ιδιότητα να αυξάνεται πάρα πολύ εύκολα από τα 3 έως και 7-8

 Ακούστηκαν βήματα, μακρινές φωνές, η Τόρα σταμάτησε να γράφει, ακούγοντας τη φασαρία, και μετά — σαν να θυμήθηκε κάτι — συνέχισε να σημειώνει στο τετράδιο.

 «Όταν πλησιάσαμε τα δελφίνια με το φουσκωτό, κάποια από αυτά αποσπάστηκαν από την ομάδα και άρχισαν να κολυμπούν δίπλα στη βάρκα. Συνήθως ξεπηδούσαν έξω από το νερό δίπλα στη πλώρη. Εμφανίστηκε χαρά και ανοιχτοσυνη, έκπληξη, όταν είδα, ότι δα δελφίνια παίζουν με τα πουλιά. Στην επιφάνεια του νερού κάθονταν οι γλαροί και κάποιες άλλες μουσούδες. Τα δελφίνια ανέβαιναν από το βάθος και έσπρωχναν τους πισινούς των πουλιών με το ρύγχος τους. Πολύ προσεκτικά. Συνήθως το δελφίνι φτάνει στην επιφάνεια και αναπηδάει έξω από το νερό. Η τουλάχιστον δείχνει το ένα πτερύγιο. Αν τα δελφίνια θα είχαν θετικά συναισθήματα και αρκετή σκασίλα, θα μπορούσαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο να σπρώξουν το πούλι, χωρίς να νοιαστούν για το τι θα σκεφτεί το πτηνό. Όμως, τα θηλαστικά έσπρωχναν πάρα πολύ απαλά, επιβράδυναν κοντά στην επιφάνεια, για να μην χτυπήσουν υπερβολικά δυνατά. Αυτό είχε πολύ δυνατό αντίκτυπο με την ζωηράδα, χαρά, συμπάθεια, απουσία των ΘΣ και τρέλας. Τα πούλια έκραζαν λιγάκι, κουνούσαν τα πόδια τους και ανέβαιναν απρόθυμα. Δεν είχαν κανένα φόβο για αυτά τα παιχνίδια, ίσως να έχουν συνηθίσει πια:)»

 Η Τόρα καταλάβαινε, πως είναι η τελευταία στιγμή, όταν υπάρχει ακόμα η ευκαιρία να αλλάξει την απόφαση της — όσο δεν σταμάτησαν να ηχούν ακόμα τα βήματα των τελευταίων ανθρώπων, που έρχονται για το Πείραμα. Μπορούσε ακόμα να σηκωθεί, να τρέξει, να φτάσει στο τμήμα του εξουδετερωτή, να περάσει από το ελαστικό, σκούρο-βύσσινο διάδρομο του... είναι όλοι τους εκεί τώρα... πέρασε μια σειρά από σκέψεις και συναισθήματα — κυματισμός μοναξιάς, εγκατάλειψης, ακόμα και λύπησης για τον εαυτό της, όπως γινόταν στα παιδικά της χρόνια, όποτε λόγο θυμού η αποξένωσης εκείνη έχανε κάτι ενδιαφέρον, και αμέσως μετάνιωνε γι `αυτό. Όμως τώρα δεν ήταν έτσι. Η Τόρα δεν μπορούσε να διατυπώσει ξεκάθαρα την αιτία της άρνησης της να συμμετάσχει σε ένα ΤΕΤΟΙΟ πείραμα. Ο Μένγκες, μάλλον, θα εκπλαγεί δυσάρεστα.... η Φόσσα θα σκεφτεί, ότι εγώ δείλιασα... ναι... αφού οι σκέψεις τέτοιου είδους — είναι από μόνες τους ένα σημάδι απομάκρυνσης — άρα, αυτόματα εμφανίζεται κάτι σαν το «παράπονο για παν ενδεχόμενο». Πολλά σκουπίδια... σαν αυτά τα σκουπίδια — υπάρχουν πάρα πολλά. Ακριβώς για αυτό τον λόγο δεν θέλω να χώνομαι με όλα αυτά τα σκατά στα δελφίνια και τιγράκια. Ας πάει ο Νόρτον. Και τα μικρά αγοράκια και κοριτσάκια, τα οποία από τα πρώτα τους χρόνια έμαθαν να βιώνουν συμπάθεια και αφοσίωση, εκείνοι οι μικροί «σκαντζόχοιροι»… ας πάνε εκεί αυτοί, οι οποίοι χρόνια ξερίζωναν με μανία αυτό το δηλητήριο από μέσα τους και το να τους κοιτάζεις κατευθείαν στα μάτια - είναι σκέτη απόλαυση. Ας είναι εκεί ο Άιενγκερ, που αφιέρωσε τόσο καιρό στην τελειοποίηση της τέχνης ενσωμάτωσης των αντιλήψεων μουσούδων της Γης, διότι για να ενσωματώσεις στον εαυτό σου τις αντιλήψεις κάποιου άλλου, πρέπει να γίνεις μάστορας στην αφοσίωση. Και τι θα φέρω μαζί μου εγώ? Εγώ γενικώς έχω κρεμαστεί κάπου ανάμεσα στις εποχές — εν μέρει στο παρελθόν, εν μέρει στο παρόν, και με ένα πάρα πολύ μικρό κομμάτι του εαυτού μου — στο μέλλον. Γιατί να μην πάω στους κομάντος, όταν ήμουν δυο-τριών χρονών? Γεννήθηκα στην οικογένεια των απολύτως οπισθοδρομικών ανθρώπων, που ζούσαν με το παρελθόν, «έμεινα στο ράφι», μετάλαβα τόσα άχρηστα πράγματα... αν, όμως, εκείνοι αποφάσισαν συγκεκριμένα εμένα να καλέσουν στο πείραμα, αυτό σημαίνει, πως υπάρχει σε αυτό κάποιο νόημα, οφθαλμοφανές για αυτούς; Μάλλον, υπάρχει... και τι μ` αυτό?? Έχω δικό μου μυαλό, και αυτό το μυαλό σκέφτεται και κρίνει με τον δικό του τρόπο. Και εγώ κρίνω, ότι δεν έχω θέση σε αυτό το πείραμα. Η θέση μου είναι εδώ. Να σηκώσω τα μανίκια και να εργαστώ. Αν σου έδωσαν κάτι προκαταβολικά — μην είσαι χαζή, μη χάσεις την ευκαιρία. Αλλά η εύκαιρα αυτή δεν είναι για να περάσεις κόντρα στην ειλικρίνεια σου μέσα σε μια μισάνοιχτη για κάποιο λόγο πόρτα. Η ευκαιρία σου έχει δοθεί για να συγκεντρώσεις όλες τις δυνάμεις σου στην επίτευξη των φωτισμένων αντιλήψεων, ένας λόγος παραπάνω, όταν έχω μια τέτοια δυνατότητα — να μαθαίνω και να συναναστρέφομαι με τόσους ασυνήθιστους ανθρώπους.

Η Τόρα ανατρίχιασε, σηκώθηκε και ανέβηκε τη σκάλα προς την έξοδο. Πήρε την απόφαση της, και είναι χαρούμενη με αυτήν. Η μεμβράνη της πόρτας την άφησε να περάσει έξω — κάτω από τα πόδια της άπλωνε αναμμένη από τον ήλιο γη, γεμάτη με ίχνη από τις ουρές των βαρανων, τεράστια κιτρινισμένα φύλλα, ακούγονται οι μακρινοί παφλασμοί των κυμάτων. Η απόφαση να ξεκινήσει την επίθεση υπερνίκησε τις υπόλοιπες επιθυμίες, και η Τόρα κατευθύνθηκε στο σπίτι. Πρέπει να μείνει μόνη της, έστω για μερικές μέρες, για να συγκεντρωθεί, να γεμίσει το κάθε της λεπτό με τη πρακτική, πόσο ακόμα να πηγαίνει γύρω-γύρω! Θα ειδοποιήσει την Πούρνα, να μην υπολογίζει σε μένα για τις επόμενες μερικές μέρες.

Στο σπίτι δεν υπήρχε ψυχή. Η Τόρα ακούμπησε με το δάχτυλο της έναν μεγάλο πίνακα, εντοιχισμένο στο μπαλκόνι — έτσι, τώρα προς τα πού... μάλλον, εδώ - ο τομέας «λαγούμια και φωλιές» - αυτό είναι. Ελεύθερα σπίτια άναψαν με το κίτρινο φωτάκι. Η Τόρα επέλεξε το πιο μακρινό — κτισμένο σε ψηλές κολόνες στην άκρη της βραχώδης σειράς, η οποία σαν ένα λοξό τόξο έφευγε από την ακτή — την ώρα της παλίρροιας η θάλασσα θα περικυκλώσει το σπίτι απ` όλες τις μεριές. Έβαλε το σημάδι «μην ενοχλείτε χωρίς εξαιρέσεις», έλεγξε την παρουσία του νερού και τροφής — όλα είναι εντάξει. Της πήρε δυο λεπτά μα μαζέψει τα πράγματα της, και ήδη δέκα λεπτά αργότερα η Τόρα έμπαινε στην νέα της φωλιά. Ευρύχωρη βεράντα με χαμηλό πεζούλι, πόρτα από αληθινό ξύλο! Δεν είναι κάποια μεμβράνη. Μια τέτοια πόρτα μπορείς να την ανοίγεις και να κλείνεις — τέλεια! Θα έπρεπε και να τρίζει κιόλας! Η πόρτα όντως έτριζε λιγάκι, όμως, δεν άνοιξε ούτε μέχρι τα μισά. Ορίστε το αληθινό ξύλο — μαγκώνει επίσης αληθινά. Τελικά έχουν και οι μεμβράνες τα καλά τους... ίσως κάτι είναι εκεί πίσω και την εμποδίζει; Αν το σπρώξει λιγάκι... ναι, ανοίγει λίγο... ακόμα λιγάκι... τώρα μπορούσε πια να στριμωχτεί μέσα. Η φωνή, που της ξέφυγε, φάνηκε ξαφνικά δυνατή, από τη σκεπή έφυγαν δυο κοράκια, χτυπώντας υστερικά τα φτερά τους και ανταλλάσσοντας τις εντυπώσεις τους ταυτόχρονα. Δεν στεκόταν τίποτα πίσω από τη πόρτα — ούτε πολυθρόνα, ούτε ντουλάπα, ούτε τραπέζι. Η πόρτα δεν άνοιξε για άλλο λόγο — πίσω της ήταν ξαπλωμένος ένας άνθρωπος.

 Μάλλον, για ένα ολόκληρο μακρύ λεπτό η Τόρα έμεινε άναυδη. Αντιφατικές σκέψεις και επιθυμίες μαζεύτηκαν σαν ένα κουβάρι από κουτάβια, και άκαρπα χτυπιόντουσαν μεταξύ τους. Και πάνω από όλα τα αυτά, σαν σύννεφο κρεμόταν η παράξενη αίσθηση της φανταστικότητας αυτού, που συνέβαινε. Επιτέλους εκείνη έπαψε αυτή την χαοτική περιπλάνηση, είπε χαμηλόφωνα «γαβ-φώτα», για να δει τον άνθρωπο καλύτερα, και μόνο δυο δευτερόλεπτα αργότερα κατάλαβε, ότι το φως δεν θα ανάψει, επειδή το σπίτι δεν είχε προγραμματιστεί ακόμα για να ανταποκρίνεται στη λέξη-κωδικό «γαβ». Με κάποια ανησυχία η Τόρα βγήκε έξω από την πόρτα, παρατηρώντας τον ξαπλωμένο, ακίνητο άνθρωπο, σαν να φοβόταν, ότι εκείνος θα εξαφανιστεί. Δουλειά ενός δευτερόλεπτου — να εισαχθεί στον πίνακα έλεγχου η λέξη-κωδικός. Μήπως πρέπει να καλέσει κατευθείαν για βοήθεια; Κάτι την απέτρεψε, όμως — μερικά δευτερόλεπτα δεν θα αλλάξουν τίποτα. Ανάβοντας το φως, η Τόρα κοίταζε τον άντρα, που βρέθηκε μπροστά της, για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, την έπιασε ένας παράξενος δισταγμός, και κατάλαβε ξαφνικά — για ποιο λόγο φέρνει προς το φανταστικό όλη αυτή η κατάσταση — ο άντρας ήταν ντυμένος παράλογα. Αν θα πήγαινε σε ένα πάρτι-μασκέ... όμως, τίποτε δεν έμοιαζε με πάρτι — εδώ υπήρξε κάτι πολύ πιο σοβαρό. Η Τόρα τον πλησίασε και τον αναποδογύρισε ανάσκελα. Όλη η περιοχή κάτω από τον αφαλό και πάνω από τα γόνατα ήταν εντελώς εκτεθειμένη. Τα πόδια από τους μηρούς μέχρι τις κνήμες ήταν τυλιγμένα με ένα λευκό ύφασμα. Το πάνω μέρος της κοιλιάς, στήθος και ώμοι του ήταν καλυμμένοι με κάτι σαν ελαφρύ ζακέτα. Ενώ το πρόσωπο... η Τόρα κάθισε δίπλα του. Το πρόσωπο του ήταν κλεισμένο κατά μισό με ένα πολύ λεπτό, διχτυωτό μεταλλικό κάλυμμα, κάτω από το οποίο, μάλλον, υπήρξε ακόμα ύφασμα. Αναπνευστήρας? Μήπως είναι άρρωστος, για αυτό και λιποθύμησε εδώ? Η αναπνοή του ήρεμη — σαν να κοιμάται βαθιά. Έσκυψε πάνω του — είχε αρκετά συμπαθητικό πρόσωπο, απ` όσο μπορούσε να καταλάβει υπό αυτές τις συνθήκες. Άπιαστη και ασυνήθιστη δυσαναλογία των χαρακτηριστικών... άραγε - η εθνικότητα του ποια είναι; Η Τόρα ξεπέρασε επιτέλους τον δισταγμό της, και απλώνοντας το χέρι πάνω στον ώμο του, τον κούνησε μαλακά. Καμία αντίδραση. Η Τόρα τράβηξε πιο δυνατά. Τίποτα. Εντάξει... τέλος πάντων, αυτό όντως θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο! Αν είναι βαριά άρρωστος — ίσως χρειάζεται επειγόντως κάποια φάρμακα, και δεν επιτρέπεται τέτοιο χάσιμο χρόνου εδώ?

Ένας βαρύς ρόγχος διέκοψε τις σκέψεις της. Χέρια και πόδια του ανθρώπου άρχισαν να κουνιούνται ταυτόχρονα και χαοτικά, τα μάτια άνοιξαν λίγο, οι ήχοι, όμως, ήταν ακόμα ακατανόητοι. Η Τόρα τον συγκράτησε ενστικτωδώς, και εκείνη τη στιγμή ο άντρας άνοιξε τα μάτια του. Θολωμένο, χαμένο βλέμμα. Σίγουρα δεν καταλαβαίνει τίποτα τώρα.

- Άφησε με…

Η φράση ακούστηκε ξεκάθαρα, όμως, η Τόρα δεν σκόπευε να τον αφήσει - θα μπορούσε να πει οτιδήποτε σε μια τέτοια κατάσταση.

- Μπορώ ακόμα…

Η έκφραση του έγινε ικετευτική.

- Θέλω να πολεμήσω, με χρειάζεσαι…

Παραλήρημα. Προφανώς, δεν είναι στα καλά του και παραμιλάει. Ίσως να δηλητηριάστηκε βαριά? Όπως και να έχει — δεν μπορεί να χρονοτριβεί άλλο. Η Τόρα σηκώθηκε αποφασιστικά, και τότε ο άντρας έπιασε στιγμιαία τον αστράγαλο της. Η Τόρα ανατρίχιασε από την έκπληξη - δύσκολο να περιμένεις μια τέτοια ευκινησία από τον άνθρωπο σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση. Κρατώντας τη Τόρα με το ζόρι, ο άντρας έλεγε με πυρετώδη φωνή όλο και πιο ακαταλαβίστικες φράσεις: «άφησε με» - βαριά αναπνοή – «οι βόες έμειναν πίσω, δεν θα το βρουν» - ξεροκάταπιε – «γιατί αδιαφορούν όλοι, είναι και αυτοί νεκροί?» - ο άντρας ανασηκώθηκε στους αγκώνες, χωρίς να αφήσει το πόδι της, το βλέμμα του έγινε λίγο πιο σταθερό, οι βιαστικές και ανόητες κινήσεις σταμάτησαν, το χέρι του, που κρατούσε τον αστράγαλο της άνοιξε, και εκείνη κάθισε δίπλα, χάιδευε το μάγουλο του, τον κοίταζε στα μάτια, νιώθοντας μια ανησυχητική αδυναμία.

- Έλα, έλα, όλα είναι εντάξει, ποιος είσαι? – σηκώνοντας το πηγούνι του, η Τόρα προσπαθούσε να πιάσει το βλέμμα του, όμως, χωρίς επιτυχία ακόμα.

- Για ποιο λόγο αυτή είναι εδώ? Κινδυνεύει, γιατί την έφερες, είναι πουλί?

- Γεια σου, ποιος είσαι? Για ποιο κίνδυνο μιλάς; Είσαι άρρωστος; Τι έχεις; - συνέχισε η Τόρα. - Δεν υπάρχουν πουλιά εδώ, παραμιλάς? Έχεις παραισθήσεις; Πώς νιώθεις?

Ξαφνικά ο άντρας γονάτισε, και άρχισε να κοιτάει γύρω-γύρω με ένα άγριο βλέμμα. Το επόμενο δευτερόλεπτο τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, και η Τόρα κατάλαβε, ότι μπροστά της βρίσκεται απολύτως «νηφάλιος», δραστήριος και δυνατός άνθρωπος. Το βλέμμα του προκάλεσε μέσα της μια δυσάρεστη ψύχρα, εμφανίστηκε άγνωστη αίσθηση του κινδύνου, και η Τόρα έκανε λιγάκι πίσω.

Ο άντρας σηκώθηκε, και στάθηκε για δυο δευτερόλεπτα ακόμα. Μετά, κάνοντας πέρα την Τόρα, άνοιξε απότομα την πόρτα και βγήκε στη βεράντα. Σε όλες τις κινήσεις του φαινόταν εντυπωσιακή σωματική δύναμη, εκείνη τη στιγμή, όμως, οι δυνάμεις του παραλίγο να τον αφήσουν ξανά — κοιτάζοντας γύρω-γύρω, εκείνος κουνήθηκε και έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια, το πρόσωπο του είχε μια τέτοια έκφραση, σαν να μην ήταν στην ακτή ενός ζεστού ωκεανού, αλλά ανάμεσα στους διαόλους με τα τηγανιά. Έτσι, κρατώντας το κεφάλι με τα χέρια, εκείνος το κουνούσε, είχε την όψη του ανθρώπου, που με τίποτα δεν μπορεί να αποδεχτεί αυτό, που του συνέβη.

- Έτσι, δηλαδή... αυτό, δηλαδή... - η έκφραση της απελπισίας στο πρόσωπο του έγινε τόσο έντονη, η Τόρα νόμιζε, ότι εκείνος θα κλάψει ή θα βάλει τις φωνές. – Άρα, αυτό είναι το τέλος, τελείωσε...

Η Τόρα απλώς στεκόταν δίπλα του, αβέβαιη, αν θα έπρεπε να ανακατευτεί. Μάλλον, εκείνος δεν χρειαζόταν τη ιατρική βοήθεια — ένας τέτοιος παίδαρος θα μπορούσε και ο ίδιος να της προσφέρει τη βοήθεια του.... μα πόσο παράξενη είναι η εμφάνιση του, τελικά! Η Τόρα χαμογέλασε παρά τη θέληση της, κοιτάζοντας το κρεμασμένο του πέος και μπαλάκια, τα οποία εκείνος έπιανε κατά καιρούς και τα πείραζε χωρίς κανένα δισταγμό. Τι τρέχει με το στόμα του, όμως?

Επιτέλους ο άντρας σταμάτησε να τρέχει πέρα-δώθε στη βεράντα, έχασε κάπως την ορμή του, πλησίασε το πεζούλι και έμεινε εκεί, κοιτάζοντας σιωπηλά τον ωκεανό. Μικρά κύματα χτυπούσαν τις στήλες, – άρχισε η παλίρροια, και το σπίτι έμεινε πάνω από το νερό, σαν να αποκόπηκε από τον υπόλοιπο κόσμο. Με το κάθε χτύπημα του νερού μικρό ρίγος περνούσε το σπίτι και τη βεράντα. Μια μεγάλη χελώνα αναδύθηκε αβίαστα από το βάθος, πήρε μια ρουφηξιά αέρα, τους γύρισε τον πισινό της και έφυγε ξανά στην άβυσσο. Πετάχτηκε ένα σμήνος από μικρούς τόνους, με γυαλιστερές χρωματιστές πλατούλες, τα ψάρια έπαιξαν μεταξύ τους, και εξαφανίστηκαν το ίδιο ξαφνικά, όπως και ήρθαν. Ένα φύσημα του ανέμου έφερε αδύναμες παιδικές φωνές από την ακτή. Ο άντρας στεκόταν εκεί, και η Τόρα βρισκόταν δίπλα — χωρίς να πει λέξη, χωρίς την παραμικρή κίνηση. Άραγε — εκείνος θυμάται καθόλου, ότι είναι και αυτή εδώ – πίσω από τη πλάτη του?? Για πόσο ακόμα θα στέκονται έτσι?

Η Τόρα ξεπέρασε την αναποφασιστικότητα της και έκανε δυο βήματα εμπρός. Εκείνος έμεινε ακίνητος. Έφτασε πολύ κοντά του. Δεν ξέχασε την αίσθηση του παράξενου κινδύνου, - περίμενε λιγάκι, προτού τον αγγίξει, και μετά έβαλε το χέρι της πάνω στον ώμο του. Εκείνος ανατρίχιασε αισθητά, όμως, δεν γύρισε. Τότε η Τόρα τον παραμέρισε αποφασιστικά από τα κάγκελα, και στάθηκε μπροστά του. Ο άντρας σήκωσε το πρόσωπο του, σαν να κοιτούσε τα σύννεφα, αλλά και η Τόρα ήταν ένα πεισματάρικο κορίτσι — σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, έπιασε με τα δυο χέρια το κεφάλι του, και με δύναμη το τράβηξε κοντά της, σχεδόν κρεμάστηκε πάνω του. Εκείνος ήταν τόσο δυνατός, ότι θα μπορούσε και άλλο να στέκεται έτσι — με το κεφάλι του ψηλά, και με την Τόρα κρεμασμένη πάνω σε αυτό — μια αρκετά μυώδη και εύσωμη κοπέλα, για να πούμε την αλήθεια. Όμως, αυτός υποχώρησε, έβαλε τα χέρια του απαλά πάνω στους μηρούς της, και για πρώτη φορά τα βλέμματα τους συναντήθηκαν χωρίς βιασύνη και φασαρία. Παράξενο βλέμμα... μέσα σε αυτό σαν να υπήρξε και πρωτόγονη αγριάδα, και εξυπνάδα, και τρυφερότητα ταυτόχρονα. Ωστόσο, η Τόρα δεν εξέταζε τις εντυπώσεις τις - δεν είχε καιρό για αυτό — τον κοίταζε κατάπληκτη, το πρόσωπο του ήταν υγρό, και η κοπέλα δεν κατάλαβε αμέσως, ότι είναι υγρό από τα με δάκρυα.

 Το καλύτερο, που μπόρεσε η Τόρα να σκεφτεί σε αυτή την κατάσταση — είναι να αφήσει τον άγνωστο για λίγο ήσυχο, και γενικώς να τον βγάλει από το μυαλό της προς το παρόν. Μια γυριστή σκάλα πήγαινε από το χολ στην ταράτσα, όπου η Τόρα βολεύτηκε πάνω στα μαξιλάρια. Άνοιξε το ολογραφικό μόνιτορ, ελαχιστοποίησε την οθόνη, βρήκε το ενημερωτική σελίδα του Πειράματος — ας αναβοσβήνει τώρα παραπέρα — όπως και το περίμενε, δεν υπήρξε καμία πληροφορία ακόμα, εκτός από την αγγελία για το ότι το Πείραμα άρχισε. Κάτω αριστερά — ο αριθμός των ατόμων, που όπως και εκείνη, συνδέθηκαν με την ιστοσελίδα — εκατοντάδες χιλιάδες! Η Τόρα ένοιωσε ένα τσίμπημα της ζήλιας, - αφού εκείνη θα μπορούσε να είναι ουσιαστικά στο κέντρο της προσοχής ενός τόσο τεράστιου πλήθους, διότι όλοι οι δύτες ινία σίγουρα εδώ, και οι σκαντζόχοιροι, και οι κομάντος, η Επιτροπή — γενικώς, όλοι, όσοι βρίσκονται στην μετωπική γραμμή.... και αν θα ήταν αρκετά τυχερή για να κάνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό... ήρθε η εικόνα της Τόρας, μέσα στη λάμψη της δόξας της, να κάνει την διήγηση μπροστά στους ενθουσιασμένους ακροατές… σε αυτό το σημείο η φαντασία έλαβε μια κλοτσιά κάτω από την ουρά και εξαφανίστηκε – το να ευνοείς την αίσθηση της αυτοσπουδαιότητας σου, ακόμα και μαζί με τη ζήλια — αυτό είναι αταβισμός. Πόσο μεγάλο είναι το μερίδιο του αυτοματισμού σε αυτή τη προσπάθεια να βιώσει επάρκεια από την σημαντικότητα της, και πόσο μεγάλο είναι το κομμάτι ορισμένα της επιθυμίας να βιώνει τέτοιες αντιλήψεις; Αυτό, παρεμπιπτόντως, είναι ένα μέρος από εκείνα τα σκουπίδια, με τα οποία η Τόρα δεν ήθελε να χωθεί στο πείραμα … στους άλλους θα τύχει η δόξα των πρωτοπόρων— πάντοτε θυμούνται μόνο τον πιονέρο — αυτή η σκέψη-απόστημα, αποκτημένη μαζί με τη «πλούσια κληρονομιά» των συγγενών της, με τους οποίους εκείνη ζούσε, όταν ήταν παιδί... γιατί δεν της έτυχε να γεννηθεί στους ζωντανούς, ενδιαφέρον ανθρώπους… λύπηση για τον εαυτό της, γαμώτο! Έτσι γίνεται αυτό — η μια σκοτισμένη αντίληψη γαντζώνεται στην άλλη. Η Τόρα απομάκρυνε άμεσα και αυτή τη βλακεία, μπαίνοντας στη συμπάθεια προς τους δύτες, για τον Νόρτον, τη Φόσσα, για τις μουσούδες της Γης – και αμέσως έλαμψε η σαφήνεια — πόσο απίστευτη δηλητηρίαση είναι - να βιώνεις την αίσθηση της αυτοσπουδαιότητας, ζήλια, λύπηση για τον εαυτό σου! Αν μετά από απομάκρυνση των αρνητικών συναισθημάτων δεν εμφανίζεται έξαρση λόγο ελευθερίας από αυτά — αυτό σημαίνει, ότι η απομάκρυνση δεν πέρασε άψογα, είναι γεγονός.

Η Τόρα σημείωσε αυτή τη σκέψη μέσα στο ημερολόγιο της και κοίταξε κάτω από τη σκάλα — ο άνθρωπος μπήκε μέσα στο σπίτι και περπατούσε πέρα-δώθε μέσα στο χολ. Είναι τόσο αστείος, τελικά:) – γυμνός πόλος και πουλί, πολύ ωραίος πισινός, κιόλας…

Λίγα λεπτά αργότερα τα σκαλιά έτριξαν κάτω από τα πόδια του. Η Τόρα υποκρίθηκε την απασχολημένη με τις δικές τις δουλειές και δεν του έδωσε σημασία, όμως, τα προσεκτικά της βλέμματα προς τη δική του μεριά δεν πέρασαν απαρατήρητες.

- Με λένε Βάϊγιου, εσένα? – η φωνή του είχε μια βραχνάδα, και ο ρυθμός της ομιλίας ήταν κάπως αργός, δημιουργούσε την εντύπωση του ανθρώπου, που μιλάει σε μια όχι πολύ οικεία γλώσσα.

- Τόρα…

Ο  Βάϊγιου φερόταν λιγάκι αφύσικα, ακόμα και ντροπαλά. Ίσως, να αισθάνεται άβολα με το πουλί του γυμνό; Αν ήρθε από τις Κάτω Περιοχές, θα μπορούσε σίγουρα να ντραπεί για το γυμνό κορμί του – η Τόρα είχε ακούσει, ότι οι άνθρωποι, που ζουν εκεί, δεν αποδέχονται τους νέους νόμους, και τους υπακούν από τον φόβο μόνο και μόνο. Εκεί είναι συνηθισμένη και η ζήλια, και το μίσος, και στεναχώρια, και διάφορα άλλα σκουπίδια. Οι ιστορικοί είναι συχνοί επισκέπτες σε εκείνα τα μέρη, αν και οι ντόπιοι δεν τους συμπαθούν... μα ποιον εκείνοι συμπαθούν? Σύμφωνα με το νόμο, το κάθε παιδί, γεννημένο στις Κάτω Περιοχές, αφαιρείται από τους γονείς του και μεταφέρεται για εκπαίδευση σε μια από τις κοινότητες, όπου θα ανατραφεί αναλόγως με τις υποθετικές ικανότητες, δυνατότητες και προτιμήσεις, που το ίδιο έχει. Φυσικά, όσο το παιδί μεγαλώνει, αυτό — όπως και όλα τα άλλα σύγχρονα παιδιά, έχει το απόλυτο δικαίωμα να αλλάζει τους τόπους κατοικίας του. Μερικές φορές είχαν γίνει εξεγέρσεις λόγο του ότι οι γονείς αρνήθηκαν να παραδώσουν τα παιδιά τους — βλέπετε, τους θεωρούσαν δική τους περιούσια... Με τέτοιου είδους πεποιθήσεις οι ίδιοι μπορούν να ζήσουν όσο θέλουν στις δικές τους περιοχές, όμως, δεν μπορούσαμε να τους αφήσουμε για φάγωμα, βιασμό και κακοποίηση τα παιδιά; Αυτό αποκλείεται. Σε μερικές περιπτώσεις αναγκαστήκαμε να χρησιμοποιήσουμε όπλα, τελευταία φορά λίγο πριν από τη γέννηση της Τόρας — αυτός και ήταν τελευταίος τοπικός πόλεμος — αν και δεν θα ήταν σωστό να το ονομάσουμε πόλεμο αυτό — ειδικά πάνω στο φόντο εκείνων των τρομερών συγκρούσεων, που ερήμωσαν τη Γη.

Βέβαια, ο κάθε νόμος με τη πρώτη ευκαιρία παραβιάζεται από αυτούς τους βάρβαρους, και αναμφισβήτητα πολλά παιδιά κρύβονται από αυτούς, το μέλλον τους είναι, κατά κανόνα, θλιβερό – έχοντας υποστεί στα πρώτα χρόνια της ζωής τους μαζική δηλητηρίαση από θεωρίες, αρνητικά συναισθήματα, με μεγάλη δυσκολία μπαίνουν στη ζωή των ελεύθερων ανθρώπων, ενίοτε επιλέγουν να επιστρέψουν στις Κάτω Περιοχές και ζουν εκεί. Ο καθένας κάνει αυτό, που θέλει. Στην πραγματικότητα, ο πληθυσμός των βαρβάρων συμπληρώνεται και με εκείνους, οι οποίοι είχαν γεννηθεί ανάμεσα στους ελεύθερους, δεν είναι και τόσο σπάνιο γεγονός.

Μήπως ήρθε από εκεί? Τότε είναι κατανοητή η ντροπή του, αφού η αίσθηση της ντροπής — είναι μια από εκείνες τις αισθήσεις, οι οποίες αποτυπώνονται για τα καλά από τα πρώτα κιόλας παιδικά χρόνια σε εκείνα τα μέρη.

- Αν θέλεις — μπορούμε να σου βρούμε παντελόνια, θα πάω με βάρκα στο νησί και …

- Παντελόνια? – ο Βάϊγιου  φαινόταν ολοφάνερα κατάπληκτος. – Όχι, δεν τα χρειάζομαι. Για ποιο λόγο?

- Εμ... σκέφτηκα, ότι ντρέπεσαι.

- Βασικά..., - ο Βάϊγιου σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα, - ναι, υπάρχει ντροπαλότητα, όμως, μείνε, όπως είσαι.

Η απάντηση του Βάϊγιου για την Τόρα δεν έβγαζε νόημα, αλλά η κοπέλα αποφάσισε να μην το διευκρινίσει, τέλος πάντων, εκείνος δεν θα είναι σε κατάσταση να εκφράζεται ξεκάθαρα.

- Ίσως θέλεις να φας ή να πιεις κάτι...

- Ναι!

- … στο ψυγείο, στο ντουλαπάκι — κοίταξε και πάρε ο, τι θέλεις. Μάλλον, στα μέρη σου δεν συνηθίζεται να παίρνεις ο, τι θέλεις — άρχισε να ψαρεύει η Τόρα.

- Στα μέρη μου! – ο Βάϊγιου  χαχάνισε δυνατά. – Στα μέρη μας... όχι, είναι άγριοι οι άνθρωποι μας…

Σίγουρα είναι από τις Κάτω Περιοχές. Μα για ποιο λόγο ήρθε εδώ? Είναι ένα αρκετά παράξενο για αυτόν μέρος.

- Και ποιος σε έφερε εδώ? Γιατί? Γιατί επέλεξες να ζήσεις με τους βάρβαρους? Γιατί ήρθες από εκεί σε μας? – η Τόρα γέλασε. – Παραείναι πολλές οι ερωτήσεις. Τρώγε τώρα και να μου τα πεις σιγά-σιγά.

- Τρώγε??

Η Τόρα πάγωσε παραξενεμένη - η ερώτηση ακούστηκε με έναν τόσο περίεργο τόνο…

- Ε... ναι, φάε, πιες, και εγώ θέλω ένα σάντουιτς με τσάι...

Η συμπεριφορά του Βάϊγιου έγινε τέλειος παράλογη. Σαν να μαζεύτηκε ολόκληρος, άρχισε να ισιώνει τους ώμους του με το ζόρι, να ξύνει το σβέρκο του.

- Και εσύ ΘΑ ΦΑΣ εδώ?

- Ναι, να πάρει, και εγώ θα φάω εδώ, και θα πιω, και θα ροκανίσω τα νόστιμα σάντουιτς με τυρί μαζί με το γλυκό τσάι, και μετά θα χτυπήσω τη γλυκιά τουρτίτσα με σαντιγί και φράουλα... τι είσαι, μολυσματικός ή όχι?

- ??

- Η μάσκα, που φοράς — για ποιο λόγο είναι, τι είσαι - μολυσματικός?

- Όχι, δεν είμαι άρρωστος…

- Τότε βγάλ` τη και έλα να δειπνήσουμε, ή για σένα θα είναι πρωινό αυτό?

Η Τόρα πλησίασε το ψυγείο, το άνοιξε, πήρε ένα κομμάτι τυρί και έκοψε κατευθείαν ένα κομμάτι.

- Κατσικίσιο. Ροκφόρ. Μούρλια! – μασώντας με όρεξη, είπε εκείνη και κοίταξε τον Βάϊγιου. Και παραλίγο να πνιγεί. Κόκκινος σαν παντζάρι, σαν να είχε μόλις πάθει εγκεφαλικό, πιάνοντας τον αέρα με το στόμα του, εκείνος μια γύριζε αλλού, μια ανάγκαζε τον εαυτό του να κοιτάξει ξανά την Τόρα.

- Μα τι στο διάολο τρέχει με σένα?

Όμως ο Βάϊγιου δεν την άκουσε να ολοκληρώνει τη φράση, έκανε μεταβολή, σκοντάφτοντας στη σκάλα, ανέβηκε γρήγορα πάνω στη ταράτσα και έκατσε ήσυχα εκεί. Η Τόρα έβαλε ένα τσάι με φράουλα για τον εαυτό της, έφτιαξε μερικά σάντουιτς, και τον ακολούθησε εκεί. Όταν την είδε, ο Βάϊγιου κούνησε το κεφάλι του, σαν να έλεγε «τέλος, δεν υπάρχει έξοδος διαφυγής».

- Έλα, - αναμασώντας με θόρυβο το σάντουιτς, τον ρώτησε η Τόρα, - θα πηδήξεις από τη ταράτσα?

- Όχι, δεν θα πηδήξω. – σαν να μάζεψε όλο του το θάρρος, ο Βάϊγιου κοίταξε στο πρόσωπο της Τόρας. – καταλαβαίνω, ότι είναι προκαταλήψεις, ότι είναι ανόητες συνήθειες, τα καταλαβαίνω όλα, είχαμε προπονηθεί ακόμα, όμως, όταν εσύ έτσι στην ψύχρα... καταλαβαίνεις, νόμιζα, ότι είμαι αρκετά ελεύθερος σε σχέση με αυτό άνθρωπος, με τα παιδιά τρώγαμε παρέα καμιά φορά, αλλά με τον δικό σου τρόπο, τόσο ανοιχτά, όπως το κάνεις… είναι ένα τέτοιο επίπεδο της ελευθερίας, για το οποίο δεν μπορούσα να ονειρευτώ καν — μόλις τώρα, όταν σε κοίταζα, κατάλαβα, πόσο ανειλικρινής ήμουν.

Όσο ο Βάϊγιου μιλούσε, η Τόρα έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Κοιτάζοντας τα χείλη της, ο Βάϊγιου παραλίγο να βγει από το δέρμα του, προφανώς, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε κάποια υπεράνθρωπη προσπάθεια.

- Για ποιο πράγμα μου μιλάς???

Η Τόρα έκλεισε το στόμα της, ρούφηξε ηχηρά το τσάι και το κατάπιε.

Ο Βάϊγιου αναστέναξε.

- Όλα ήταν μια αυταπάτη, καθησυχασμός — συνέχισε εκείνος, - με πιάνει η τρέλα, όταν θυμάμαι το αυτάρεσκο πρόσωπό μου, με το οποίο υποκρινόμουν, ότι δεν ντρέπομαι καθόλου να τρώω μπροστά σε άλλους.

- Να τρως μπροστά σε άλλους? – η Τόρα αδυνατούσε να πιστέψει στα αυτιά της, - είπες «να τρως μπροστά στους άλλους» ? Άκουσε, Βάϊγιου, σίγουρα δεν τον χρειάζεσαι τον γιατρό?

- Όχι... σίγουρα δεν χρειάζομαι, - ανέπνευσε εκείνος. – Άλλο χρειάζομαι — χρειάζομαι την ειλικρίνεια, επιμονή και ειλικρίνεια. Απλώς δεν καταλαβαίνεις, νομίζεις, ότι είμαι σαν και σένα, αλλά δεν καταλαβαίνεις, πρέπει να σου εξηγήσω... θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω, και εσύ άκουσε με, εντάξει; Μόνο... παρακαλώ... να το φας αργότερα αυτό, επειδή δεν θα μπορέσω να συγκεντρωθώ έτσι...

- Εντάξει... μισό λεπτό. - η Τόρα σηκώθηκε και πήγε στη σκάλα. Κάτω, στην κουζίνα έχυσε το τσάι, άφησε το σάντουιτς πάνω στο τραπέζι, και κάπως σκεπτικά, ανήσυχη ακόμα με την απίστευτη συμπεριφορά του Βάϊγιου, ανέβηκε τη σκάλα. Όταν το κεφάλι της έφτασε πάνω από το επίπεδο της ταράτσας και το βλέμμα της έπεσε στον Βάϊγιου, ο κόσμος απέκτησε άλλον έναν τρελό, και παραλίγο να αποκτήσει και έναν ακόμα ανάπηρο — το σαγόνι της έπεσε, το πόδι σκόνταψε σε ένα σκαλί, και εκείνη έπεσε, καρφώνοντας το πιγούνι της στο πάτωμα, πιάνοντας σπασμωδικά τα κάγκελα με τα χέρια. Ο Βάϊγιου έκανε να σηκωθεί, όμως, όταν τη είδε να σηκώνεται, δεν πήγε να τη βοηθήσει, αλλά συνέχισε με την ασχολία του, καλώντας τη με ένα νεύμα. Με το σαγόνι της κρεμασμένο ακόμα, η Τόρα τον πλησίασε και κάθισε δίπλα. Ο Βάϊγιου ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με το ένα πόδι τεντωμένο και το άλλο υψωμένο ψηλά. Κάτω από τον ποπό του έβαλε ένα μαξιλάρι, και μέσα στον ίδιο τον ποπό — έναν δονητή.

- Θα πηδήξω λιγάκι τον ποπό μου, εντάξει? Έχω να το κάνω καιρό.

- Ναι, φυσικά, - η Τόρα δεν είχε συνέλθει ακόμα. Εκείνη η απίστευτη αμεσότητα, με την οποία αυτός ο σχεδόν άγνωστος άντρας ξάπλωσε εδώ, πηδώντας τον εαυτό του με τον δονητή, την είχε σοκάρει.

- Από που τον πήρες τον δονητή κιόλας? – της ξέφυγε μια ερώτηση.

- Τον είχα μαζί μου, πάντοτε κουβαλάμε μαζί μας ένα — ποιος ξέρει, ποτέ θα μας έρθει η όρεξη και που, εγώ πήρα με τρεις κεφαλές, έτσι μου αρέσουν – οι κεφαλές τους κινούνται ανεξάρτητα — δυο χαϊδεύουν και πιέζουν το ποντίκι κυκλικά, και το τρίτο ακουμπάει την τίνκα από μέσα, κοίτα...

Μ` αυτές τις λέξεις εκείνος έβγαλε τον δονητή από τον πισινό του, το απελευθέρωσε από κάτι, που θύμιζε προφυλακτικό, και της τον έδειξε. Κοίταξε — αυτή η κεφαλή γλιστράει πάνω στο ποντίκι, η δεύτερη κάνει το ίδιο από την άλλη μεριά, – σαν δυο τρυφερά δαχτυλάκια. Έχεις δει τέτοιο?

- Όχι… - η Τόρα καταλάβαινε, ότι κοκκινίζει, αλλά δεν μπορούσε να ελέγχει τον εαυτό της.

- Θέλεις? – ο Βάϊγιου πρότεινε στην Τόρα τον δονητή. - Πήδηξε τον εαυτό σου για λίγο, και μετά συνεχίζω εγώ.

- Όχι... εγώ δεν... μετά... τι είναι το ποντίκι και η τίνκα?

- Ποντίκι — είναι ένα πυκνό σημείο στον αγορίστικο ποπό, ο προστάτης. Η «τίνκα» είναι το δαχτυλίδι από τους μύες μέσα στον πρωκτό. Και εσύ πώς ονομάζεις αυτά τα πράγματα?

- Εγώ... δεν τα ονομάζω καν. Αν μιλάμε γι` αυτό, έτσι και λέμε — προστάτης, πρωκτός... δεν έχουμε κιόλας άλλες λέξεις.

- Απίστευτο! - ο Βάϊγιου έδειχνε κατάπληκτος. - Πώς μπορείς με δυο λέξεις να ονομάσεις ΟΛΑ τα αυτά, που έχει ο ποπός μέσα του??

- Τι εννοείς, όταν λες «όλα τα αυτά» - ήρθε η σειρά της Τόρας να εκπλαγεί. - Δεν υπάρχει και τίποτε άλλο εκεί μέσα, βασικά:)

- Φυσικά, και δεν υπάρχει... «ποντίκι» - είναι το ίδιο εξόγκωμα του προστάτη. Η ελαστική περιοχή γύρω από αυτό — είναι τυπικά το ίδιο, βέβαια - ο προστάτης, όμως, οι αισθήσεις είναι διαφορετικές, όταν την χαϊδεύεις, ή όταν ένα πέος τρίβεται πάνω σε αυτήν - οι αισθήσεις είναι πιο μαλακές και βαθιές, έτσι ονομάσαμε την περιοχή αυτή «μασχάλη». Σε αντίθεση με τη τίνκα, η «ρόνκα» - είναι το κέντρο του δαχτυλιδιού στον πρωκτό, το πιο σφικτό σημείο. Ενώ το εξωτερικό της τρυπούλας — είναι η «σέρκα». Τα κορίτσια δεν έχουν προστάτη, όμως, είναι τόσο πολλές οι νευρικές απολήξεις μέσα στον ποπό, ότι, κατά κανόνα, είναι ακόμα πιο ευαίσθητο από το μουνάκι. … άραγε — πώς εσείς κάνετε σεξ, πώς μαλακίζεστε στα μουνάκια και τους πισινούς σας, αν δεν έχετε καν μια γλώσσα για να σημειώσετε τις περιοχές με διαφορετικό επίπεδο της ευαισθησίας?? Έλα να σου δείξω - πως ονομάσαμε τις περιοχές μέσα στον ποπό των κοριτσιών — γονάτισε ή ξάπλωσε στην πλάτη σου.

- Όχι, όχι τώρα, - απάντησε η Τόρα με ανάμεικτα συναισθήματα.

Από τη μια, ο ποπός είναι ποπός, και δεν υπάρχει τίποτε το ντροπιαστικό σε αυτό, και όμως, ο βαθμός της αμεσότητας, με την οποία μίλαγε ο Βάϊγιου, πηδώντας ασταμάτητα τον ποπό του, ήταν τόσο ασυνήθιστος για εκείνη, ότι σαν αποτέλεσμα — την έκανε να ντραπεί.

- Θέλω να φάω, θα έρθεις? – χωρίς να περιμένει την απάντηση, η Τόρα σχεδόν πήδηξε κάτω, έφτιαξε καινούριο τσάι και πήρε ένα σάντουιτς.

- Θα κάνω μια βόλτα — είπε ο Βάϊγιου, κατεβαίνοντας τα σκαλιά.

- Μα πού να πας, - χαχάνισε η Τόρα, - γύρω μας ο ωκεανός, ήρθε η παλίρροια.

Στη συμπεριφορά του Βάϊγιου υπήρξε μια αφύσικη βιασύνη, και η Τόρα στάθηκε κάτω, κλείνοντας του τον δρόμο. - Κάτι δεν πάει καλά?

- Όχι ακριβώς... - ο Βάϊγιου επέλεγε τις λέξεις. - Ξέρεις, στα μέρη μας η διαδικασία του φαγητού... πως να το πω... είναι πολύ προσωπική. Για μας να φάμε μπροστά στους άλλους — είναι όπως για σένα να πηδάς τον εαυτό σου στον ποπό. Μόνο πολύ οικείοι μεταξύ τους άνθρωποι μπορούν να φάνε μαζί, και αυτό — αν είναι πάρα-πάρα πολύ απελευθερωμένοι.

- Απίστευτο! – η Τόρα δεν είχε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο — ούτε για τις Κάτω Περιοχές, και σίγουρα όχι για τον πολιτισμένο κόσμο. – Μα ποιο είναι το περίεργο σε αυτό; Εντάξει, τρώω, μασάω τη τροφή μου, - εκείνη συνόδευε τα επιχειρήματα της με ηχηρό μάσημα, το οποίο προφανώς έκανε τον Βάϊγιου να μην αισθάνεται και τόσο καλά.

- Και πιο είναι το περίεργο στο ότι εγώ πηδάω τον εαυτό μου? – είπε ο Βάϊγιου με πρόκληση. - Με κοιτάς συνέχεια με τέτοιο ύφος, λες και πούλησα τη πατρίδα.

- Τι σημαίνει «πούλησα πατρίδα»?

- Δεν έχει σημασία. – ο Βάϊγιου έβγαλε επιτέλους τον δονητή από τον πισινό. - Με κοιτάς, λες και κάνω κάτι τρομακτικό, ανεπίτρεπτο! Και εγώ απλώς απολαμβάνω κάτι! Χαρίζω στον εαυτό μου την κανονική, την πιο απλή σεξουαλική απόλαυση. Και εσύ η ίδια, εντωμεταξύ, ανοίγεις το στόμα σου, χώνεις εκεί το φαγητό, αναμασάς και κάνεις φασαρία ταυτόχρονα! Αν θα έκανες κάτι τέτοιο στον δικό μου κόσμο, θα σε σταύρωναν απλά! Θα σε έκλειναν στο τρελοκομείο, ή θα σε σκότωναν.

- Γιατί??

- Γιατί???! Γι` αυτό! Σε μας αυτό θεωρείται σιχαμερό, απαράδεκτο, πρόστυχο.

Μια αστεία σκέψη πέρασε από το μυαλό της.

- Άραγε — αν εγώ, για παράδειγμα, μασουλώ ένα σάντουιτς μαζί με ένα εννιάχρονο αγόρι, περπατώντας στον δρόμο — τι — θα θεωρούσαν, πως ασέλγησα σε έναν ανήλικο?

Ο Βάϊγιου είχε χάσει ακόμα και το χρώμα του. Άθελα του κοίταξε πίσω με ένοχο ύφος, σαν να μην ήταν τόσο σίγουρος — μήπως τον ακούει κάποιος, μετά, όμως, κατάφερε να συνέλθει και είπε πάρα πολύ σοβαρά: σου φαίνεται αστείο, ε? Και εγώ θα ήθελα να γελάσω, μόνο που στον δικό μας κόσμο δεν γελάνε με κάτι τέτοια. Της φαίνεται αστείο... Θα σου πω — τι θα γινόταν, αν θα έκανες κάτι τέτοιο…

- Μιας και μιλάμε, δεν μπορείς να πετάξεις στο διάολο τη μπούργκα σου?

- Τι να πετάξω?

- Αυτό το υφασματάκι, το οποίο καλύπτει τόσο προσεκτικά το δικό σου πρόστυχο, και αν κρίνω σωστά, άκρως απαράδεκτο στόμα.

Ο Βάϊγιου δίσταζε, όμως, μετά από λίγα δευτερόλεπτα ήρεμα έβγαλε τη μάσκα του, κοκκινίζοντας ωστόσο λιγάκι.

- Θα σου πω, αν και μάλλον, δεν θα με πιστέψεις, συνέχισε εκείνος, - αν θα έκανες κάτι τέτοιο στα μέρη μας, δεν θα σε σκότωναν μόνο. Στην καλύτερη περίπτωση — αν θα ήσουν αρκετά τυχερή – θα σε είχαν συλλάβει και θα σου φέρονταν με έναν τέτοιο τρόπο μέχρι τη δική, ότι μάλλον δεν θα την έβγαζες πέρα μέχρι εκεί. Και αν παρόλα ταύτα θα επιβίωνες μέχρι δικαστήριο — αν, ας πούμε, οι αρχές θα ήθελαν να κάνουν μια παραδειγματική δίκη κατά των παιδεραστών, τότε θα δικαζόσουν σε είκοσι χρόνια κάθειρξη, όμως, και πάλι αμφιβάλλω, ότι θα ζούσες παραπάνω από έναν χρόνο — στις φυλακές μας οι παιδεραστές εξολοθρεύονται αλύπητα, διότι   δεν είναι άνθρωποι, είναι κτήνη.

Όσο εκείνος μίλαγε, η ελαφριά διάθεση της Τόρας εξατμίστηκε. Εκείνη άρχισε να αντιλαμβάνεται, πως ο, τι της λέει — δεν είναι επιστημονική φαντασία, ή ένα παραμύθι, αλλά η τρομακτική αλήθεια, στην οποία αυτός ο άνθρωπος αναγκάστηκε να ζήσει.

- Δεν μπορώ να το φανταστώ, δεν το καταλαβαίνω — μουρμούρισε η Τόρα.

- Δεν πειράζει, μάλλον, ξέρω ήδη, πώς να το πω, για να στο κάνω πιο ευκολονόητο, - με ευχαριστημένο ύφος είπε ο Βάϊγιου. – Δηλαδή, εσύ ντράπηκες, όταν είδες, ότι εγώ πηδάω τον ποπό μου?

- Ε... ναι. Δεν έχουμε κάποια ταμπού στο σεξ, μπορούμε να πηδιόμαστε, να χαϊδευόμαστε, να γλείφουμε, να κάνουμε ο, τι θέλουμε, όπου το θέλουμε, μέσα στο πλήθος, στο δρόμο, στα μέσα μεταφοράς, - μα οπουδήποτε. Μπορώ να πλησιάσω ένα άγνωστο αγόρι στον δρόμο και να του ζητήσω να πάρω το πέος του στο στόμα μου. Και από εμένα μπορεί ο οποιοσδήποτε να ζητήσει — αν θέλω να γλείψει τα ποδαράκια ή να πηδήξει τον ποπό μου. Παρεμπιπτόντως, μου αρέσει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ να πηδιέμαι στον ποπό... - η Τόρα κοίταξε τον Βάϊγιου στα μάτια, αλλά μετά μαζεύτηκε, επειδή για εκείνον η φράση αυτή θα ακούστηκε, όπως για εκείνη η φράση «μου αρέσει το σάντουιτς με σολομό»΄ και λιγάκι απογοητευμένη από το ότι δεν κατάφερε να τον συγχύσει, συνέχισε - Μπορώ να συμφωνήσω ή να αρνηθώ, ή να προτείνω δική μου ιδέα... βέβαια, δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα, και…

- Και αν εγώ θα δώσω το πούλι μου σε ένα μικρό κορίτσι στη μέση του δρόμου?! – τι θα γίνει, - ρώτησε ο Βάϊγιου προσεκτικά?

Η Τόρα καθυστέρησε να απαντήσει.

- Ναι... καταλαβαίνω. Τώρα — δεν θα γινόταν τίποτα από αυτά, που εσύ εννοείς. Το παιδικό σεξ για μας είναι εξίσου φυσικό, όπως και το σεξ για τους μεγάλους. Αν το παιδί θέλει να κάνει στοματικό, ή να κάνει οτιδήποτε άλλο στο σεξ — όπως και ένας ενήλικας, μπορεί να το κάνει ελευθέρα όπου και όταν το θελήσει. Πριν από την Επανάσταση, στις παλιές εποχές — μόλις μερικές εκατοντάδες χρόνια πριν, – εσύ θα είχες ακριβώς την ίδια μοίρα με μένα, αν εγώ θα τολμούσα να φάω ένα σάντουιτς μαζί με ένα παιδί στο δικό σου κόσμο.

- Άρα — η αναλογία είναι πλήρης. - έβγαλε το συμπέρασμα ο Βάϊγιου — μπορούμε να καταλαβαινόμαστε, βασιζόμενοι στην κατανοητή σε μας εμπειρία.

- Άλλο, όμως, μου έκανε εντύπωση..., - τον διέκοψε η Τόρα — η ανειλικρίνεια μου. Θεωρώ τον εαυτό μου ελεύθερο σεξουαλικά, και απ` ότι φαίνεται, αυτό δεν ισχύει! Προφανώς, τα υπολείμματα εκείνων των παλιών θεωριών ακόμα υπάρχουν μέσα μου! Δεν θα μπορούσα έτσι απλά μπροστά στους άλλους να δείξω την τρυπούλα μου, να αυνανίζομαι με πολυάσχολο υφάκι σαν να μην τρέχει τίποτα... δυσκολεύομαι ακόμα να το περιγράψω, να βρω τη σωστή λέξη... για παράδειγμα, η λέξη, που υποστήριζε δραστικά την αρνητική αντιμετώπιση για σένα – «πολυάσχολο υφάκι». Πηδούσες τον ποπό σου με αυτή την έκφραση — δηλαδή, δεν προσπαθούσες να παίξεις μαζί μου, δεν τραβούσες τη προσοχή μου και δεν την απέφευγες, - δεν έκανες τίποτα το επιτηδευμένο, απλώς ασχολήθηκες με τον εαυτό σου, το απολάμβανες, και όταν άνοιξες με τα δάχτυλα σου την τρυπούλα σου, προσπαθώντας να μου δείξεις — τι συγκεκριμένα εσείς ονομάζετε ποντίκι, και τι γάτα:), μέσα μου εμφανίστηκε ακόμα και η απέχθεια.

- Ο, - ξέρω, για ποιο πράγμα μιλάς! – γέλασε ο Βάϊγιου. Όταν εσύ μάσαγες εκείνο το σάντουιτς, και άνοιγες το ακάλυπτο στόμα σου, και με τέτοιους ήχους κιόλας…

- Για σένα ήταν το ίδιο, ο, τι είναι για μένα να κοιτάζω τον πισινό ενός άγνωστου αγοριού!

- Μάλλον:)

Και οι δυο γελάσανε.

- Μα και εγώ, βασικά, θεωρούσα τον εαυτό μου πολύ πιο ελεύθερο από τις προκαταλήψεις, συνδεδεμένες με τη διαδικασία του φαγητού, με την όψη του γυμνού στόματος, των δοντιών και της γλώσσας, αλλά η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Εμείς — η δική μας παρέα, τρώμε καμιά φορά παρουσία του άλλου, όμως εσύ με ένα τέτοιο…

- Πολυάσχολο!

- … ναι:) ύφος το καταβρόχθιζες, δείχνοντας τις πιο…

- Απαίσιες και πρόστυχες!

- … ναι:) περιοχές του κορμιού σου…

- Αυτό είναι να τρελαίνεσαι. – η Τόρα κούνησε το κεφάλι της.. – Με τίποτα δεν το χωράει ο νους μου, ότι μια τόσο φυσική διαδικασία, όπως η κατανάλωση της τροφής…

- Ενώ το σεξ — είναι μια αφύσικη διαδικασία? – διέκοψε ξανά ο Βάϊγιου.

- Φυσική, αλλά…

- Αλλά το φαγητό — είναι πιο φυσικό πράγμα, έτσι?

- … απ` ότι φαίνεται, έτσι...- η Τόρα μπήκε σε σκέψεις. – Ναι, ακόμα και σε μια τέτοια δική μου φράση διακρίνεται η προκατάληψη κατά του σεξ. Σύμφωνα με τους συλλογισμούς μου, είναι ηλιθιότητα και βαρβαρότητα να θεωρείς το σεξ κάτι απαράδεκτο, όμως, το να θεωρείς πρόστυχη τη διαδικασία του φαγητού — αυτό πλέον ξεπερνάει κάθε όριο. Και ως εκ τούτου βγαίνει προφανώς, ότι τελικά διαχωρίζω το σεξ απ` όλες τις άλλες διαδικασίες, μιας και θεωρώ, ότι η προστυχιά του σεξ είναι λιγότερο κραυγαλέος μαρασμός, απ` ότι η προστυχιά του φαγητού. Δηλαδή — η θεωρία της προστυχιάς του σεξ ζει ακόμα μέσα μου. Απίστευτο. Εντάξει — για μένα υπάρχει μια εξήγηση — γεννήθηκα σε μια οπισθοδρομική οικογένεια, όπου διατηρήθηκαν πολλές προκαταλήψεις, και όμως, δεν έχω δει ποτέ ΚΑΝΕΝΑΝ, που να έκανε το σεξ με την ίδια απόλυτη αμεσότητα και να δείχνει τα γεννητικά του όργανα, όπως μασάει ένα σάντουιτς... αυτό σημαίνει, ότι αυτή η λερά ζει μέσα σε όλους μας....

- Αυτό δεν μου κάνει καμία εντύπωση... - ο Βάϊγιου περπάτησε πέρα-δώθε πάνω στη ταράτσα, με κάποια σιχασιά κλώτσησε με το πόδι του το κομμάτι υφάσματος, που κάποτε κάλυπτε το στόμα του, και αυτό έπεσε κάτω. Έπειτα νευρικά και γρήγορα έβγαλε τους επιδέσμους από τα πόδια του και τους έστειλε στην ίδια κατεύθυνση.

- Καλύτερα στα σκουπίδια... δεν πειράζει — σχολίασε σιγανά η Τόρα. - Γιατί, και τα γόνατα είναι ντροπή?

- Όχι βέβαια, όσο είναι το στόμα, μα είναι. Εσείς δεν μπορούσατε μόνο το πέος η το μουνάκι σας να δείχνετε παλιά, η και κάτι άλλο…

- Σωστά! Δεν έπρεπε, - η Τόρα χτύπησε με τη μπουνιά της την επίστρωση της ταράτσας, - να δείχνουμε το στήθος, ειδικά τις ρώγες.

Ο Βάϊγιου μπόρεσε μόνο να κουνήσει το κεφάλι του από την έκπληξη.

- Διάβασα κάποτε — αν η γυναίκα στην παράλια φορούσε ένα κομματάκι υφάσματος, ακόμα και πιο μικρούλικο, όμως, αρκετό, για να καλύψει τις ρώγες της — αυτό θεωρείτο αποδεκτό. Προκλητικό, βέβαια, αλλά γενικώς αποδεκτό. Όμως, αν το στήθος της κοπέλας θα είναι καλυμμένο ολόκληρο, και μόνο οι ρώγες ήταν στην κοινή θέα, τότε θα της έδειχναν τον ουρανό με τ` άστρα, ειδικά συχνά χρησιμοποιούσαν τη φράση «έχουμε και τα παιδιά εδώ!».

- Μούρλια!:) - ο Βάϊγιου κούναγε το κεφάλι του και χαμογελούσε. - Βαρβαρότητα! Τα ίδια τα παιδιά δεν βλέπουν τις ρώγες της μάνας τους, όταν τη θηλάζουν? Γιατί είναι πρόστυχες? Όπως καταλαβαίνω, δεν ρουφάνε το πούλι του πατέρα τους, έτσι?

- Τώρα κάνουν ο, τι θέλουν και όπου θέλουν, παλιά, όμως... αν θα ανακάλυπταν, ότι ο πατέρας έκανε κάτι τέτοιο με το παιδί του, δεν ξέρω πια και με τι να το παρομοιάσω... – δεν θα ονόμαζαν τέτοιο άνθρωπο κτήνος η απόβρασμα — αυτό θα τους φαινόταν υπερβολικά μαλακό...

- Οι ρώγες ! – με τίποτα δεν μπορούσε να ηρεμήσει ο Βάϊγιου.

- Δόντια! – φώναξε, γελώντας η Τόρα.

- Όμως, αλήθεια τους σκοτώνουν. - Σοβαρεύτηκε ο Βάϊγιου. Τώρα αυτό μας φαίνεται αστείο, αλλά εκεί — αυτή τη στιγμή - σκοτώνουν.

Η έκφραση του έγινε πλέον όχι απλώς σοβαρή, αλλά απειλητική, και στην πλάτη της Τόρας πέρασε ξανά μια ψύχρα — αυτό, που αναφέρει εκείνη — είναι απλώς η ιστορία — τρομακτική, αιματηρή, αναπάντεχη, όμως, ιστορία. Για τους επαγγελματίες δύτες αυτή η ιστορία είναι επίσης πραγματικότητα, όμως, και πάλι πραγματικότητα απομακρυσμένη, όχι εντελώς ρεαλιστική. Μπορείς να διαβάσεις για το κυνήγι των «μαγισσών» σε ένα βιβλίο, και αυτό σε τρομάζει. Μπορείς να δεις μια ταινία με ίδια πλοκή – και οι εντυπώσεις σου θα γίνουν τρομακτικά ρεαλιστικές, ενώ μπορείς να γίνεις δύτης και να το βιώσεις ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, όπως αυτό θα γινόταν αυτή τη στιγμή, αλλά και σε αυτό υπάρχει μια ουσιαστική απόσταση από την αληθινή πραγματικότητα – αυτό το «αν», φυσικά, κάνει πιο ήπια την επίδραση, όπως και η κατανόηση του ότι εμείς μπορούμε να παρατηρήσουμε, πλην δεν μπορούμε να αλλάξουμε πια τίποτα, όλα αυτά έχουν τελειώσει, συνέβησαν. Ενώ εδώ — είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάπου εκεί (και η Τόρα είχε καταλάβει πλέον, ότι δεν μιλάνε, φυσικά, για τις Κάτω Περιοχές), όλα τα αυτά συμβαίνουν αυτή τη στιγμή — ακριβώς τώρα θα εκτελέσουν κάποιον παιδεραστή, επειδή εκείνος έφαγε το πρωινό με τη κόρη του, αφήνοντας τα στόματα τους ακάλυπτα. Κάποιος θα υποστεί βασανισμούς και εξευτελισμό από τους συγκρατούμενους του, επειδή εξήγησε στο γειτονόπουλο, ότι το στόμα — δεν είναι κάτι πρόστυχο, ότι το φαγητό είναι νόστιμο, και δεν χρειάζεται να κλειδωνόμαστε σε μια προορισμένη ειδικά γι` αυτό κάμαρα, για να το φάμε, αλλά μπορούμε να το κάνουμε στ` ανοιχτά, χωρίς ντροπή και ότι η απόλαυση από το καλό φαγητό — είναι η πιο συνηθισμένη, εντελώς νόμιμη και φυσική απόλαυση. Για ασέλγεια εις βάρος των ανήλικων αυτή τη στιγμή στις φυλακές βρίσκονται πολλοί άνθρωποι.

- Η από κοινού κατανάλωση της τροφής με τα παιδιά ορισμένης ηλικίας θεωρείται βιασμός? – διευκρίνισε η Τόρα.

- Εννοείται. Το ίδιο συνέβαινε και εδώ, αν κρίνω σωστά από την ερώτηση σου — ανεξάρτητα από οτιδήποτε, το σεξ με ανήλικο — είναι βιασμός?

-Ναι.

Το χειριστήριο της Τόρας άρχισε να κάνει σινιάλα — κάποιος προσπαθούσε να τη βρει μέσο επείγουσας κλήσης. Η Τόρα έφτασε στο χειριστήριο, το έσφιξε στο χέρι και μετά το άφησε δίπλα της.

- Σου αρέσει η γεύση του σπέρματος?

- Ναι, σχεδόν πάντοτε μου αρέσει. Πάντα έχουμε την δυνατότητα να δοκιμάσουμε το σπέρμα, να αυνανιστούμε ή να πηδηχτούμε. Λατρεύω το σεξ, όταν το κορμάκι του κοριτσιού ή του αγοριού είναι αλειμμένο με αυτό.

- Δηλαδή, στην αρχή εσύ τελειώνεις, ή όχι — ένα αγόρι δίπλα σου τελειώνει... από πού παίρνετε το σπέρμα; Διότι για να μην μειώνεται η αίσθηση κατά το σεξ, μάλλον, δεν θα τελειώνετε συχνά, όχι περισσότερο από μια φορά σε δυο-τρεις εβδομάδες? Άκουσε, δεν θα έχετε καν την έννοια «ομοφυλοφιλία»?

- Γιατί? Έχουμε, φυσικά.

- Α! Όταν ένα παλικάρι τρώει μαζί με άλλο!

- Ναι…

- Θα κατουρηθώ! – τα γέλια έπιασαν ξανά την Τόρα, όταν εκείνη φαντάστηκε, πως κοκκινισμένη από ντροπή αγοράκια βγάζουν τις μάσκες τους και απολαμβάνουν ένα μιλκ-σέικ μαζί.

- Βέβαια, τελειώνουμε σπάνια, όχι πιο συχνά από μια φορά σε δυο εβδομάδες. Εγώ, για παράδειγμα, τελειώνω μια φορά στους δυο με τρεις μήνες. Όμως, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, και πάντα βρίσκεται κάποιος, που θέλει να τελειώσει σήμερα.

- Εντάξει, σήμερα κάποιος τελείωσε, μα πώς εσύ θα πάρεις το σπέρμα του, θα το κουβαλάει μαζί του μέσα στο προφυλακτικό;:)

- Γιατί? Αν, για παράδειγμα, εγώ είμαι στο δρόμο και θέλω να κάνω σεξ, μπορώ να πηδήξω ή να μπω σε ένα σεξάδικο, όπου θα με πηδήξει κάποιος, ή θα το κάνω εγώ, ή θα μου τον ρουφήξουν — εξαρτάται από το μενού, είναι παντού διαφορετικά, συνήθως σε απλά σεξάδικα του δρόμου υπάρχουν γύρω στις είκοσι με τριάντα προτάσεις στον κατάλογο, στα ακριβά σεξστιατόρια μέχρι και διακόσιες, μερικά μαγαζιά προσφέρουν συγκεκριμένες υπηρεσίες... λοιπόν, αν εγώ θέλω να τελειώσω, απλώς ρίχνω το προφυλακτικό μου στο πρώτο τυχαίο σπερμο-μηχάνημα — υπάρχουν παντού στους δρόμους - και φεύγω. Αν κάποιος θέλει να παίξει με το προφυλακτικό ή με το σπέρμα μου — απλώς το παίρνει από το μηχάνημα.

Η Τόρα τον άκουγε αμίλητη. Δεν θα μπορούσε να βρει μια άλλη λέξη — τα μάτια της ήταν γουρλωμένα, το στόμα έμεινε ανοιχτό.

- Δεν θα μου περνούσε καν από το μυαλό κάτι τέτοιο! Και όχι μόνο σε μένα, απ` ότι φαίνεται — είμαστε όλοι τρομεροί υποκριτές! Συζητάμε για την ελευθερία του σεξ, αλλά στην καθημερινή μας ζωή δεν σκεφτόμαστε καν για μια ΤΕΤΟΙΑ ελευθερία… μου αρέσει η ιδέα αυτή! Θα δούμε — πώς θα αντιδράσει ο κόσμος, όταν θα τους προτείνω να φτιάξουμε κάτι παρόμοιο.

- Αισθάνομαι σαν Γκλινν, που φέρνει το φως της αλήθειας στον άγριο λαό των αβαχος.

- Για πες μου, φως της αλήθειας, τα προφυλακτικά με το σπέρμα... αφού αυτό δεν μπορεί να παραμείνει φρέσκο για πολύ καιρό... Η τα σπέρμο-μηχανήματα λειτουργούν σαν ψυγεία?

- Περισσότερο σαν θερμοστάτης, που συντηρεί το σπέρμα κατεψυγμένο, όταν εσύ θέλεις να βγάλεις ένα προφυλακτικό, επιλέγεις με μια στροφή του χερουλιού την επιθυμητή θερμοκρασία, και πέντε δευτερόλεπτα αργότερα το έχεις στα χέρια σου — αφού καμιά φορά θέλεις το σπέρμα να είναι ζεστό — σαν να είχε βγεις μόλις από το πέος, ενώ κάποια άλλη — πιο δροσερό... για παράδειγμα, στη γλώσσα μου αρέσει πιο πολύ να βάζω το ζεστό σπέρμα, ενώ πάνω στο κεφαλάκι του πέους μου προτιμώ να βάζω δροσερό. Γιατί — εσύ όντως θεωρείς αυτό μια τεχνολογική πρόκληση για τον πολιτισμό σας; - ο Βάϊγιου κοίταξε την Τόρα με περιφρόνηση. Αν και... για σένα είναι το ίδιο, ο, τι είναι για μένα η συζήτηση για την ποιότητα της τροφής.

Η Τόρα χαχάνισε και πάλι.

- Το θέμα της ποιότητας της τροφής είναι απαράδεκτο? Θα με πεθάνεις! Εμείς μπορούμε να συζητάμε — αν είναι φρέσκο ένα κομμάτι ψάρι, να το μυρίζουμε, να δοκιμάζουμε όλοι μαζί τη γεύση του, δεν μπορώ να πιστέψω, ότι με το ίδιο υφάκι εσείς μπορείτε να το κάνετε με το σπέρμα? Τρελό!:) Τι υποκρισία — εμείς μπορούμε να συζητάμε για την φρεσκάδα του ψαριού, και όμως προτιμάμε καλοσυνάτα να μην κάνουμε το ίδιο για το σπέρμα, δεν θα αναφέρω καν τη περίπτωση να το δοκιμάζουμε ή να συγκρίνουμε τη γεύση ... με το που φαντάζομαι, ότι δοκιμάζω μπαγιάτικο σπέρμα... ακόμα και ίδια έκφραση μου φαίνεται παράλογη - «μπαγιάτικο σπέρμα»!» - η Τόρα απλώς έσκασε από τα γέλια.

- Εγώ νιώθω αναγούλα, όταν σκέφτομαι, ότι στο ψυγείο μου έμεινε φαγητό για δυο μέρες, δεν είμαι σίγουρος, αν είναι ακόμα καλό, και το δοκιμάζω, και ανακαλύπτω, ότι ήδη έχει χαλάσει λιγάκι… τώρα, που στο λέω, νιώθω, ότι αρχίζω να ανακατεύομαι, αν και υπάρχει μια λογική σαφήνεια — ποιο είναι το παράξενο σε αυτό?

- Και για μένα είναι ακόμα αρκετά δυσάρεστο να φαντάζομαι το ίδιο για το σπέρμα.

- Ενώ τεχνικά... τεχνικά δεν είναι πιο περίπλοκο από ένα αυτόματο μηχάνημα για το μεταλλικό νερό — συνέχισε ο Βάϊγιου, και το ίδιο γεγονός, ότι σου φάνηκε, πως αυτό μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα, είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα σημάδι της ανειλικρίνειας, διότι όταν αισθάνεσαι απέχθεια για κάποια ιδέα, πάντοτε αρχίζεις να αναζητάς εμπόδια στην πραγματοποίηση της — ακόμα και τα πιο χαζά.

- Συμφωνώ.

- Το σπέρμο-μηχάνημα είναι φτιαγμένο έτσι, ώστε μόλις συμπληρωθεί ένα από τα συρτάρια του, ενεργοποιείται το χρονόμετρο. 12 ώρες αργότερα — αν το προφυλακτικό έμεινε στα αζήτητα — αυτόματα πέφτει στα σκουπίδια.

- Καλό!

- Καλό… - ο Βάϊγιου σοβαρεύτηκε και πάλι, σηκώθηκε, υπερβολικά αργά τίναξε τα γόνατα του, και μετά πήγε προς την άκρη της ταράτσας.

- Και τι να κάνω τώρα — να την αράξω εδώ? – ρώτησε εκείνος, κοιτάζοντας κάπου μακριά. – Να εξηγώ στους αυτόχθονες τη λειτουργία των σπερμό-μηχανημάτων και να μαθαίνω να τρώω μαζί με άλλους?

- Μιας και το λέμε, θέλεις? – η Τόρα του άπλωσε το δικό της μισοφαγωμένο σάντουιτς.

Ο Βάϊγιου γύρισε κάπως άχαρα — φαινόταν, ότι προσπαθεί να δείχνει άνετος, όμως, ακριβώς γι` αυτό όλα έδειχναν ακόμα χειρότερα.

- Ναι, θέλω. – ο Βάϊγιου πλησίασε και με αλύγιστα χέρια πήρε το σάντουιτς από τα χέρια της Τόρας. – Στις πιο πρόστυχες φαντασιώσεις μου δεν μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο — μυρωδάτο κομμάτι σταρένιο ψωμί, λεπτή στρώση βουτύρου, κομματάκι σολομού, μπέικον, ο άνηθος κρέμεται εντελώς πουτανίστικα, λιωμένο τυρί... και εσύ το τρως έτσι — φαίνεται, ότι ποτέ δεν θεωρούσες σιχαμερό ή απαράδεκτο – να τρως φαγητό, εγώ, μάλλον, δεν θα μάθω ποτέ να το κάνω έτσι... . να μαζεύω με τη γλώσσα τα ψίχουλα από τις παλάμες!!! να τραβάω το τυρί με τα δόντια μου, να το δαγκώνω και να το ρουφάω, βγάζοντας τη γλώσσα έξω... ακατανόητο — τι κάνεις, είναι μια σκέτη καταστροφή!

Όταν επιτέλους ο Βάϊγιου συνήλθε από τις εκφράσεις των συναισθημάτων του, άρχισε να τρώει.

- Θα μάθω να το κάνω.

- Μάθαινε:) – τον πείραζε η Τόρα, που όλο το σκηνικό φαινόταν αστείο.

- Μμμμ, – μουρμούρισε ο Βάϊγιου, - ποιο καθίκι..., - εκείνος κατάπιε μια μπουκιά, άφησε το σάντουιτς στην άκρη, και συνέχισε την ομιλία, κουνώντας το χέρι του λίγο πιο φυσικά, - μα ποιος μαλάκας το σκέφτηκε, ότι το φαγητό — είναι κάτι πρόστυχο? Ποιο γουρούνι μας στρίμωξε σε αυτή τη τρύπα?? Και βέβαια, τα πάντα διακοσμούνται με την υψηλή άξια, δηλαδή, αν το φαγητό δεν θα ήταν απαράδεκτο, αν η πολύτιμη ηθική μας δεν θα μας περιόριζε στην τροφή, θα συνέβαινε το τέλος του κόσμου, θα είχαμε καταβροχθίσει τη μάσα μέχρι θανάτου, προσπαθώντας να βρίσκουμε τις απολαύσεις ατελείωτα - όπως εκείνη η αρτσίτκα, η οποία πατούσε το κουμπί, που έστελνε ηλεκτρικό φορτίο στα κέντρα της τροφικής απόλαυσης μέσα στον εγκέφαλο της — εκείνη, δηλαδή, το πίεζε ξανά και ξανά, μέχρι που ψόφησε. Τι μαλακία!

- Πώς! – η Τόρα δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της, - και σε σας τα είχαν πρήξει με αυτό το κουμπί!? Θα τρελαθώ!!:)) Απ` ότι φαίνεται, μας έχουν γαμήσει όλους με αυτό το κουμπί - σε διαφορετικούς κόσμους τα μυαλά λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο.

- Έτσι φαίμνεταιμμμ, - ο Βάϊγιου συνέχιζε να απολαμβάνει το σάντουιτς — Οι δικές μας γευστικές ικανότητες αδρανήσανε πια με όλα ταύτα... θα χρειαστεί να τις προφτάσω, ελπίζω να μην τα έχασα για πάντα.

- Πώς είναι το φαγητό, νόστιμο?

- Απίστευτομμμμ!! – μασουλώντας ασταμάτητα με απόλαυση, ο Βάϊγιου συνέχισε την ιστορία του — είχα τέτοια οξύτητα στις γεύσεις, μόνο όταν ήμουν παιδί... θυμάμαι, πως με τα άλλα παιδιά στη γιορτή της Πρώτης Μέλισσας κάναμε διαγωνισμό — μαζεύαμε τα προφυλακτικά με το σπέρμα — όπου μπορούσαμε να τα βρούμε, - τα βάζαμε στα ξυλαράκια, και μετά καθόμασταν όλοι μαζί δίπλα στη φωτιά, οποίος βρήκε τα περισσότερα — κέρδιζε, και μετά τα πετάγαμε μέσα στις φλόγες, και αυτά άναβαν με διαφορετικά χρώματα — ήταν τόσο όμορφο... Είχα τον καλύτερο μου φίλο εκεί — δεν θυμάμαι πια το όνομα του... εκείνος με είχε αποπλανήσει, ξύπνησε μια φορά αργά τη νύχτα, με φώναξε στο κρεβάτι του, και έβγαλε από το μαξιλάρι του ένα άλμπουμ με … ζαλίστηκα τότε — τα περιτυλίγματα από τα γλυκά! Δεν ξέρω καν — που κατάφερε να το βρει αυτό, ίσως, να το έκλεψε από κάποιον «ανώμαλο»-δάσκαλο — βασικά, αν θα τσάκωναν έναν δάσκαλο με μια τέτοια συλλογή... εντάξει, ίσως θα γλίτωνε τη φυλακή, όμως η σφραγίδα του ανώμαλου – θα την είχε για όλη τη ζωή του, και με αυτήν... - ο Βάϊγιου σκοτείνιασε και πάλι. - Πες μου, τα παιδιά, για παράδειγμα, κουβαλάνε το φαγητό στην παράλια?

- Τώρα δεν το κάνουν, δεν χρειάζεται, ενώ κάποτε — ναι, ήταν αρκετά συνηθισμένη η παιδική εργασία, τα παιδιά έβγαζαν τα χρήματα τους και με αυτόν τον τρόπο, πουλώντας φαγητό, γιατί?

- Έχω περάσει την αναλογία, αν στο δικό μας κόσμο τα παιδιά πουλούν τους εαυτούς τους, για να βγάλουν λεφτά, τότε εδώ σε σας αυτοί, προφανώς, είναι αναγκασμένοι να πουλάνε τη τροφή.

- Ναι, έτσι ήταν κάποτε. Υπήρξε και η παιδική πορνεία, όμως, υπό την αυστηρότατη απαγόρευση, ήταν το πιο τρομερό έγκλημα, και το πιο χαζό ήταν, ότι στριμώχνοντας την παιδική πορνεία στην εγκληματικότητα, οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο καταντούσαν την παιδική πορνεία ως πιο επικίνδυνη μορφή βίας κατά των παιδιών.

- Σε μας είναι όλα πολύ απλά, το παιδί έχει το δικαίωμα να πουλήσει ο, τι θέλει σε οποιαδήποτε ηλικία — εννοώ το κορμί του. - Για παράδειγμα, μπορεί να πρόσφερε τα πόδια η τον ποπό του, η να πουλήσει τα καλτσάκια του κάποια άλλα εσώρουχα, με δυνατή η αδύναμη μυρωδιά, η να αφήσει να τον αγγίξουν… πολλά πράγματα, και μένει ευχαριστημένος με την ανταμοιβή του — είναι βολικό, επειδή όταν αυτό θα βγει από την εφηβεία τους και παύει να είναι πια τόσο περιζήτητο για τις εξεζητημένες σεξουαλικές αισθήσεις, έχει πλέον αρκετά χρήματα για να πληρώσει για τα δίδακτρα του, να αγοράσει ένα διαμέρισμα, και γενικώς — να κτίσει το μέλλον του, αυτό είναι τόσο φυσικό, με ποιον άλλο τρόπο να βγάλει τα προς το ζην ένας ανήλικος?? Εμείς έχουμε ειδικούς παιδικούς σταθμούς — τα πιτσιρίκια κάνουν παρέα εκεί, πουλάνε τα κορμιά τους — σε κάθε περιοχή από δυο-τρεις τέτοιους σταθμούς, για να βρουν όλοι μια θέση – μάλλον, και εσείς θα έχετε τους ίδιους σταθμούς, όπου οι άνθρωποι παίζουν με τα παιδιά τους, τρώνε και παίρνουν εντυπώσεις μαζί. Έχετε τέτοια?

- Ναι, τις καφετέριες, ζωολογικούς κήπους, απλές παιδικές χαρές — έχουμε πολλά…

- Μάλλον, θα έχετε και τον κατάλογο με διαφορετικά είδη τροφής?

- Φυσικά:) Μα και τώρα, εδώ στην κουζίνα μπορούμε να φτιάξουμε χιλιάδες φαγώσιμα. Ένα σορό — σάντουιτς, πιάτα με κρέας, με ψάρι... δεκάδες, εκατοντάδες γεύματα, αρκεί να υπάρχει επιθυμία να επιλέξεις κάτι.

- Εμείς το ίδιο κάνουμε με το σεξ... εκεί, στους σταθμούς — κάποιος θέλει να μυρίσει τα ποδαράκια των αγοριών, κάποιος άλλος — των κοριτσιών με πιο έντονο άρωμα, κάποιος άλλος να χώσει τη γλώσσα του στον ποπό, άλλος — να του ρουφήξει ένα μικρό αγόρι το πέος, ενώ ταυτόχρονα να αφήνει ένα μεγάλο παλικάρι να τον παίρνει από πίσω, συνδυασμούς από δυο, τρεις, τέσσερις συμμετέχοντες, ομαδικό σεξ, ανώνυμο…

- Αυτό τι είναι?

- Καμιά φορά σε ανάβει ιδιαίτερα να κάνεις σεξ με κάποιον, χωρίς να βλέπεις το πρόσωπο του άλλου, ούτε να του μιλάς, και γενικώς να μην τον γνωρίσεις ποτέ — έχουμε πολλά κιόσκια για αυτό στους δρόμους – ονομάζονται «στιγμιαίο σεξ – μπαίνεις μέσα, δεν σε βλέπει κανείς, στήνεσαι στα γόνατα έτσι, ώστε μόνο ο πόλος είναι έξω σε μια ειδική τρύπα — οποίος περνάει δίπλα, μπορεί να σε πηδήξει — υπάρχουν με λεφτά και χωρίς. Η μπορείς να βγάλεις το πουλί σου — οποίος θέλει, θα το ρουφήξει. Μπορείς σε μια ξεχωριστή κονσόλα να σημειώσεις την ηλικία και το φύλο σου (διότι, για παράδειγμα, όταν φαίνονται τα ποδαράκια για γλείψιμο, δεν μπορείς να καταλάβεις πάντα — αν είναι αγορίστικα η κοριτσίστικα), η, αν δεν θέλεις, δεν γράφεις τίποτα — καμιά φορά είναι ωραίο να πηδάς τον πισινό η να γλείφεις τα πόδια, αγνοώντας — αν είναι αγόρι η κορίτσι. Αυτά... που είχα σταματήσει; Στους συνδυασμούς. Λοιπόν, μπορούμε να γλείψουμε τα ποδαράκια γυμνά, η με καλτσάκια, μπορούμε να κοιτάζουμε τους άλλους, που κάνουν σεξ η να πάρουμε μέρος και οι ίδιο, αν θέλουμε… δεν μπορώ να τα απαριθμήσω όλα, όπως δεν μπορείς και εσύ να πεις όλον τον κατάλογο με τα φαγητά:) – εκατοντάδες, χιλιάδες επιλογές. Φυσικά, από τη μικρή ηλικία τα παιδιά είναι εντελώς ανεξάρτητα από τους γονείς τους, βγάζουν όσα θέλουν. Τα δικά σας πως ζούσαν παλιά?

- Τελείως διαφορετικά... όταν πουλούσαν τις τροφές, η δούλευαν σε οποιαδήποτε άλλη δουλεία, έπαιρναν πολύ λίγα χρήματα, γενικώς, δεν έβγαζαν σχεδόν τίποτα, πράγματι — με τι άλλο μπορεί να οικονομήσει ένα ανήλικος, αν όχι με το κορμί του, και αυτό απαγορευόταν αυστηρά, εννοείται, ότι έτσι τα πιτσιρίκια εξαρτιόνταν εκατό τοις εκατό από τους γονείς τους, – που και αυτοί ήταν άποροι κατά κανόνα, και έμπαιναν στην ενηλικίωση εντελώς φτωχοί.

- Τι βλακεία! – ο Βάϊγιου έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

- Ε, κα να ήταν μόνο μια…

- Και αν εγώ — αν θα ζούσα στο δικό σας παρελθόν — θα ήθελα να τελειώσω στο στόμα ενός μικρού, η μέσα στον ποπό — τι θα έπρεπε να κάνω?

- Τι να κάνεις... τι κάνεις εσύ στον κόσμο σου, όταν θέλεις να φας τηγανητές πατάτες με μανιτάρια παρέα με έναν ανήλικο?

- Ναι, εντάξει... Όμως, αν καταπιέζεις την σεξουαλική και την ερωτική έλξη σε κάτι, αυτή καταπιέζεται γενικώς, δεν μπορείς να καταπιέσεις μόνο ένα κομμάτι του σεξ — πέθαινε ολόκληρο... Θα έπρεπε να ήταν ανίκανοι όλοι τους !

- Ήταν όλοι τους έτσι — μπορείς να κάνεις μια εκδρομή στις Κάτω Περιοχές, να δεις, πως ζούνε, τι άνθρωποι είναι. Καταπιέζοντας την σεξουαλικότητα, καταπιέζεις τα πάντα — και τον έρωτα, και συμπάθεια, διότι είναι αδύνατον να κόψεις στα δυο τον έρωτα και τρυφερότητα — σε ότι δεν αφορά το σεξ είναι εντάξει, και ο, τι αφορά — το κόβουμε. Πράγματι, όλο το πράγμα πεθαίνει. Και εσύ τι έκανες — εκεί, στο σπίτι σου?

Ο Βάϊγιου σώπασε για ένα λεπτό, μετά γύρισε απότομα, το πρόσωπο του δεν είχε πια ίχνος καλοσύνης.

- Εκεί, στον κόσμο μου, εγώ πολεμούσα. Εγώ σκότωνα, και εμάς σκότωναν — αυτό έκανα. Και τον πόλεμο εκείνο τον χάσαμε! - Εκείνος έσκισε τον αέρα με την παλάμη του. - Τον χάσαμε, επειδή κολλήσαμε στην επάρκεια, επειδή ποτέ κανείς δεν πίστεψε μέχρι τέλους, ότι αυτοί θα αρχίσουν να μας σφάζουν, και όταν μας το έλεγαν αυτό, όταν μας έβαζαν με τη μύτη σε αυτό και παρακαλούσαν, πίεζαν, απαιτούσαν να προετοιμαστούμε για τον πόλεμο, να στήσουμε την άμυνά μας, εμείς γυρνάγαμε αλλού, ή συμφωνούσαμε με ψευτο-ευγενικό ύφος, ενώ υπήρξαν και κάποιοι, που αποκαλούσαν όλα τα αυτά ανόητο πανικό, σώνει και καλά, δεν ζούμε στον μεσαίωνα, αυτοί είναι πολιτισμένοι άνθρωποι, έχουν την ανοχή στο αίμα τους! Σκατά έχουν στο αίμα τους! – ο Βάϊγιου σχεδόν φώναζε στο πρόσωπο της Τόρας, λες και αυτή ήταν που δεν ήθελε να ακούσει τις παρακλήσεις για αυτοάμυνα. - Μίσος είναι στο αίμα τους, και όχι η ανοχή. Αν κάποιος φοράει γραβάτα, και λέει «παρακαλώ», «να έχετε την καλοσύνη να μου δώσετε εκείνο το προφυλακτικό», αν ονομάζει τον εαυτό του «πολιτισμένο», αν όλη τη ζωή του τρίβει τα παντελόνια και τα μανίκια σε μια αποχαυνωτική δουλειά, αυτό δεν σημαίνει... όχι, ακριβώς αυτό σημαίνει, ότι έχουμε μπροστά μας τους δολοφόνους, τους μοχθηρούς βρικόλακες. Κάποιος, που βιώνει τις φωτισμένες αντιλήψεις — θα είναι τόσο σιχαμερά ευγενικός; Θα τρέχει από το πρωί ως το βράδυ στη δουλειά, και στον ελεύθερο του χρόνο θα ξεφεύγει από την ανία, γεμίζοντας τη ζωή του με ανόητες εντυπώσεις? Όχι, μόνο εκείνος, που καταπιέζει το μίσος του μπορεί να ζήσει έτσι, και αργά η γρήγορα το μίσος ξεσπά, και τότε οι άνθρωποι, γουρλώνοντας με έκπληξη τα μάτια τους, ρωτούν ο ένας τον άλλο — θεέ μου, πώς συνέβη κάτι τέτοιο? Είναι κάποια μαζική παράνοια, όταν δεκάδες εκατομμύρια εντελώς πολιτισμένων πολιτών ξαφνικά μεταμορφώνονται σε εκτελεστές, είναι σίγουρα κάποια κατάρα... τους αρέσει ακόμα να αμολάνε τα σκυλιά στους αρχηγούς τους — και καλά, ιδού ο φταίχτης — αυτός, ο άτιμος, μας ξεγέλασε με τις ομιλίες του, δεν ανταποκρίθηκε στις καλύτερες μας προσδοκίες... τι σχέση έχουν με όλα ταύτα οι αρχηγοί? Ας υποθέσουμε, ότι έρχεται ο Σακ-Κιού σε μένα τώρα, και άρχιζε να μου πουλάει τις γεμάτες συναισθηματισμούς ομιλίες του περί καθαρότητας της φυλής, και τι — αυτό θα με παρακινήσει για καταστροφές; Η αν ο Μέρρβα, φωνάζοντας και κάνοντας χειρονομίες, θα με καλέσει στον ιερό πόλεμο κατά των άπιστων, που αρνούνται να λατρέψουν τον Κουλαχ – και εγώ θα τρέξω μαζί με των όχλο των πιστών να κόβω τα λαρύγγια των άλλων? Στο διάολο να πάνε! – ο Βάϊγιου χτύπησε με δύναμη την δεξιά του γροθιά πάνω στην αριστερή παλάμη. Εγώ — δεν θα πάω. Δεν θα τρέξω μαζί με τους άλλους. Γι` αυτό ας μην το ρίχνουν στους αρχηγούς — ο καθένας, που πήγε να λεηλατήσει και να βιάσει και να κόβει τους λαιμούς — ο ΚΑΘΕΝΑΣ είναι στην ουσία αυτός, που το ονειρευόταν κάθε μέρα της ζωής του, κάθε πρωί, κάθε βράδυ, καταπιέζοντας το μίσος του με καλούς τρόπους και με ευγενικές μέχρι εμετού υποκλίσεις. Όλοι αυτοί — οι «πολιτισμένοι», γαμώτο, άνθρωποι - είναι δολοφόνοι. Ο καθένας από αυτούς εκατό φορές την ημέρα εύχεται μπελάδες στους άλλους γύρω του, ο καθένας σαπίζει μέσα το μίσος του, εξωτερικά, όμως, όλοι δείχνουν τόσο καθώς πρέπει... και μετά... και μετά το απόστημα σπάει.

Ο Βάϊγιου σώπασε πάλι, και μάλλον, ένιωθε αμήχανα, επειδή μίλησε τόσο νευρικά.

- Η καλοσύνη πρέπει να έχει γροθιές! - Εκείνος κοίταξε την Τόρα αγρία ξανά. – Είναι πάρα πολύ ωραίο να υμνείς με γλυκιά φωνούλα την δόξα των φωτισμένων αντιλήψεων, είναι πολύ καλύτερο, απ` το να κολλάς φυλλάδια με τις παρακλήσεις να εξολοθρεύσουμε τους απαίσιους νόες, αλλά αυτό θα σε προστατέψει, όταν το απόστημα θα σπάσει; Οι άνθρωποι πάντα ψάχνουν - με ποιους να φιλιώσουν, ποιους να επιλέξουν για εχθρό τους. Όσον καιρό ήμασταν ασήμαντοι ψύλλοι, δεν μας παρατηρούσαν, αλλά ακριβώς τη στιγμή, όταν μαζευτήκαμε αρκετοί, όταν φαινόταν, πως γίναμε επιτέλους μια ευδιάκριτη δύναμη, τότε μετατραπήκαμε σε πιθανά θύματα, ενώ διάφοροι χαζοί, οι οποίοι ξεγελάστηκαν με το ότι μετράγαμε πια χιλιάδες μέλη, και αυτό, σώνει και καλά, είναι υπερβολικά μεγάλος αριθμός, για να μας πνίξουν στα κρυφά, λοιπόν, αυτοί οι χαζοί δεν καταλάβαιναν, ότι δεν σκοπεύει κανείς να το κάνει στα κρυφά — αντιθέτως, - τους αρέσει να το γιορτάσουν, να ακουστεί το τρίξιμο, για να ουρλιάζουν τα πλήθη «θάνατος στους ανώμαλους», για να πηγαίνουν οικογενειακώς στις παραδειγματικές εκτελέσεις, για να γράφουν στις ειδήσεις για την επόμενη κατεδάφιση της φωλιάς των φιδιών. Βέβαια, αργότερα — μετά από μερικές δεκαετίες - ο ανεμοδείκτης θα γυρίσει στην αντίθετη κατεύθυνση, θα αρχίσουν να μιλάνε για το πόσο παράξενο είναι, ότι εκατομμύρια εκ πρώτης όψεως συνηθισμένοι πολίτες ξαφνικά άρχισαν να τρέχουν με αιματοβαμμένα νύχια πίσω από τους φιλήσυχους και ειρηνικούς ανθρώπους.... και πάλι θα βρουν τον αποδιοπομπαίο τράγο, και θα ρίξουν το φτιάξιμο για ο, τι έγινε σε αυτόν — θεέ μου, λες και ο Μέρρβα με τα ίδια του τα χέρια σκότωνε όλους εκείνους τους άπιστους! Λες και χιλιάδες δολοφόνοι δεν είχαν συζύγους, παιδιά, γονείς, άντρες, οι οποίοι με περηφάνια κράζανε «ο δικός μου μπαμπάς είναι ήρωας». Σκατά.

Ο Βάϊγιου έφτυσε, γύρισε την πλάτη του και σταμάτησε να μιλά. Οι σφιγμένες του γροθιές πρόδιδαν εκείνα τα συναισθήματα, τα οποία εκείνος μάταια προσπαθούσε να κρύψει στο ύπουλα εκτεθειμένο πρόσωπο του.

- Εσύ μου έλεγες για γονείς, που κρύβουν τα παιδιά τους - στις Κάτω Περιοχές — συνέχισε εκείνος και γύρισε πίσω στην Τόρα. - Πολύ ωραίο αυτό - εμείς παίρνουμε τα παιδιά, αλλά εκείνοι, φυσικά, τα κρύβουν καμιά φορά, και μετά είναι πολύ σπάνιο να πετύχουμε…» - πολύ καλό αυτό! Γνωρίζετε με σιγουριά, ότι εκείνοι συνηθίζουν να κρύβουν τα παιδιά τους. Ξέρετε — ΤΙ τους κάνουν εκεί — τους μαθαίνουν όλα αυτά τα σκατά, τα οποία εσείς αποχαιρετήσατε ήδη χίλια χρόνια πριν. Και τι? Για ποιο λόγο τους επιτρέπετε να σκοτώνουν τα παιδιά τους: Διότι δεν είναι μια απλή δολοφονία, είναι μια ιδιαίτερα σκληρή μορφή δολοφονίας — να παραμορφώσεις το παιδί με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε εκείνο θα ζήσει όλη του τη ζωή ανάπηρο, ανίκανο, ανήμπορο να βιώσει τις φωτισμένες αντιλήψεις. Γιατί συμβιβαστήκατε με αυτό; Η καλοσύνη πρέπει να έχει γροθιές! Πρέπει να πάτε εκεί, να καταγράψετε όλους τους ηλίθιους κεφάλι-κεφάλι, να τους στειρώσετε και τέλος. Και αν χρειαστεί — και να τους εξολοθρεύσετε στο διάολου τη μάνα! Γιατί δεν το κάνετε αυτό?

Παρά το ότι η Τόρα γνώριζε με ακρίβεια - γιατί δεν το κάνουν, δεν ένιωθε και τόσο άνετα κάτω από το διαπεραστικό, καυστικό βλέμμα του Βάϊγιου.

- Εμείς δεν το κάνουμε, σωστά.

- Ναι, δεν το κάνετε. Γιατί?!

- Δεν το κάνουμε - ούτε λόγο της πολιτικής ορθότητας, ούτε από φόβο να πολεμήσουμε, και όχι επειδή αδιαφορούμε για την μοίρα των παιδιών, που παραμορφώνονται τρομερά. Άλλη είναι η αιτία.

- Βλακείες! Πιστεύω, φυσικά, ότι βρήκατε μια αρκετά καλή δικαιολογία για τους εαυτούς σας, αλλά και σε αυτή την περίπτωση — και πάλι είναι προδοσία. Προδοσία εκείνων, που γεννιούνται εκεί τώρα, που τώρα βασανίζονται εκεί με αρνητικά συναισθήματα, ηλίθιες θεωρίες, στους οποίους φορτώνουν τώρα τα συμπλέγματα της βλακείας και του φόβου.

Η Τόρα κούνησε το κεφάλι της, όμως, δεν τον διέκοψε. Περιμένοντας, ποτέ θα στερέψει η ροή των κατηγόριων, εκείνη κάθισε πάνω σε ένα μακρόστενο μαξιλάρι σε μορφή καρχαρία.

- Πώς το φαντάζεσαι, Βάϊγιου - ποιος συγκεκριμένα θα πάει «να στείλει ατού διάολου τη μάνα»? Σίγουρα καταλαβαίνεις, ότι κάποιος θα αναγκαστεί να το κάνει?

- Αυτός, που δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος, όταν τα παιδιά παραμορφώνονται και βιάζονται.

- Ορίστε, εγώ δεν είμαι αδιάφορη — άρα, εγώ πρέπει να πάω και να καταστρέψω. Εσύ θα πας. Ο πληθυσμός των Κάτω Περιοχών δεν είναι μικρός, δηλαδή, και άλλοι θα πρέπει να πάνε για εξολόθρευση. Λοιπόν, εμείς θα πάμε να τους σκοτώσουμε, θα φτιάξουμε και τους θαλάμους αέριων για να επιταχύνουμε τη διαδικασία, θα τους αποδεκατίσουμε με πολυβόλα, θα πηγαίνουμε πέρα-δώθε, σκορπίζοντας τον θάνατο. Έτσι? Ωραία. Θα σώσουμε, δηλαδή, τα παιδιά. Και τώρα σκέψου — τι πρέπει να αισθάνεται ένας άνθρωπος, που πυροβολεί άλλους? Τους δηλητηριάζει με θανατηφόρα αέρια, τους κυνηγάει και σκοτώνει, γύρω του είναι αίμα, κραυγές, άνθρωποι, που ψυχορραγούν, και για κάποιο λόγο δεν πεθαίνουν με τίποτα, πρέπει να αποτελειωθούν, θανατωθούν και εκτελεστούν.

- Ναι, αλλά η βαρβαρότητα θα λάβει ένα τέλος. - έμεινε ακλόνητος ο Βάϊγιου. - Είναι μεγάλο το κόστος, ο σκοπός όμως αξίζει.

- Εντάξει... αν πράγματι θα ήταν το τέλος για την βαρβαρότητα... μα ποιο είναι το όφελος να μιλάμε για διάφορα «τι θα γινόταν, αν»... αυτό είναι το πιο σημαντικό, ότι δεν θα υπάρξει κανένα τέλος — αυτή θα είναι μόλις η αρχή της κτηνωδίας, και εμείς θα κάνουμε ξανά ένα βήμα πίσω, ας μην πω δέκα βήματα. Πώς, άραγε, εσύ το φαντάζεσαι αυτό? Σήμερα σκίζω τις κοιλιές των ανθρώπων και κυκλοφορώ με τα χέρια μου μες τα αίματα, και αύριο θα επιστρέψω εδώ — σε αυτούς τους ανθρώπους, σε αυτά τα παιδιά, θα τους κοιτάζω, θα μιλάω μαζί τους, θα βιώνω τη χαρά, την ζωηράδα, συμπάθεια, τρυφερότητα, προσμονή... έτσι το βλέπεις? Όχι, Βάϊγιου. Το να ανοίγεις τις κοιλιές των ανθρώπων, να τους πυροβολείς εξ επαφής η στο σβέρκο, και να κοιτάς, πως αυτοί πεθαίνουν από κάποιο δηλητήριο — αυτό, ξέρεις, δεν περνάει έτσι απλά. Εγώ — όπως είμαι τώρα, δεν θα μπορέσω να κάνω κάτι τέτοιο. Βέβαια, αν μπροστά στα μάτια μου βασανίζουν ένα παιδί, μπορώ να επιτεθώ, ακόμα και να σπάσω το χέρι, μέσα στην τρέλα μου — να στρίψω και το λαιμό του βιαστή,  μα δεν ξέρω και εγώ, τι θα έπρεπε να γίνει, για να χάσω τόσο πολύ τον έλεγχο... Έτσι στην ψύχρα — να πάω και να σκοτώσω, δεν θα το καταφέρω ποτέ. Και εσύ δεν μπορείς, μην το αρνείσαι — απλώς το καταλαβαίνεις κάπως αφηρημένα τώρα, ενώ όταν θα βάλεις το πιστόλι σου στον κρόταφο μιας γυναίκας, η οποία είναι ίδια θύμα του ίδιου εγκλήματος, που κάνει τώρα με το παιδί της, όταν γύρω σου θα φωνάζουν και θα κλαίνε εκείνα τα παιδιά, που εσύ ήρθες να σώσεις, θα κοιτάξεις στα μάτια της… ειδικά, όταν δεις τα μυαλά της, που θα πεταχτούν από τη δική σου βολή, μπροστά στα μάτια του παιδιού, που υποτίθεται πως σώζεις... τότε ή θα πετάξεις το πιστολάκι σου και θα τρέξεις, σαν τρελός, ή για τα επόμενα τριάντα χρόνια θα ντρέπεσαι να κυκλοφοράς ανάμεσα στους ανθρώπους, ή θα πρέπει να κάνεις κάτι με τον εαυτό σου, που θα σε αναγκάσει να τα αντιμετωπίζεις όλα αυτά ήρεμα, και όταν το κάνεις, δεν θα είσαι πια ο εαυτός σου, θα είσαι κάποιος άλλος, και όταν άλλοι, ίδιοι με σένα, θα τελειώσουν τη δουλειά τους, θα βρουν καινούριους εχθρούς, θα χύσουν καινούριο αίμα, επειδή τα πάντα, που έχουν σχέση με φωτισμένες αντιλήψεις μέσα στην ψυχή τους θα είναι καμένα με εκείνη τη προσπάθεια, που θα χρειαστεί, για να κοιτάς αδιάφορα, η ευχαριστημένα, η ακόμα με υπερηφάνεια τα σπασμένα από το χέρι σου κεφάλια. Τι λες, Βάϊγιου, αυτό το ξέρει κάθε παιδί... στο δικό μας κόσμο... στο δικό σας, δηλαδή, δεν έχει χυθεί αρκετό αίμα πια? Είναι τόσο δύσκολο από μόνος σου να βγάλεις το συμπέρασμα για το που οδηγεί όλο αυτό? Είναι δυνατόν να σκοτώσεις τους ανθρώπους χωρίς μίσος; Και το μίσος και η βία — σε σκοτώνουν εσωτερικά, τα καίνε όλα.

Η Τόρα έκανε μια παύση, κοίταξε τον σιωπηλό Βάϊγιου, που καθόταν με τις σφιγμένες γροθιές, και συνέχισε.

- Όταν περνούσα την εκπαίδευση στους «δύτες» - δηλαδή, εννοώ τους ειδικούς ιστορικούς... καταλαβαίνεις, για ποιο πράγμα μιλάω τώρα?

Ο Βάϊγιου έγνεψε.

- Είχα μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον δέκατο ένατο, εικοστό, και εικοστό πρώτο αιώνα – διάβαζα τα έγγραφα, έβλεπα ταινίες, βυθιζόμουν σε εκείνη την εποχή μερικές φορές. Απίστευτα δυναμικός, πλούσιος σε γεγονότα καιρός — η εποχή, όταν ανυψώθηκε και έπεσε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, όταν οι δημιουργημένες επί χιλιετίες άξιες εξάντλησαν τον εαυτό τους εντελώς, μπήκαν σε μια ακραία αντίφαση με την μετέπειτα ανάπτυξη της ανθρωπότητας, λοιπόν, ακριβώς εκεί συνάντησα τα πολύ οφθαλμοφανή, δυνατά παραδείγματα για το ότι η βία φέρνει μόνο τη βία. Τα παραδείγματα αυτά δεν θα σου πουν πολλά πράγματα, διότι εσύ γενικώς μεγάλωσες σε έναν άλλο κόσμο..., - σε αυτό το σημείο η Τόρα έπαψε να μιλά.

Για πρώτη φορά εκείνη συνειδητοποίησε με πλήρη διαύγεια εκείνη την ασυνήθιστη απόσταση, που τους χώριζε — οι δυο τους μεγάλωσαν σε διαφορετικούς κόσμους, που έχουν διαφορετική ιστορία, και ποιος ξέρει — ίσως και διαφορετική ανατομία και φυσιολογία! Και όμως... όλες αυτές οι διαφορές, αν και ήταν ασυνήθιστα μεγαλειώδεις, δεν τις φαίνονταν ανυπέρβλητο εμπόδιο για την κατανόηση μεταξύ τους.

- Υπήρξε κάποτε ένα έθνος — οι Εβραίοι. Στα μισά του εικοστού αιώνα αυτοί δημιούργησαν ένα δικό τους κράτος — το Ισραήλ. Απ` όλες τις πλευρές το περικύκλωναν τα εχθρικά κράτη του αραβικού κόσμου. Κανείς δεν είχε αμφιβολίες, ότι στις επόμενες δεκαετίες θα συμβούν εκατοντάδες συγκρούσεις, ωσότου, επιτέλους, οι Εβραίοι και άραβες δεν μάθουν να ζήσουν ειρηνικά σαν γείτονες, ίσως και να συνεργαστούν – τέλος πάντων, ο πόλεμος είναι καταστροφική και εφιαλτική δουλειά για όλους. Όμως, τα χρόνια περνούσαν, και οι συγκρούσεις δεν μειώνονταν, αλλά πλήθαιναν περισσότερο. Εκδίκηση προκαλούσε την εκδίκηση, η προβοκάτσια την προβοκάτσια, και ποιος έφταιγε περισσότερο, ποιος λιγότερο — αυτό το ζήτημα, ως συνήθως, είναι πολύ δύσκολο να λυθεί. Κάτι άλλο ακόμα έχει ενδιαφέρον — στην αρχή και στα μισά του εικοστού αιώνα — προτού εκείνοι ιδρύσουν το δικό τους κράτος και κάμποσα χρόνια μετά από αυτό — όλοι στην Ευρώπη αντιμετώπιζαν τους Εβραίους ως εντελώς επαρκείς ανθρώπους — με κάποιες ιδιαιτερότητες, φυσικά — αλλά όπως ένα έθνος ανάμεσα σε αλλά. Ενώ στο τέλος του εικοστού αιώνα — όχι πια. Στο τέλος του εικοστού αιώνα ένας μέσος Ευρωπαίος θα έλεγε, ότι υπάρχουν τρία έθνη, τα οποία εκείνος θεωρεί επικίνδυνα, επιθετικά — οι Ρώσοι, οι Εβραίοι, και κάποιο γενικευμένοι άραβες. Σε μια από τις καταδύσεις επισκέφθηκα μια τουριστική πόλη Λαμπουαμπάτζο, στο νησί Φλόρες, που ανήκει στην παλιά Ινδονησία — παραδεισένιο, ήσυχο μέρος, φαινομενικά μακρινό από τους πολέμους και συγκρούσεις – ένα θέρετρο — δελφίνια, σνόρκελιγκ, σκούμπα-δαιβινγκ, βόλτες στη παράλια, γιγαντιαίοι βαρανοι και ευαίσθητα ελάφια στα νησιά του Ριντς και του Κομόντο. Και είδα έναν διευθυντή της εταιρίας, που εξυπηρετούσε τους τουρίστες, ο οποίος σε μια συζήτηση με κάποιον είπε: « οι Ρώσοι και οι Ισραηλίτες είναι εντελώς εντάξει άτομα, όταν είναι μόνοι τους η ζευγάρι. Μόλις, όμως, λαμβάνω μια αίτηση από ομάδα Ρώσων ή Ισραηλιτών – την απορρίπτω με οποιαδήποτε δικαιολογία, δεν θα τους φιλοξενήσουμε με τίποτα — και το ίδιο θα κάνει και οποιοσδήποτε άλλος ιδιοκτήτης τουριστικού γραφείου στην πόλη μας. Όταν είναι σε ομάδα — είναι τρομακτικοί, άγριοι, και μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρότατα προβλήματα.» Έτσι. Ρώτησα για αυτό το φαινόμενο και μέσω ΚΣΣ… είναι συντόμευση για το «κανάλι της συμπαθητικής σύνδεσης»... δύσκολο να το εξηγήσω... δηλαδή, μέσα σε μια τέτοια κατάδυση στο παρελθόν μπορώ να σαρώσω τα φαινόμενα τις ίδιας τάξης, αν το χρειάζομαι — δεν ξέρω ακριβώς το μηχανισμό, αλλά είναι εύκολο να το χρησιμοποιήσεις... έτσι μεταφέρθηκα στο Ινδικό Γκόα, σε μια ήσυχη κωμόπολη Αραμπόλ — και εκεί είναι γαληνή και ηρεμία, οι συνταξιούχοι κάνουν βόλτες στη παράλια, τα ζευγαράκια κάνουν μπάνιο και λιάζονται, άνθρωποι τρώνε σουβλάκια από κοτόπουλο και ψάρι, πίνουν χυμούς... δεν κατάλαβα καν — για πιο λόγο υπήρξε αυτό το σποτ.

- Σποτ?

- Ναι, σποτ — ένα συγκεκριμένο σημείο του ιστορικού χωροχρόνου, δηλαδή, ένα σύνολο των γεγονότων από το παρελθόν, περιορισμένο εδαφικά και ιστορικά — βλέπεις, οι καταδύσεις δεν γίνονται μέσα σε μια αδιάκοπη συνέχεια των γεγονότων, είναι σαν να πηδάς από μια συνδεδεμένη ιστορία στην άλλη, και η «περίμετρος», που περιορίζει τη μια ΧΕΙ , δηλαδή «χρόνο -εδαφικό-ιστορική» κυψέλη από την άλλη... θα σπάσω στο τέλος τη γλώσσα μου:) - τέλος πάντων, εγώ αντιλαμβάνομαι κάποια καφετέρια και διαδικασία της ήρεμης κατανάλωσης του φαγητού και των χυμών, και δεν καταλαβαίνω — τι σχέση έχει αυτό το σποτ, όταν ξαφνικά ανάμεσα στις αργές συζητήσεις ακούγεται η λέξη «άραβες» - και τότε πετάγεται μια κοπέλα, και αρχίζει να ουρλιάζει τρελά, εγώ καταλαβαίνω, ότι είναι από το Ισραήλ, όπως και όλη η παρέα στο τραπέζι της, λοιπόν, αυτή ουρλιάζει, ότι αυτοί θα νικήσουν, κουνάει το φανταστικό όπλο και πιέζει την εικονική σκανδάλη, το στόμα της βγάζει αφρούς, οι φίλοι της ενθουσιάζονται, ενώ οι άνθρωποι στα κοντινά τραπέζια — σηκώνονται και φεύγουν. Ήταν μια απλή, κανονική κοπέλα! Μπαμ — και δεν υπάρχει κοπέλα, βλέπεις μπροστά σου έναν δολοφόνο.

Η Τόρα ξεροκάταπιε, και σαν να φοβόταν, ότι ο Βάϊγιου θα τη διακόψει, και συνέχισε βιάστηκα.

- Και δεν είναι καν οι ίδιοι οι πόλεμοι, που τους έκαναν επιθετικούς, αλλά η αντιμετώπιση του πολέμου, η οποία ακολουθεί αναπόφευκτα τον ίδιο τον πόλεμο. Όταν οι άνθρωποι ανατρέφονται μέσα στο μίσος για τον εχθρό — αυτό το μίσος σκοτώνει ο, τι ζωντανό υπάρχει μέσα στους εαυτούς τους. Αυτή είναι η φρίκη του πολέμου — σκοτώνει τους πάντες, μέχρι τον τελευταίο: ακόμα και αν τον λυπηθεί η σφαίρα, δεν θα τον λυπηθεί το μίσος. Και όταν το μίσος για τον εχθρό γίνεται πολιτική του κράτους, κοινώς αποδεκτή αρετή, όταν το μίσος διδάσκεται μέσα στα σχολεία, στους νέους, το έθνος φτάνει στο τέλος του, και η παρακμή του είναι πολύ κοντά. Δεν ξέρω τι γίνεται σε σας, στον δικό μας κόσμο υπήρξαν κάποιοι «ειρηνιστές». Έως και την νέα εποχή, αυτή η λέξη ήταν σχεδόν συνώνυμη με τη δειλία, συνεργασία, προδοσία. Ίσως και υπήρξαν ανάμεσα σε αυτούς δειλοί και προδότες, σίγουρα θα υπήρξαν, όμως, είχαν και κάποιους, που καταλάβαιναν ξεκάθαρα - το μόνο, που δημιουργεί το μίσος - είναι μίσος. Η βία γεννάει τη βία. Δεν υπάρχουν νικητές στους πολέμους — δεν μπορούν να υπάρχουν εξ αρχής. Η νικήτρια πλευρά χωνεύει τον ίδιο της τον εαυτό στους γαστρικούς  χυμούς του μίσους, και τα πάντα καταλήγουν στα τρίτα χέρια. Το αρπακτικό «ΕΣΣΔ» έσκισε το λαρύγγι στο ίδιο αρπακτικό «Χιτλερική Γερμανία» - και τα δυο κράτη επί δεκαετίες ετοιμάζονταν να καταβροχθίσουν τα πάντα γύρω τους, συγκρούστηκαν μετωπικά και η ΕΣΣΔ έμοιαζε να έχει νικήσει... και που θα πάνε δισεκατομμύρια τόνοι μίσους? Έτσι και έγινε τελικά, ότι η χαμένη Ευρώπη, υποταγμένη από τον Χίτλερ και ΕΣΣΔ, στα επόμενα εκατό χρόνια την ξεπέρασε τόσο πολύ στο επίπεδο της ζωής και τεχνολογίας, ότι φαινόταν, πως η ΕΣΣΔ δεν θα τη προφτάσει ποτέ. Εκεί, όμως, λειτούργησαν και άλλη μηχανισμοί – βυθισμένοι στη σάπια επάρκεια, φόβο του μέλλοντος και κοσμική απάθεια οι Ευρωπαίοι ήδη στα μισά του εικοστού πρώτου αιώνα μετατράπηκαν σε προάστια του ανεπτυγμένου κόσμου... όμως, εκατό χρόνια — είναι πολύς καιρός! Και αν εμείς τρέξουμε τώρα, με τα σάλια μας να στάζουν, κουνώντας τα όπλα, να σκοτώνουμε εκείνους τους καθυστερημένους κάτοικους των Κάτω Περιοχών, στα πλησιέστερα εκατό χρόνια θα πυροβολούμε τους εαυτούς μας, ίσως και όχι εκατό, αλλά χίλια εκατό! Όχι, αυτό είναι εντελώς αδύνατον, αποκλείεται, δεν θα γίνει ποτέ.

Ο ειπωμένος με μια ανάσα μονόλογος διακόπηκε. Και η Τόρα δεν ήθελε να μιλάει άλλο, απ` ότι φαινόταν κιόλας, δεν υπήρξε λόγος για αυτό — ο Βάϊγιου δεν σκόπευε να φέρε αντίρρηση. Ξαπλωμένος μπρούμυτα, εκείνος με το πιγούνι στα χέρια του χάζευε σιωπηλά τα κύματα, που ξεπηδούσαν δίπλα στους τοίχους του σπιτιού και κλωτσούσαν τις στήλες. Λίγα λεπτά αργότερα η Τόρα ένιωθε, ότι νυστάζει, και αποφάσισε να κοιμηθεί είκοσι λεπτά. Είχε ξεχάσει παντελώς την επείγουσα κλήση — το χειριστήριο έμεινε παραιτημένο στην πολυθρόνα. Ήδη κατεβαίνοντας τη σκάλα, εκείνη του φώναξε από κάτω:

- Εσύ πως βρέθηκες εδώ? Μόνος ή…?

- Η! – φώναξε ο Βάϊγιου. – Κοιμήσου, θα σ`τα πω μετά.

 

 

 

 



<< Back Forward >>