Ť Μάγια ť

Τόμος 2: Ť Προέλευση των ειδών ť

Κεφάλαιο 25


- Το Πείραμα είναι αύριο. – Η φωνή του Νόρτον ακουγόταν αρκετά συνηθισμένη, και αυτό ανησύχησε την Τόρα. Απ` ότι φαίνεται, δεν ήταν η μόνη. Η αδύναμη βοή των συνομιλιών μειωνόταν σιγά-σιγά, ωσότου επικράτησε απόλυτη ησυχία.

- Σχεδόν όλοι έφτασαν, - απόψε έρχεται ο Ταρδέν, και θα είμαστε σε πλήρη ετοιμότητα.

Παύση. Δεν κουνιόταν κανείς.

- Μιας και το λέμε, ο Ταρδέν μας έστειλε ένα μήνυμα.

Νεκρική σιγή και πάλι. Αυτά δεν γίνονται έτσι απλά. Η επιτηδευμένα καθημερινή έκφραση στη φωνή του Νόρτον δεν κατάφερε να ξεγελάσει κανέναν.

- Θέλω να το διαβάσω. – ο Νόρτον ενεργοποίησε τον κρύσταλλο πληροφοριών.

- Νόρτον…

Η Τόρα δεν γνώριζε τον άνθρωπο, πω τον φώναξε - μάλλον, κάποιος από την Επιτροπή.

– Είσαι σίγουρος..?

- Ότι θέλω να το διαβάσω? – η ερώτηση του μέλους της Επιτροπής έμοιαζε να διώχνει τις οποίες αμφιβολίες, αν και εφόσον, φυσικά, αυτές υπήρξαν κάποτε. – Βεβαίως και το θέλω.

 

ŤΕκείνο ήρθε πάλι – το ξέρω πια, και αυτό ξέρει εμένα. Διάφορα μέρη, διάφοροι άνθρωποι γύρω μου, το μόνο ίδιο είναι, ότι περπατάω ή τρέχω στην παράλια, και ξαφνικά ένα τεράστιο κύμα υψώνεται από τη θάλασσα– περίπου τριάντα μέτρα ψηλό. Πάρα πολύ όμορφο, με καταπληκτικές αποχρώσεις του γαλάζιου και μπλε, πελώριο. Δεν μπορούσα να πιστέψω, ότι αυτό συμβαίνει. Αλλά τώρα πια δεν φοβάμαι καν. Κάπου μέσα μου νιώθω, πως κάτι πέφτει μέσα σε μια χαράδρα, αλλά αυτό δεν είναι τρομακτικό πλέον. Το κοιτάζω. Μου αρέσει πάρα πολύ. Παλιότερα άρχιζα να πανικοβάλλομαι λιγάκι και προσπαθούσα να ξεφύγω. Ουσιαστικά, την πρώτη φορά – ήμουν στη Χαβάη – απλώς παρέλυσα, - δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ, ούτε να σκεφτώ, ούτε να αναπνεύσω, στεκόμουν εκεί και χάζευα το κύμα με το στόμα ανοιχτό, σαν να αφέθηκα σε αυτό εξ` ολόκληρου, μια απερίγραπτη αίσθηση – σίγουρα γνωρίζεις εκείνη την έξαρση κα θαυμασμό, που εμφανίζονται, όταν στο νερό δίπλα σου περνάει η γαλάζια φάλαινα – τεράστια, ζωντανή, σε ξέρει, μπορεί να σε εξολοθρεύσει με ένα χτύπημα της ουράς της, μα είναι τόσο προσεκτική, σχεδόν τρυφερή, να πάρει, και εμφανίζεται αφοσίωση. Μεγαλειώδη ζωντανή μουσούδα. Λοιπόν, όταν έρχεται το κύμα – νιώθεις κάτι ακόμα πιο δυνατό, απερίγραπτο. Μια φορά ένα τέτοιο κύμα χτύπησε! Προχτές παρέσυρε στο διαόλου τη μάνα τα πάντα γύρω μου: φύκια, άμμο, βότσαλα, ξεροί κορμοί των φοινικόδεντρων - όλα έβραζαν στις μανιασμένες δύνες, σκοτείνιασε ο τόπος, αλλά εγώ – όχι, δεν παρασύρθηκα, δεν με άγγιξε το κύμα. Δεν ξέρω, πως γίνεται αυτό. Δεν καταλαβαίνω – πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Μα και δεν θέλω να καταλάβω. Είναι απλώς αδύνατον, και δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις. Μακάρι να ήταν ένα όνειρο, μακάρι να βρισκόμουν στον κόσμο των συνειδητοποιημένων οραμάτων! Γράφω αυτό το μήνυμα σε σένα και καταλαβαίνω τώρα – δεν θα με πιστέψεις. Και εγώ δεν θα πίστευα. Όμως, προσπάθησε, παρακαλώ – πίστεψε, έστω για χάρη του Πειράματος. Αυτό συμβαίνει. Εμείς… ο, Νόρτον, είμαστε τόσο ηλίθιοι, απόλυτοι βλάκες! Μόλις τώρα άρχισα να καταλαβαίνω… ήμασταν τόσο χαζοί, καλλιεργούσαμε, χωρίς να το καταλάβουμε οι ίδιοι, την αφηρημένη θεωρία, η οποία συνίσταται στο ότι ο κόσμος Ťμέσα μαςť και ο κόσμος Ťεξωτερικόςť - είναι κάτι, κάτι διαχωρισμένο … όπως παλιά έλεγαν διάφορες βλακείες για την Ťύληť και το Ťπνεύμαť. Τώρα δεν λέμε βλακείες πια, αλλά ουσιαστικά συνεχίζουμε να πιστεύουμε σε αυτές – στα λόγια καταλαβαίνουμε, μάλλον, ότι δεν υπάρχει Ťνεκρή φύσηť, αλλά η κατανόηση αυτή είναι κάπως κουτσή, ενώ… Νόρτον, τέλος πάντων, αυτό δεν έχει σημασία – θα πάμε εκεί, όπου πηγαίναμε, και αργά η γρήγορα θα συνηθίσουμε στο ότι δεν υπάρχει καμία Ťνεκρή φύσηť. Τη νεκρή φύση την έχουν οι νεκροί άνθρωποι, αυτό είναι σίγουρο. Τώρα αρχίσαμε να ζωντανεύουμε, και αποκαλύπτονται τέτοια πράγματα, που σε κάνουν να θέλεις να δαγκώσεις το δάκτυλο σου – μήπως κοιμάσαι? Δεν κοιμάμαι, ήρθε καιρός να ξυπνήσουν και οι άλλοι. Μπροστά μας έχουμε το Πείραμα, αύριο το πρωί. Σήμερα θα στείλω το μήνυμα αυτό και φεύγω αμέσως. Αύριο θα γίνει το πείραμα, και θέλω να σας δώσω έστω δυο ώρες ακόμα επιπλέον χρόνου για να καταλάβετε – δεν είμαστε έτοιμοι. Είμαστε ανέτοιμοι τόσο πολύ, ότι προτείνω … να τα παρατήσουμε κιόλας όλες τις προετοιμασίες. Όταν θα διαβάζεις δυνατά αυτό το μήνυμα, κοίταξε στα πρόσωπα γύρω σου – τι σκέφτονται εκείνοι για μένα? Όμως, σκεφτείτε το – γενικώς για ποιο πράγμα να Ťετοιμαστούμεť; Τι εννοούμε εμείς με αυτή τη λέξη? Έχει κανείς ανάγκη να Ťετοιμαστείť, όταν είναι ειλικρινής? Όταν πας να συναντήσεις το αγαπημένο σου κορίτσι - Ťετοιμάζεσαιť? Μόνο οι μαλάκες και ψεύτες ετοιμάζονται. Ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο, κάποιον ξένο. Και ποιος είναι ξένος εδώ; Οι μουσούδες της Γης; Αυτές είναι ξένες, δηλαδή; Για τους επιθετικούς και ηλίθιους ανθρώπους οι εχθροί είναι παντού – η θάλασσα τους πλημμυρίζει, τα μικρόβια σκοτώνουν, τα ζώα δαγκώνουν, όλος ο κόσμος – είναι εχθρικός και επικίνδυνος. Εγώ δεν θέλω να ετοιμαστώ. Δεν θέλω να παίξω αυτά τα παιχνίδια – ποιον θέλουμε ναι ξεγελάσουμε? Ποιον?! Δεν θέλω να παίξω με το κύμα, κατάλαβε το, Νόρτον… ακόμα και τώρα μαζί σας δεν θέλω να το παίξω πονηρός … όταν το νερό κρεμόταν πάνω μου – έκρυψε τον ουρανό, μπορείς να το φανταστείς αυτό?? Μου έκρυψε τον ουρανό, Νόρτον!! Με ποιον θα παίξεις?? Όταν υπάρχουν ο θρίαμβος και η έξαρση, απόσπαση και ευδαιμονία – σε ποιο αυτά χωράει η πονηριά? Δεν υπάρχει χώρος για αυτήν μέσα μου. Ενώ όταν δεν υπάρχει καν η αφοσίωση, ο θρίαμβος, απόσπαση και επιδίωξη – για ποιο πράγμα μπορούμε να μιλήσουμε τότε; Για τι άλλο θα σκεφτούμε; Αν δεν υπάρχουν αυτά – την έχεις βάψει, είσαι εχθρός του εαυτού σου, αυτόχειρας. Σου λέω, Νόρτον, ότι αδιαφορώ για όλα τα σχέδια, παιχνίδια, για τις συμπλοκές των συμφερόντων. Και ο πόλεμος, τον οποίο ξεκίνησαν τα παιδιά στα κάθετα-προσανατολισμένα σύμπαντα; Εσύ, μάλλον, ξαφνιάστηκες τώρα με τη λέξη Ťπόλεμοςť? Πώς όμως, να το ονομάσουμε αυτό το πράγμα? Εξερευνούμε αυτούς τους κόσμους, σαν να φοβόμαστε να πεθάνουμε ανά πάσα στιγμή. Για ποιο λόγο χωνόμαστε εκεί τότε με τις φοβίες μας; Όπως ο σκοτισμένος άνθρωπος πολεμάει τα μικρόβια, και δεν καταλαβαίνει, ότι είναι ένας πόλεμος χαμένος εκ των προτέρων, έτσι και εμείς, γεμάτοι με φόβους και αποξένωση, φοβόμαστε τα ταξίδια της συνείδησης. Παιδιά, είμαστε βλάκες. Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά..

Και άλλο, που ήθελα να πω… Αυτό. Καμιά φορά από την κορυφή του κύματος πέφτουν σταγόνες νερού πάνω στο πρόσωπο, πάνω στο κεφάλι μου – έτσι ανάβει μέσα μου η χαρά, συμπάθεια, ο θαυμασμός! Έτσι με χαϊδεύει! Σήμερα, κατά το ηλιοβασίλεμα ήρθε σε μένα! Δεν το είχα δει ποτέ πριν μέσα στο κοκκινωπό βραδινό φως, πάνω στο φόντο του σκούρου ουρανού. Ο ήλιος, που έδυε, έφτανε να φωτίσει το κύμα ολόκληρο, ενώ ο ουρανός πίσω του ήταν σχεδόν μαύρος. Έτσι το κύμα απέκτησε πολύ ωραία μουσούδα. Εκστατική αίσθηση ομορφιάς – το κύμα μου το χάρισε αυτό.

Νόρτον. Είμαστε τόσο δεμένοι, φτιαγμένοι από ίδια πάστα, οι μαθητές του Μπόντχι και δυο, και ξέρουμε – τι είναι το σαμάντχι της πρώτης συνάντησης. Ο Μποντχ ήταν αυτός, που με πήγε στο Κύμα. Εγώ, ο ηλίθιος, νόμιζα, ότι είναι κάτι σαν το συνειδητοποιημένο όραμα - υπήρξε ο Μποντχ στο πρώτο μου Ťόνειροť με το Κύμα. Εκείνος μου έλεγε, πως θέλει να μου δείξει το τσουνάμι, και με τράβαγε από το χέρι προς την ακτή. Εγώ έλεγα – ŤΜποντχ, θα μας παρασύρειť. Ο Μπόντχι απαντούσε – Ťόχι, δεν θα μας κάνει τίποταť. Εντάξει, αφού το λες. Φτάσαμε στην ακτή, και σε ένα λεπτό το τεράστιο κύμα υψώθηκε μπροστά μας. Και έμεινε εκεί, λες και μας παρατηρούσε. Εγώ ένιωθα χαρά. Μετά είχα άλλο Ťόνειροť, με τον ίδιο, και ζούσα σε ένα νησί με διάφορους ανθρώπους. Δεν τους συμπαθούσα. Ξαφνικά η θάλασσα άρχισε να φουσκώνει – τα ψηλά κύματα περικύκλωσαν το νησί. Οι άνθρωποι έπεσαν στα γόνατα και άρχισαν να προσεύχονται. Εγώ στεκόμουν και κοίταζα τα κύματα, ένιωθα μια ζωηρή χαρά - ολόκληρο το νησί είναι περικυκλωμένο με υδάτινους τοίχους τέτοιου ύψους, ότι αναγκαζόμουν να σηκώσω το κεφάλι μου. Ήταν ένα απίστευτο μπλε μεγαθήριο!

Αρκετά, ήρθε η ώρα της πτήσης μου. Εσείς κάντε ο, τι νομίζετε, εγώ… ξέρεις, δεν θα πάρω καν μέρος σε αυτό το πείραμα. Έτσι. Δεν θέλω. Εσείς μπορείτε να παίξετε στην παιδική σας χαρά, εγώ δεν θέλω, όμως. Όταν θα πάψω να είμαι τόσο τιποτένιος, όσο είμαι τώρα – τότε ολόκληρη η ζωή μου θα είναι ένα πείραμα, και δεν θα υπάρχει διαχωρισμός σε ζωή με ενδιαφέρον-μέσα- στο πείραμα και ζωή-καθημερινή. Δεν θέλω να αδράξω την ευκαιρία και να σφηνώνομαι σε εκείνη τη σχισμή, που κάποιοι άνοιξαν μπροστά μας. Θα μπω εκεί, σαν ένα ζωντανό πλάσμα, ίσο ανάμεσα στους ίσους, θέλω να ΓΙΝΩ ζωντανός, και όχι να αρπάζω στα κρυφά τις αναλαμπές τις ζωής, για να κτίζω μετά τις θεωρίες, και να αναζητώ νέα περάσματα. Μας διαφεύγει το πιο σημαντικό – η ζωή. Κάνε ο, τι θέλεις, εγώ τα παρατώ.ť

 

Το μήνυμα έμοιαζε τόσο πολύ με τη συζήτηση, που η Τόρα είχε με τον Νόρτον… δεν μπόρεσε να καταλάβει την έκφραση του Μένγκες, ενώ η Αϊρίν με τον Τσοκ ήταν προφανώς προβληματισμένοι, ο Άϊενγκερ έσκυψε και ψιθύριζε κάτι στον Χέλντστριομ, εκείνος αποκρινόταν, γνέφοντας, η Φόσσα κοίταζε κάπου μακριά, πέρα από τον τοίχο. Τι αισθάνθηκε η ίδια – η Τόρα δεν ήξερε με ακρίβεια ούτε και αυτό. Στην αρχή εμφανίστηκε απελπισία και μανία, μορφή ενός τίγρη μέσα στο κλουβί – εξαγριωμένου και αβοήθητου πίσω από τα σιδερένια κάγκελα. Μετά ήρθε μια νέα αντίληψη – το αύριο δεν υπάρχει. Δεν θα ξεκινήσω τίποτα αύριο, είναι μια απάτη, ένα ψέμα. Αύριο δεν θα κάνω τίποτα – είτε στο Πείραμα, είτε χωρίς αυτό. Είμαι ένας άνθρωπος νεκρός, δεν έχω μέλλον. Το μόνο που υπάρχει, είναι αυτό το βράδυ. Δημιουργήθηκε μια έκταση τεράστια, τη διαπερνούσε ένας απαλός άνεμος. Απόσπαση. Συγκέντρωση εκείνου, που δεν έχει πλέον τίποτα. Το σώμα ξαφνικά σαν να άρχισε να αναβοσβήνει – τη μια είναι πυκνό, την άλλη πιο αραιό, διαπερατό.

Έσφιξα τις γροθιές μου, ήθελα να γρυλίζω, σαν κτήνος, να φωνάζω Ťόχιť. ŤΌχιť - στις πολύχρωμες εικονίτσες, όταν δήθεν καταβάλλονται οι προσπάθειες. ŤΌχιť - στον καθησυχασμό, πως όλα θα πάνε καλά. ŤΌχιť - στην επίτευξη του στόχου, στη σημείωση και στο περαιτέρω ήρεμο κύλισμα της ζωής. Πέρασε μια δυνατή σκέψη, σαν να με ρώτησε κάποιος - Ťαυτό είναι το πρόσωπο του ανθρώπου, που προσπαθεί να γίνει ζωντανός? Ποιος μάχεται για αυτό; Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, Τόραť.

Δεν έχω κανένα αύριο, υπάρχει μόνο αυτή η βραδιά. Αν θα κοιμηθώ, δεν θα ξυπνήσω ποτέ. Είμαι ένας νεκρός άνθρωπος. Δεν έχω αύριο. Αυτές είναι οι τελευταίες μου ώρες, σήμερα, – θα ζήσω μόνο μέχρι να με πάρει ο ύπνος, επειδή δεν θα ξυπνήσω μετά. ŤΔεν έχω αύριοť - απελπισία, και ταυτόχρονα ετοιμότητα να ορμίσω ανά πάσα στιγμή. Δεν υπάρχει φόβος, επειδή ξέρω – δεν υπάρχει και αύριο. Το γνωρίζω αυτό και έτσι δεν χρειάζεται να φοβηθώ τίποτα.

Εμφανίστηκε προσμονή της αίσθησης του άτμαν. Η μανία έχει αντίκτυπο με το άτμαν. Νομίζεις, ότι θα γίνει τώρα, είναι πολύ κοντά, είναι δίπλα, με καλεί. Λίγο πιο αριστερά από το κέντρο του στήθους – ένα πυκνό πετραδάκι, σχεδόν ανεπαίσθητο, αλλά ήδη αναπάντεχο. Δεν μπορώ να σχεδιάσω τίποτα για αύριο, διότι δεν υπάρχει αύριο. Για παράδειγμα, σκέφτομαι, ότι αύριο θα γίνει το Πείραμα. Όμως, δεν υπάρχει κανένα αύριο, έτσι μπορώ να το κάνω μόνο σήμερα. Δεν γίνεται να προγραμματίσω – ποια ώρα να βάλω στο ξυπνητήρι, επειδή δεν θα ξυπνήσω το πρωί. Αυτό είναι τόσο παράξενο - ότι δεν μπορώ να κάνω σχέδια. Συνέχεια εμφανίζονται σκέψεις για το τι θα κάνω αύριο, σε μια εβδομάδα, μετά από ένα μήνα. Δεν μπορώ καν να συμμετάσχω αύριο στο πείραμα, επειδή δεν θα έρθει κανένα αύριο. Πόσο ξεκάθαρα κατάλαβα ξαφνικά, ότι ζω, συνεχώς σχεδιάζοντας κάτι. Σκεφτόμουν, πως θα κάνω κάτι μετά από τόσο καιρό, ενώ στο παρόν – σε αυτό, το αυτή-τη στιγμή – παρόν, πεθαίνω αργά.

Θέλω να βρεθώ στο κρύο, κάτω από τον μανιασμένο άνεμο, να ρίξω από πάνω μου αυτά τα τσόφλια και σαπίλες. Κάτι προσπαθεί να περάσει έξω, θέλω να τρέξω, να ουρλιάξω, νιώθω ανατριχίλες στο κορμί, απόλαυση μέσα στο λαιμό, απελπισία?

Στέκομαι κάτω από τη ροή του νερού, δίπλα σε έναν μεγάλο, ανοιχτόχρωμο γρύζω-μπεζ μονόλιθο με κοφτερές έξοχες, πάνω στο κεφάλι μου κυλάει κρύο νερό, ρουθουνίζω, τινάζομαι, γελάω, πιτσιλάω με αυτό το νερό, μπαίνω από κάτω και βγαίνω έξω ξανά. Πόσο πολύ θα ήθελα να είμαι εκεί τώρα. Θέλω να δω τις μουσούδες των ποταμών του βουνού, τα ρυάκια, να ακούσω την ηρεμία τους, να τα μυρίζω, να πιέζω το μουνάκι, την κοιλιά, τη πλάτη, της παλάμες μου στις πέτρες, να τις πιάνω, να τις αγγίξω με κάθε κομματάκι του κορμιού μου. Θέλω να ακούσω τους ήχους τους. Θέλω να πάω εκεί. Θέλω να είμαι με αυτούς, που ζουν.

Θέλω να είμαι ζωντανή. Θέλω να είμαι ζωντανή και δυνατή, κουτάβι ενός ισχυρού ζώου με δυνατά πόδια, με υγρή μύτη και ζωηρά μαύρα μάτια.

Εμφανίστηκε άλλη μια εικόνα: μουσούδες και δρακάκια. Φθινοπωρινά φύλλα. Απαλό χιόνι. Κάποιο μέρος, που γνωρίζω, και όμως δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Πάω σε αυτούς, και όταν φτάσω, θα πάμε κάπου μαζί, να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Το ταξίδι μας θα συνεχιστεί, και δεν θα υπάρξει τίποτα, εκτός από το δυνατό και διαπεραστικό Ťτώραť.

 

Ο πυρετός των τελευταίων ημερών χάθηκε. Δεν λήφθηκε καμία απόφαση ακόμα, και δεν υπήρχε διάθεση να σκεφτεί για το πείραμα. Ήθελε απλώς να περπατήσει ήσυχα στην παραλία.

Από πίσω ακούστηκαν βήματα, η Τόρα γύρισε, και ξαφνιάστηκε λίγο, όταν είδε τον Νόρτον. Η επώδυνα-εκστατική αντίδραση για την προσοχή του προς τον εαυτό της χάθηκε επίσης. Μακριά ή δίπλα του, η Τόρα πάντοτε τον ένιωθε κοντά, ένα άτομο οικείο – κάποιον, για τον οποίο αισθάνεσαι την άνευ όρων αφοσίωση. Για κάποιον, που εσύ θεωρείς δικό σου άνθρωπο, η ευλάβεια δεν εμφανίζεται ποτέ.

Θυμήθηκε τα λόγια του Ραμακρίσνα: Ť Γιατί μιλάτε τόσο πολύ για διάφορες ικανότητες του Θεού? Ένα παιδί, που κάθεται δίπλα στον πατέρα του – σκέφτεται συνέχεια, πόσο άλογα, αγελάδες, σπίτια ή στρέμματα εκείνος έχει? Δεν χαίρεται απλώς, ότι αγαπάει τον πατέρα του τόσο πολύ, και ο πατέρας του τον αγαπά? Ο πατέρας ταΐζει και ντύνει το παιδί – νομίζετε, ότι δεν το κάνει ο Θεός? Στο κάτω-κάτω, είσαστε όλοι παιδιά του. Αν εκείνος φροντίζει για σας, ποιο είναι το ξεχωριστό σε αυτό; Για ποιο λόγο χρειάζεται να το συζητάτε συνέχεια? Άνθρωπος, αφοσιωμένος στον Θεό, πρέπει με τη βοήθεια της αγάπης να κάνει τον Θεό ένα μέρος του εαυτού του. Ο άνθρωπος ζητάει επίμονα από τον Θεό να απαντήσει στις προσευχές του και να του ανοίξει τον εαυτό του. Όταν εσείς μιλάτε τόσο πολύ για τις ικανότητες και τη δύναμη του Θεού, μετά δεν μπορείτε πια να σκέφτεστε για εκείνον, όπως σκέφτεστε για έναν κοντινό και πολύτιμο για εσάς άνθρωπο. Άρα, δεν μπορείτε και να απαιτήσετε τίποτα από αυτόν. Η σκέψεις για το μεγαλείο του Θεού τον απομακρύνουν από τον άνθρωπο, ο οποίος τον επιδιώκει. Να σκέφτεστε για τον Θεό, όπως σκέφτεστε για κάποιον οικείο και αγαπημένο. Μόνο έτσι μπορείτε να τον γνωρίσετεť

Περιμένοντας να φτάσει ο Νόρτον, η Τόρα έκανε μερικά βήματα εμπρός.

- Αισθάνομαι αφοσιωμένη σε σένα. Καμιά φορά… όπως τώρα, για παράδειγμα. Όταν υπάρχει αφοσίωση, πάντοτε έχω και σαφήνεια, πως είναι ο, τι πιο σημαντικό, πιο ελπιδοφόρο, πιο… - η Τόρα σώπασε, ψάχνοντας τις σωστές λέξεις, και ο Νόρτον τη διέκοψε.

- Ήμουν έφηβος ακόμα, και ταξιδεύαμε – κοντά στις παρόμοιες μουσούδες της Γης, όπως και εδώ - θάλασσα, άμμος, ζούσαμε σε ένα διώροφο σπίτι. Εγώ ξάπλωνα κάτω, στην αιώρα, σκεφτόμουν για διάφορα, και ξαφνικά γεννήθηκε αποφασιστικότητα να ζήσω τη ζωή μου κάπως ξεχωριστά, με πλήρη αυταπάρνηση, με έξαρση των αποκαλύψεων. Ξαφνικά εμφανίστηκε αντίληψη μιας ασυνήθιστης παρουσίας ακριβώς μπροστά μου και λίγο ψηλότερα. Ήρθε σιγουριά, ότι ο Βούδας είναι εδώ. Στην αρχή το ίδιο γεγονός, ότι είναι εδώ ο Βούδας, μου φάνηκε τόσο απίστευτο, και την ίδια στιγμή τόσο διαπεραστικά-ελκυστικό, ότι απλώς ένοιωσα αφοσιωμένος σε αυτόν. Δεν ήθελα να σκέφτομαι για τίποτε άλλο, ούτε να νιώθω κάτι άλλο. Μετά ήρθε ξαφνικά η δυνατή επιθυμία να ζητήσω κάτι, άρχισα να του ζητάω να γίνει δάσκαλος μου, έκλαιγα, ένιωθα αναπάντεχη ευγνωμοσύνη, απλώς επειδή μπορούσα να του ζητάω κάτι. Παρακαλούσα να με διδάξει, έλεγα, πως θέλω να γίνω ελεύθερος, θέλω να γίνει αυτό το σώμα – σώμα του Βούδα, και αυτή η συνείδηση – η συνείδηση του Βούδα. Δεν υπήρξε καμία αμφιβολία, ότι εκείνος βρίσκεται εδώ, ότι εγώ έχω μια ευκαιρία να του το ζητήσω. Η πιο ξεκάθαρη από όλες ήταν η σιγουριά, ότι εκείνος στέκεται μπροστά μου, σε απόσταση ενάμιση μέτρου από εμένα, και περίπου δυο μέτρα πάνω από το έδαφος. Και ταυτόχρονα υπήρξε αντίληψη του εαυτού του πλάι μου, πολύ κοντά, σαν να είχε σκύψει σε μένα, και από τις δυο μεριές την ίδια στιγμή. Τον παρακαλούσα για είκοσι λεπτά περίπου, ήθελα να αλλάξω παρά πολύ, η εκστατικότητα των συναισθήσεων κράτησε για άλλα τριάντα λεπτά μετά, και αργότερα εμφανιζόταν συχνά, όταν εγώ προσπαθούσα να θυμηθώ τις λεπτομέρειες αυτής της συνάντησης. Έλεγα, ατό θέλω να διδάξω άλλα πλάσματα, θέλω να εκκαθαρίσω αυτό το μέρος από απληστία και ηλιθιότητα, και να υπάρχουν μόνο οι φωτισμένες αντιλήψεις. Τον ρωτούσα – Ťτι πρέπει να κάνω, για να γίνεις δάσκαλος μου? Πώς να σου δείξω, ότι θέλω να μάθω από εσένα?ť. Δεν ήξερα, τι άλλο να κάνω, πώς να του δώσω να καταλάβει, ότι πράγματι θέλω να μάθω. Ξαφνικά θέλησα να ακούσω. Σταμάτησα να μιλάω, και ήρθε σιγουριά, ότι τον ακούω, όμως, δεν άκουσα ούτε μια λέξη. Έρχονταν οι σκέψεις αμφιβολίας, αλλά αμέσως γεννιόταν μανία για να τις απωθήσει : δεν μπορώ έτσι απλά να το χάσω αυτό λόγο ηλιθιότητας μου. Θα ακούσω, χωρίς να ξέρω, τι θα μου πουν. Ένιωθα απίστευτα καλά. Ήμουν σίγουρος, ότι θα τα θυμηθώ όλα αργότερα. Δεν θυμάμαι πως, αλλά με κάποιον τρόπο κατάλαβα, ότι μπορώ να σταματήσω να ακούω πια. Εμφανίστηκε έντονη τρυφερότητα για εκείνον. Επαναλάμβανα συνέχεια: ŤΒούδα, αγόρι μου, είσαι εδώť. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν και πάλι. Όποτε δεν μπορούσα να μιλήσω από τα δάκρυα και η κατάσταση γινόταν ανυπόφορη, ψιθύριζα. Κάθε φορά, όταν έκλεινα τα μάτια, η μορφή του μπροστά μου γινόταν πιο έντονη. Ξεκίνησα να του λέω ξανά, ότι δεν θέλω να φύγει, θέλω να γίνει ο δάσκαλος μου. Τον αποκαλούσα Ťαγόρι μουť, του έλεγα, ότι δεν θα υποχωρήσω ποτέ, όσο καιρό και να πάρει αυτό, δεν θα αλλάξω τη γνώμη μου.

Δεν θυμάμαι, πως σταμάτησε αυτό, και ένιωθα επιθυμία να κοιτάξω από το παράθυρο. Είχα την ιδέα, ότι θα δω εκεί έναν ξάστερο ουρανό, μετά το διάστημα, ήρθε η σαφήνεια, ότι εκείνος έφυγε, και την ίδια στιγμή φαινόταν τόσο ανόητο να πω Ťέφυγεť. Μετά ξαφνικά – νέα διαπεραστική σαφήνεια: ο Βούδας είναι παντού. Αυτό προκάλεσε και πάλι τις ανυπόφορες φωτισμένες αντιλήψεις. Απλώς έμεινα ξαπλωμένος και επαναλάμβανα: ο Βούδας είναι παντού. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη ανακάλυψη της ζωής μου. Παρά το ότι υπήρξε η αντίληψη Ťέφυγεť, ένιωθα ακόμα την παρουσία του στο δωμάτιο. Μου φαινόταν, ότι και τώρα εκείνος έμεινε πίσω από τη πλάτη μου. Όμως, τούτη η παρουσία ήταν διαφορετική απ` όταν εκείνος βρισκόταν δίπλα μου και εγώ τον παρακαλούσα. Όταν κοίταζα στη γωνία, όπου αυτός στεκόταν, μέσα μου εμφανιζόταν εκστατική αφοσίωση και αρνιόμουν να φύγω από εκεί, να σταματήσω την επανάληψη της φράσης Ťαγόρι μουť και να αισθάνομαι την τρυφερότητα-αφοσίωση. Σηκωνόμουν, πήγαινα κοντά στο παράθυρο, για κάποιο λόγο κουβαλούσα μαζί μου το μαξιλάρι, επέστρεφα στην αιώρα ξανά – τα πάντα ήταν ανυπόφορα. Όποτε έπαιρνα το μαξιλάρι και περπατούσα – ξανά και ξανά ερχόταν η διαπεραστική σαφήνεια, ότι ο Βούδας είναι παντού, και μέσα σε αυτό το μαξιλάρι – ο Βούδας είναι σε όλα. Είχα τέτοια παρόρμηση, η οποία λες και άναβε τα λεπτά χρυσαφένια νήματα, που έβγαιναν από την καρδιά μου προς όλες τις κατευθύνσεις, εμφανίζονταν εικόνες διάφορων πλασμάτων, δεν ήξερα, ποιοι ήταν, αλλά ήμουν σίγουρος, ότι είναι πλάσματα με επιδίωξη, είναι πολλά, και ήθελα πολύ να τα ακολουθήσω.

Η Τόρα θυμήθηκε, πως ο Τόμας διάβαζε ένα κομμάτι του κειμένου, το οποίο εκείνος έβγαλε από την κατάδυση του – εκεί επίσης υπήρξε αναφορά στην αντίληψη του Βούδα. Αυτό έγινε πολύ καιρό πριν – σαν σε μια άλλη ζωή. Εμφανίστηκε διαπεραστική σαφήνεια: Ťχωρίς αφοσίωση - αδιέξοδοςť.

- Αργότερα αυτή η κατάσταση επέστρεψε σε μένα μερικές φορές – συνέχισε ο Νόρτον μετά από μια μικρή παύση. – Κάποτε ήμασταν στα βουνά με τα παιδιά, έκανε κρύο μέσα στη σκηνή. Φόρεσα κάποια ζεστά παντελόνια, τα πρώτα, που έτυχαν. Τότε ένα άλλο παλικάρι είπε, ότι και αυτός ήθελε να τα βάλει, επειδή κρυώνει. Κάποιος του πρότεινε τα δικά του, ακόμα πιο ζεστά, αλλά εκείνος αρνήθηκε, άρχισε να λέει, ότι δεν είναι στο δικό του μέγεθος, και θα νιώθει άβολα – αυτό ήταν χαζό, επειδή είχαμε περίπου το ίδιο ύψος όλοι, και σχεδόν δεν δίναμε προσοχή – σε ποιον ανήκει το κάθε πράγμα, όμως, το παλικάρι συνέχιζε να επιμένει. Καταλάβαινα, για ποιο λόγο εκείνος κόλλησε με αυτά, για τον ίδιο, που τα ήθελα και εγώ – ήταν ωραία, εφάρμοζαν καλά στον πισινό, και ήθελα να με δουν τα κορίτσια συγκεκριμένα με αυτά τα παντελόνια. Ήρθε επιθυμία να του επιστρέψω τα παντελόνια, αλλά όχι επειδή έτσι Ťπρέπειť, μα επειδή ορισμένα θέλησα να νιώσω την επιθυμία να μην είμαι άπληστος, να δοκιμάσω την αίσθηση χαράς, επειδή δίνω κάτι, και δεν έχω αρνητική αντιμετώπιση για τη δική του απληστία. Έβγαλα τα παντελόνια, τα έδωσα, και κατάφερα να μπω στη χαρά. Ξαφνικά εμφανίστηκε εκστατική απόλαυση μέσα στο στήθος, λαιμό και καρδιά, έτρεξαν δάκρυα, και ήρθε δυνατή επιθυμία να δίνω ο, τι έχω, ο, τι πιο πολύτιμο, όλες τι φωτισμένες αντιλήψεις, γενικώς, οτιδήποτε μπορεί να δοθεί. Αυτό κράτησε για μερικά λεπτά, και η κατάσταση ήταν πολύ σταθερή. Τότε κατάλαβα ξεκάθαρα, ότι η αφοσίωση πάντοτε συνοδεύεται με χαρούμενη επιθυμία να προσφέρεις.

Τα κύματα, που πριν έγλειφαν απαλά την άμμο, άρχισαν να ρίχνουν γρήγορα και μικρά χτυπήματα στην ακτή, πηδώντας ένα πάνω από τα` άλλο, σαν τα πόσουμ. Η φασαρία τους τράβηξε την προσοχή της Τόρας, και εκείνη χαμογέλασε, όμως, αμέσως γύρισε σε αυτά, που της έλεγε ο Νόρτον.

- Θυμόμουν και άλλα πράγματα, τα οποία συνήθως θέλουμε να έχουμε, και φανταζόμουν, πως τα δίνω με χαρά. Όταν το βράδυ πήγαμε για ύπνο, την ώρα του επόμενου κυματισμού της αφοσίωσης ξαφνικά θυμήθηκα την πρώτη μου αντίληψη παρουσίας του Βούδα, όταν ξάπλωνα μέσα στην αιώρα. Και αυτή η αντίληψη εμφανίστηκε πάλι ξεκάθαρα, ξανά μπροστά μου, κάτω από την οροφή της σκηνής, ή ακόμα λίγο πιο πάνω από αυτήν. Δημιουργήθηκε διαμαντένια σκληρότητα στο στήθος, λες και Ťδιέσχισεť το σώμα μου μια άφθαρτη, σκληρή μπάλα, περίπου ένα μέτρο διάμετρο. Και αφοσίωση μέχρι δακρύων. Έντονη ευγνωμοσύνη, επειδή εκείνος ήρθε ξανά. Άρχισα να του λέω σιωπηλά κάτι, αλλά τα λόγια μου δεν είχαν νόημα, και εγώ δεν ήθελα αυτό να υπάρχει – απλώς να του πω κάτι – λες και αυτό βοηθούσε να ξεχυθεί στην επιφάνεια η αφοσίωση, η επιδίωξη μου να γίνω ο εαυτός του. Αφοσίωση δυνάμωσε απότομα, και άρχισα να επαναφέρω εκείνη την επιθυμία να δίνω, άρχισα να φαντάζομαι, πως προσφέρω κάτι σε κάποιο κοντινό μου πρόσωπο, ξαφνικά γεννήθηκε η εκστατική απόλαυση μέσα στο στήθος, λαιμό και καρδιά. Στην καρδιά ήταν ιδιαίτερα ανυπόφορο. Όταν η απόλαυση αυτή έλαμπε δυνατά, γύρω από το κορμί μου σαν να συγκεντρωνόταν ένα ολόκληρο σύννεφο απόλαυσης, και το ίδιο το κορμί, όπως και ο χώρος γύρω από αυτό, ήταν διαποτισμένο με μαλακή απόλαυση.

Ο Νόρτον σώπασε, και για πέντε λεπτά περίπου εκείνοι απλώς περπατούσαν δίπλα στο νερό, σιωπηλά, άσκοπα.

 

- Διάβασες ποτέ Μπράντμπερι? – η ερώτηση ήταν αρκετά ξαφνική, και η Τόρα τα έχασε για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα. – Έχει μια ιστορία για το πώς ένας ταξιδιώτης του χρόνου πήγε στο παρελθόν – στην εποχή των δεινόσαυρων, εκεί σύνθλιψε μια πεταλούδα, και όταν επέστρεψε στη δική του εποχή, ανακάλυψε, ότι ένας άλλος πρόεδρος κυβερνάει πια τη χώρα.

- Ναι, κάτι θυμάμαι. – η Τόρα προφανώς δεν μπορούσε να καταλάβει, που τα πάει με αυτή την ερώτηση.

- Μια μικροσκοπική επιρροή στο παρελθόν μπορεί να οδηγήσει σε τεράστιες αλλαγές στο μέλλον..

- Ε…- η Τόρα δεν ήξερε πια, τι να πει. – Και τι μ` αυτό? Αν μιλάς για τους δύτες, αυτοί δεν ταξιδεύουν πουθενά, απλώς αποκτούν την πρόσβαση στις πληροφορίες, όπως γίνεται, όταν βλέπουν τηλεόραση.

- Δεν μιλάω για τους δύτες. – ο Νόρτον επιβράδυνε το βήμα του, εκείνοι περπατούσαν πλάι στο νερό. – Αναφέρομαι στην θεωρία. Η θεωρία, περιγραφόμενη σε αυτή την ιστορία, είναι ριζωμένη βαθιά μέσα στους ανθρώπους – η θεωρία για το ότι μια μικρή επίδραση μπορεί να επιφέρει τεράστιες συνέπειες. Αλλά έτσι είναι στην πραγματικότητα, όμως?

- Δεν είχα σκεφτεί ποτέ για αυτό. – η Τόρα ανασήκωσε του ώμους της. – Δεν βλέπω, τι σημασία μπορεί να έχει.

- Μην βιάζεσαι. Έλα να το σκεφτούμε μαζί.

Κάπου μπροστά ακούγονταν κοριτσίστικες και αγορίστικες στριγκλιές, και στην επιφάνεια του ωκεανού έλαμψαν εκτυφλωτικά οι πλάτες των δελφινιών.

- Νομίζω, ότι εκείνοι καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον καλύτερα από εμάς, - η Τόρα δαγκώθηκε αφηρημένα. – Εντάξει, ας το σκεφτούμε – αν και δεν καταλαβαίνω ακόμα, τι μπορεί να σκεφτεί κανείς γι` αυτό.

- Ας πάρουμε, για παράδειγμα, έναν άνθρωπο πριν το πόλεμο. Οι πράξεις του εκατό τοις εκατό καθορίζονται από σκοτισμούς – αρνητικά συναισθήματα, θεωρίες. Ας πούμε, ο άνθρωπος αυτός είναι σίγουρος, ότι πρέπει να πλένει τα πιάτα κάθε μέρα, ώστε να μην μείνουν άπλυτα όλο το βράδυ. Καμιά φορά αυτός ξεχνάει να τα πλύνει, και έχει ενοχές, εκνευρίζεται και τα λοιπά. Συνήθως τα πλένει κάθε μέρα. Και εδώ ξαφνικά έρχεται ο δικός μας ταξιδιώτης στον χρόνο – για συντομία θα τον ονομάσουμε Ťδαίμοναςť - και ρίχνει κάτω στα πόδια του ανθρώπου μια μπανανόφλουδα. Εκείνος γλιστράει, πέφτει, βρίζει, μαλώνει με τη σύζυγο και τα λοιπά – μοιάζει να έχει αλλάξει η ροή των γεγονότων. Είναι έτσι στην πραγματικότητα, όμως? Όλοι οι μηχανισμοί, οι οποίοι παλιότερα επιδρούσαν, συνεχίζουν να το κάνουν, και μια ώρα νωρίτερα η αργότερα τα πιάτα θα πλυθούν. Αυτό θα επηρεάσει κάποιες άλλες διαδικασίες?

Η Τόρα με τίποτα δεν κατάφερνε να καταλάβει ακόμα – που τα πάει ο Νόρτον, και τον άκουγε με μισό αυτί.

- Ας πούμε, ότι από το πλύσιμο των πιάτων εξαρτιόνταν κάποιες άλλες πράξεις. Για παράδειγμα, ο σύζυγος ήθελε να ετοιμάσει μια σαλάτα-σπεσιαλιτέ για τους καλεσμένους τους, και η σαλατιέρα δεν είναι πλυμένη ακόμα. Η επιθυμία να κάνει εντύπωση και άλλοι μηχανισμοί θα τον αναγκάσουν να γνοιαστεί προτού έρθουν οι καλεσμένοι: θα παρατήσει στην άκρη άλλες δουλειές, και θα φτιάξει τελικά τη σαλάτα, που ήθελε. Και αν δεν το κάνει; ΘΑ αλλάξει κάτι στο μέλλον του; Συχνά οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν κάτι και δεν το κάνουν– θα φέρει κάποιες αλλαγές η συγκεκριμένη περίπτωση?

- Όχι, μου φαίνεται.

- Είμαι σίγουρος, πως όχι. Το τρακτέρ θα προχωράει στις λακκούβες, ακόμα και αν μεθυσμένος οδηγός στρίβει το τιμόνι πέρα-δώθε, η κατεύθυνση και η ταχύτητα δεν θα αλλάξουν ουσιαστικά. Η ροή των γεγονότων στη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου μοιάζει με τη κίνηση αυτού του τρακτέρ. Και αν αναλύσουμε τη ζωή ενός ανθρώπου, που οδηγείται από χαρούμενες επιθυμίες?

- Ε… γλιστρώντας στην μπανανόφλουδα εκείνος απλώς θα σηκωθεί και θα συνέχισε να κάνει ο, τι έκανε πριν.

- Σωστά. – ο Νόρτον πήρε μια παύση και, προφανώς έπρεπε να περάσει σε αυτό, για το οποίο ξεκίνησε αυτή η κουβέντα. – Ας το δούμε από μια άλλη μεριά τώρα. Ας πούμε, ότι εγώ θέλω να αλλάξω. Ας πούμε, ότι βιώνω δυνατή χαρούμενη επιθυμία να αλλάξω εκείνο το σύνολο των αντιλήψεων, το οποίο για μένα είναι συνηθισμένο αυτή τη στιγμή. Εσύ θα ήθελες να αλλάξεις?

- Εγώ? – από την έκπληξη η Τόρα άνοιξε τα χέρια της. – Μα φυσικά!

- Και τι κάνεις γι` αυτό?

- Όταν… θέλεις, να …

- Ναι, απλώς πες μου σε γενικές γραμμές, από την αρχή, όμως, τις θεμελιώδεις αρχές της πρακτικής για την αλλαγή των αντιλήψεων σου. Φαντάσου, ότι πρέπει να μεταδόσεις στις επόμενες γενιές την ουσία της ιδέας, και έχεις πρόχειρα μόνο μια πέτρα και σμίλη. Να σκαλίζεις τις λέξεις στο βράχο – δεν είναι απλή δουλειά, γι` αυτό δεν θα έχεις ιδιαίτερη όρεξη για πολυλογίες.

- Εντάξει. – η Τόρα συγκεντρώθηκε. – Υπό την επιθυμητή αλλαγή πάντοτε καταλαβαίνω μια τέτοια αντικατάσταση των αντιλήψεων, με την οποία αυξάνεται το μερίδιο των φωτισμένων αντιλήψεων. Αίσθηση του καθήκοντος, ένοχης, επιθυμία για κτήση ποτέ δεν θα οδηγήσουν στην αύξηση του μεριδίου των ΦΑ. Αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο οι χαρούμενες επιθυμίες, δηλαδή, εκείνες, που συνοδεύονται με προσμονή. Είναι δυνατόν να αλλάξεις το σύνολο των αντιλήψεων χωρίς προσμονή, όμως, το μερίδιο των ΦΑ σε αυτό θα μειωθεί, κάτι που στο τέλος οδηγεί στην πλήρη απάθεια, αδιέξοδο και αποχαύνωση. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα ρομπότ, που γερνάει με γρήγορο ρυθμό. Έτσι η προσμονή είναι το κλειδί για τις αλλαγές.

- Οι μηχανισμοί των σκοτισμών σε εμποδίζουν να αλλάξεις προς την επιλεγμένη κατεύθυνση, έτσι δεν είναι; Η συνήθεια να βιώνεις εκείνες τις καταστάσεις, στις οποίες είναι υπερβολικά μικρό το μερίδιο των ΦΑ, σωστά?

- Ναι.

- Εφαρμόζοντας διάφορες πρακτικές, θέτεις ως στόχο την υπερνίκηση, απομάκρυνση, καταστροφή αυτών των μηχανισμών?

- Ναι. Τώρα κατάλαβα - τι σχέση έχει η πεταλούδα από το παρελθόν. Κατάλαβα. Μπανανόφλουδα. Το` πιασα. Όχι, από αυτή τη μεριά δεν κοίταξα.. – η Τόρα ένωσε τα χέρια της πάνω από κεφάλι της και τεντώθηκε. – Σε γενικές γραμμές καταλαβαίνουμε, ότι η δύναμη των συνηθειών είναι τεράστια. Πέτα στα πόδια του ανθρώπου τη μπανάνα – και δεν θα αλλάξει τίποτα. Και όσο πιο μεγαλύτερη είναι η έκταση της επιρροής – τόσο μεγαλύτερη είναι η έκταση των φαινομένων, για τους οποίους αυτό το γεγονός θα περάσει χωρίς κανένα ίχνος.. Δηλαδή, τώρα μπορώ να αναρωτηθώ… - η Τόρα συγκεντρώθηκε και συνέχισε, επιλέγοντας προσεκτικά την κάθε λέξη. – Για την ακρίβεια, μερικές ερωτήσεις. Πρώτη – για ποιο λόγο είμαι σίγουρη, ότι η πράξη μου θα επηρεάσει αρκετά δυνατά τις συνήθειες μου? Δεύτερη – πώς να εκτιμήσω τον αναγκαίο βαθμό της επιρροής?

- Μπορούμε να παρατηρήσουμε το αποτέλεσμα. – Προσέθεσε ο Νόρτον.

- Μπορούμε. Αυτό κάνω και εγώ. Όλοι αυτό κάνουν. Αν δεν υπάρχει το αποτέλεσμα, δυναμώνει η επιθυμία να πετύχεις το σκοπό σου, θέλεις να κάνεις και άλλες, και άλλες πράξεις. Τίποτα δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η ύπαρξη ή μη του αποτελέσματος θα ορίζει – αν θα εμφανιστεί η επιθυμία να καταβάλλεις τις τάδε ή εκείνες προσπάθειες, ή όχι.

- Σωστά, - επιβεβαίωσε ο Νόρτον. – Και πώς θα κρίνουμε εμείς – αν υπάρχει το αποτέλεσμα? Πόσο σταθερό είναι? Μπορείς τώρα να προεπισκοπήσεις νοητικά όλη τη ζωή σου, που πέρασες ανάμεσα στους πρακτικούς, και να πεις – ποιες αλλαγές αποδείχθηκαν μόνιμες?

- Μπορώ. Αλλά θα πάρει καιρό. Δεν είχα συντάξει ποτέ μια τέτοια λίστα…

- Να τη συντάξεις κάποτε. Θα εκπλαγείς – πόσο σύντομη θα είναι. Οτιδήποτε μείνει εκτός αυτής της λίστας, – είναι τα αποτελέσματα, που μπορείς να ονομάσεις Ťπροσωρινέςť, Ťασταθείςť και τα λοιπά – υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις, με τις οποίες εμείς ουσιαστικά κρύβουμε την απουσία του αποτελέσματος..

- Δεν συμφωνώ, ότι είναι ακριβώς η απουσία του αποτελέσματος… θα έλεγα, ότι καμιά φορά, κοιτάζοντας πίσω, αντιλαμβάνομαι, ότι σε τάδε ή εκείνο πράγμα συνέβη η μόνιμη αλλαγή. Για παράδειγμα – η ζήλια. Χρειάστηκε να καταβάλλω για μερικά χρόνια τις προσπάθειες για την απομάκρυνση της. Και δεν ήμουν πάντοτε άψογη σε αυτό. Ενώ κάποια στιγμή πρόσεξα ξαφνικά, ότι πια δεν θεωρώ ποτέ τη ζήλια δικαιολογημένη, δεν θέλησα να την παρατείνω έστω για μια στιγμή ποτέ ξανά, και η επιθυμία να την απομακρύνω είναι σαν μια ακονισμένη λεπίδα - εν ριπή οφθαλμού η ζήλια μετατρέπεται σε συμπάθεια ή στις άλλες ΦΑ. Άρα, το αποτέλεσμα υπάρχει.

- Υπάρχει, - συμφώνησε ο Νόρτον. – Και είσαι ικανοποιημένη με το ότι η ταχύτητα της επιδίωξης αυτού του αποτελέσματος δεν εξαρτάται από εσένα?

- … Εμ… μάλλον, είμαι εντάξει… ήμουν ικανοποιημένη, τουλάχιστον, μέχρι τώρα, διότι θεωρούσα...

- Ότι δεν γίνεται διαφορετικά?

- Αν όχι πάντα, τότε κατά κανόνα – ναι, θεωρούσα, ότι κατά κανόνα αυτό δε εξαρτάται από εμένα. Ναι.– Η Τόρα μπήκε στις σκέψεις και σώπασε. – Και έχουμε το τρακτέρ ξανά. Αφού σκέφτομαι για τον εαυτό μου, ως έναν άνθρωπο, που ελέγχει τις αντιλήψεις του. Και βγαίνει… τι βγαίνει, δηλαδή … βγαίνει, ότι εκτελώ κάποιες προσπάθειες, και μετά σαν να λέω στον εαυτό μου: Ť και από δω – όπως πάει, περαιτέρω δεν εξαρτάται από μέναť. Εδώ γενικώς αρχίζουν τα παράλογα… είχα σκεφτεί κάποτε γι` αυτό – πρώτα απ` όλα βγαίνει ο αταβισμός του Ťεξαναγκασμούť - διάφορα σχεδιαγράμματα, κανόνες, αν και σε επαναφέρει γρήγορα η δηλητηρίαση, που έρχεται,– αδύνατον να εκτελείς τις χαρούμενες προσπάθειες σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα. Οι χαρούμενες προσπάθειες είναι δυνατόν να γίνουν μόνο σύμφωνα με την επίσης χαρούμενη επιθυμία, και αν δεν υπάρχει μια τέτοια, από πού να εμφανιστεί? Η ξεκάθαρη αντίληψη για το ότι βρίσκομαι σε αδιέξοδο, οδηγεί σε μια εκ νέου εμφάνιση της προσμονής του αποτελέσματος, και οι χαρούμενες προσπάθειες καταβάλλονται ξανά, μα καμιά φορά δεν υπάρχει καν τέτοια σαφήνεια, η σκέψη Ť είμαι σε αδιέξοδοť δεν είναι αρκετή από μόνη της. Έτσι έχουμε έναν κύκλο. Αδύνατον να βγούμε από αυτό με τη βοήθεια των μηχανικών επιθυμιών, γεννημένων από διάφορα Ťπρέπειť – έτσι η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη. Και δεν μπορούμε να βγούμε με τη βοήθεια των χαρούμενων επιθυμιών – αυτές δεν υπάρχουν. Έτσι το μόνο που μένει – να περιμένουμε. Ναι, - πετάχτηκε η Τόρα – αυτό συγκεκριμένα κάνω – περιμένω. Αν βρίσκομαι σε μια τέτοια κατάσταση, απλώς περιμένω να εμφανιστεί ξανά η χαρούμενη επιθυμία. Και αν το συγκρίνω… μπορώ να πω, ότι μια τέτοια αναγκαστική τακτική αποδεικνύεται αποτελεσματική… τουλάχιστον εγώ τη θεωρώ αποτελεσματική. Αυτά. Κουράστηκα:), - γέλασε η Τόρα. – Σε γενικές γραμμές, τα κατάλαβα όλα εδώ, αλλά σπάνια σκέφτομαι γι` αυτά, έτσι δυσκολεύομαι με τη διάκριση των αντιλήψεων και τη διατύπωση.

- Όλα σωστά. – Ο Νόρτον κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. – σωστά, έτσι γίνονται όλα. – σταμάτησε εκείνος και την κοίταξε με απορία.

- Περιμένεις κάτι από εμένα, - η Τόρα γονάτισε, γέμισε τις παλάμες με άμμο και άρχισε να κοιτάζει, πως αυτή τρέχει ανάμεσα από δάχτυλα της. – Ίσως μπορούμε να περιμένουμε κάπως αλλιώς, και όχι παθητικά; Να κάνουμε κάτι? Για να γίνει αυτό χωρίς δηλητηρίαση, να προοδεύσεις προς τις ΦΑ, το κίνητρο της πράξης πρέπει να είναι κάποια χαρούμενη επιθυμία, προσμονή, και ακριβώς αυτήν δεν έχουμε - σύμφωνα με τους όρους του προβλήματος, η προσμονή δεν εκδηλώνεται για κάποιο χρονικό διάστημα.

Ένα λεπτό πέρασε μέσα στη σιωπή.

- Η έκθεση του εαυτού σου στην επιρροή ενός άλλου ανθρώπου δεν αλλάζει τίποτα, επειδή το να θελήσεις να επηρεαστείς με σκοπό την αλλαγή – αυτό και σημαίνει να κάνεις κάτι, νιώθοντας ταυτόχρονα την προσμονή, η οποία δεν υπάρχει στο πρόβλημα.

Για δυο λεπτά ακόμα η Τόρα, με κλειστά τα μάτια, επανεξέταζε τα πράγματα, που ειπώθηκαν, προσπαθώντας να βρει ένα αδύναμο σημείο στους συλλογισμούς.

- Παραιτούμαι, - επιτέλους δήλωσε εκείνη. – Δεν μπορώ να σου πω τίποτα, Νόρτον. Δεν μπορώ να πω τίποτα ακόμα – θέλω… ξέρεις τι – θέλω να δοκιμάσω, θα κάνω ένα πείραμα, θα κοιτάξω πιο προσεκτικά… βρε εσύ!! – η Τόρα ξαναπήδηξε, σαν ζεματισμένη, και δείχνοντας με το δάχτυλο κάπου προς τον ωκεανό, επαναλάμβανε Ťβρε εσύ…, βρε…ť.

- Το` πιασες?:) – σιγανά γέλασε ο Νόρτον.

- Το` πιασα… κατάλαβα, περίμενε, περίμενε, θα το πω τώρα, αλλιώς θα φύγει η σαφήνεια… αυτό και είναι ένα στοιχείο, ο κρίκος της αλυσίδας… μισό λεπτό… όταν συγκεντρώνεται… ουσιαστική … στο διάολο να πάει, δεν μπορώ να πω πιο ορισμένα ακόμα – εντάξει, η ουσιαστική πείρα της σαφήνειας για το ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, παρά να κάτσω και να περιμένω, και όποτε εμφανίζεται η επιθυμία να μην συμβιβαστώ με αυτό, όταν έρχεται η χαρούμενη επιθυμία, δημιουργείται η προσμονή της εξερεύνησης… εξερεύνησης αυτής της διαδικασίας, αυτό είναι συγκεκριμένο το νέο, νέο στοιχείο, διότι δε είχα αναλύσει παλιότερα ακριβώς αυτό το κομμάτι της ζωής μου – παλιά απλώς τα παρατούσα εκεί όλα, επειδή δεν υπήρξε διάθεση για εξερεύνηση, απλώς καθόμουν εκεί με σταυρωμένα τα χέρια και περίμενα, αφού δεν είχα την χαρούμενη επιθυμία, ενώ τώρα την έχω, και εφόσον υπάρχει αυτή, προστίθεται ένα νέο στοιχείο, και μπορώ να κάνω πειράματα και να αναλύσω αυτό το στάδιο. Το είχα διαβάσει στα βιβλία του Μπόντχι: Ť να βιώνεις τους σκοτισμούς – είναι ένα πράγμα. Να βιώνεις και να τους μελετάς ταυτόχρονα– τελείως διαφορετικό. Για παράδειγμα, μπορείς να αλλάξεις κάτι και να δεις – πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις, να κρατάς σημειώσεις, να τις αναλύσεις επί τόπου η αργότερα. Ο πρώτος τρόπος να ζήσεις – είναι η κίνηση προς τον θάνατο. Ο δεύτερος – είναι ο δρόμος προς τη ζωήť. Ναι, για κάποιο λόγο δεν σκέφτηκα να εφαρμόσω την ίδια μέθοδο… Θέλω να το κάνω. Πάντα με μάγευε ο όρος Ťαμετάκλητη αλλαγήť. Όποτε το συναντούσα, τον αντιμετώπιζα ως κάτι αφηρημένο – κάτι από τη μακρινή ζωή των σκληραγωγημένων κομάντος. Αμετάκλητη αλλαγή. Έχω τώρα μια αίσθηση… σαν… σαν να κρατώ στα χέρια μου… παρεμπιπτόντως, δεν συμμετέχω στο πείραμα, αυτό ήθελα να σου πω. Ναι. Δεν έχω χρόνο γι`αυτό. Αγαπάω πάρα πολύ τα δελφίνια, και νομίζω, πως το ξέρουν ήδη, θα το κάνω κάποια άλλη στιγμή αργότερα, ξεμπερδέψτε μόνοι σας στους άλλους κόσμους, για τους τίγρεις δεν ξέρω – όμως, λατρεύω τα τιγράκια, δηλαδή, τα χαιρετίσματα μου στον τίγρη, και προσοχή με τις ενσωματώσεις των αντιλήψεων – μη σας φυτρώσει κανένα νύχι στο τέλος! – η Τόρα γέλασε, κουνώντας το χέρι της, και πήρε στροφή, γυρίζοντας στη φωλιά της. Η ουρά της ήταν φουντωμένη και απαλό αεράκι έπαιζε με τις βελουδένιες τριχούλες της..

Ο Νόρτον έμεινε εκεί για λίγα λεπτά ακόμα, και μετά έκανε μερικά βήματα προς το νερό, κάθισε πάνω στην υγρή άμμο. Τα κύματα έφταναν στις πατούσες του και βούλιαζαν στην άμμο, αφήνοντας ανάλαφρες φουσκίτσες του αφρού, ο καυτός ήλιος της ημέρας έφυγε, και ευχάριστη ζεστασιά κάλυπτε όλον τον κόσμο μέχρι τον ορίζοντα. Οι παιδικές φωνές σώπασαν κάπου μακριά εδώ και πολύ καιρό, και τα δελφίνια την έκαναν επίσης. Ο Νόρτον αναστέναξε σχεδόν ανεπαίσθητα, και ξαφνικά το πρόσωπο του απέκτησε μια φευγαλέα-χρυσαφένια απόχρωση, λες και το δρομάκι του φωτός, που έτρεχε στο νερό, έχει απλωθεί στο πρόσωπο του. Ο κόσμος ήδη μύρισε βράδυ, όταν ξαφνικά επικράτησε μια ασυνήθιστη ησυχία. Λες και πάγωσε ο ίδιος ο αέρας, όταν μπροστά του υψώθηκε και έμεινε ακίνητο ένα τεράστιο κύμα.

 

 

 



<< Back Forward >>