Ť Μάγια ť

Τόμος 2: Ť Προέλευση των ειδών ť

Κεφάλαιο 24


Η Τόρα ακολούθησε μηχανικά τον Νόρτον, η κοπέλα δεν καταλάβαινε σχεδόν καθόλου – που πάνε. Μέσα στη φωλιά του αυτή απλώς έπεσε πάνω στο στρώμα, πεταμένο δίπλα στον τοίχο. Όλο το κορμί της ήταν γεμάτο με σπινθηροβόλες αισθήσεις, οι σκέψεις κυλούσαν σιγά-σιγά, μια πάγωναν, και την άλλη κυλούσαν σαν μια πυκνή, ευχάριστη ροή. Ο Νόρτον κάθισε απέναντι, το πρόσωπο έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από μαλακή πέτρα – χαμογελάει; Παράξενη έκφραση του προσώπου – η Τορα μπορούσε να διακρίνει την αποφασιστικότητα, δύναμη και απαλό χαμόγελο την ίδια στιγμή – όλα τα αυτά φαίνονταν ίσα-ίσα. ŤΤο πρόσωπο του Βούδα!ť - πετάχτηκε η σκέψη (από πού να ξέρω εγώ - πώς θα μπορούσε να είναι το πρόσωπο του Βούδα;). Γαλάζιο ολογραφικό αστεράκι αναβοσβήνει στο δεξί μου χέρι – άρα, ήρθε το μήνυμα από την Πούρνα ( ήρθα εδώ για να διαβάζω γράμματα;).

Χωρίς βιασύνη, η Τόρα έβγαλε το τηλεχειριστήριο και άνοιξε την οθόνη. Μόνο οι τελευταίοι παράγραφοι τράβηξαν τη προσοχή της:

ŤΜάζεψα τις σημειώσεις για τα πράγματα, που για μένα έχουν αντίκτυπο με την απόσπαση:

*) Περπατώ σε μια απέραντη έρημο, φυσάει άνεμος, ο ήλιος είναι κατευθείαν πάνω από το κεφάλι μου, αλλά δεν νιώθω κάψιμο, προχωράω και το μόνο που βλέπω γύρω - είναι η άμμος, ο ορίζοντας μπροστά μου, με περιβάλλει μια ολόκληρη θάλασσα από αμμώδης λόφους. Τίποτα δεν διακόπτει αυτή την ηρεμία, ξέρω, ότι θα συνεχίσω να περπατάω έτσι, τίποτα δεν μπορεί να με αποσπάσει από τον στόχο μου.

*) Βρίσκομαι σε τεράστιο υψόμετρο στα βουνά, γύρω μου – ησυχία, καμιά φορά ακούω τον ήχο του ρυακιού η τα φτερουγίσματα των πουλιών. Δεν χρειάζεται να τρέξω πουθενά, δεν βιάζομαι, θέλω να καθίσω εδώ και να βιώνω αυτή την αίσθηση ξανά και ξανά, ατελείωτα.

*) Είμαι μόνη, δεν υπάρχει κανείς, είμαι μόνη, και θέλω να μείνω έτσι αιώνια, - λες και μέσα μου είναι κάτι αλύγιστο, σκληρό. Ακούγεται το τρίξιμο της μισάνοιχτης πόρτας, την κουνάει ο αέρας, ο ψίθυρος του ανέμου, θα τον ακολουθήσω εκεί, όπου δεν είχα πάει ποτέ πριν.

*) Ο, τι φαινόταν δυνατό και έντονο γύρω μου – έχασε το χρώμα του, έγινε ημιδιάφανο, σαν να κρύφτηκε στην ομίχλη. Δεν θέλω πια να κρατιέμαι από αυτά τα σχεδόν αόρατα περιγράμματα, θέλω να πάω εκεί, όπου θα μπορέσω να δω τα αληθινά χρώματα – το διαπεραστικό-γαλάζιο, μοβ, τρυφερό-λιλά, εντονότατο πράσινο, θέλω να το δω αυτό.

*) Βραχώδη παράλια τεράστιου ωκεανού, τα κύματα σκάνε στην ακτή και αποχωρούν με συριγμό. Μπροστά – η ατελείωτη λωρίδα έρημης, καλυμμένης με βράχια παραλίας, σπάσιμο των κυμάτων, ο ξεθωριασμένος μπλε ουρανός. Κάνει κρύο. Ακούω μόνο τη βοή των κυμάτων και πλατσούρισμα κάποιων άγνωστων για μένα θαλασσινών πλασμάτων. Θα προχωράω στην παραλία ως τον ορίζοντα, μέχρι να καταλάβω, ότι έφτασα σε κάποιο στόχο, και μετά θα συνεχίσω το ταξίδι μου.

*) Χιονισμένη πεδιάδα, που και που συναντιούνται οι χιονόλοφοι. Ο άνεμος ηρεμεί τη μια, και την άλλη αρχίζει να φυσάει στο πρόσωπο μου, ή να με σπρώχνει στην πλάτη. Ξέρω, ότι θα προχωράω μπροστά, μέχρι να δω ένα σημάδι, αλλά δεν ξέρω – ποιο σημάδι θα είναι αυτό, τι θα μου πει, απλώς ξέρω, ότι θα είναι εκεί.

*) Πάνω στην άσφαλτο είναι σκορπισμένα τα χαρτιά με τις περιγραφές των φωτισμένων αντιλήψεων, οι μουσούδες με τα δρακάκια τα άφησαν πίσω τους. Οι μουσούδες έχουν φύγει ήδη, δεν θα μπορέσουν να μου πουν τίποτα πια. Θέλω να πιάσω αυτά τα φύλλα, να τα διαβάσω, να απομνημονεύσω ο, τι είναι γραμμένο εκεί, να πιαστώ από αυτή τη πείρα, μα ένα φύσημα του ανέμου τα παρασέρνει μακριά, και το μόνο, που μένει να κάνω – είναι να αρχίσω να γράφω τις δικές μου περιγραφές, από την αρχή, μια μετά την άλλη.

Μεγαλύτερη απήχηση εμφανίζεται με την εικόνα των εγκαταλειμμένων πόλεων, με τον ψίθυρο των κυμάτων, τα φτερουγίσματα, με το τρίξιμο του χαρτιού. Με τη μορφή του ατελείωτου δρόμου – λιθόστρωτου, με άμμο η χιονισμένου.

Με τις λέξεις Ťερημικόςť, Ťασύχναστοςť, Ťατελείωτοςť, Ťξεθωριασμένοςť.

Η βοή της βροχής, σταγόνες, που τρέχουν πάνω στο τζαμί. Δεν ξέρω καν, που θα βρεθώ - ξέρω, πως θα φύγω αμέσως, μόλις τελειώσει η βροχή.

Διάβαζα τα Ťέργαť του Μποντχ, εμφανίστηκαν φωτισμένες αντιλήψεις - δεν κατάφερα να ξεχωρίσω, ποιες συγκεκριμένα, και μετά είχα συναισθήσεις στην κοιλιά, λαιμό, ωμοπλάτες, εξωτερική πλευρά των ώμων.

Την ίδια στιγμή έχασα την όρεξη να φάω, θέλησα να δημιουργώ και αυτές τις φωτισμένες αντιλήψεις, και συναισθήσεις.

Δεν θέλω να αδιαφορήσω για τις φωτισμένες αντιλήψεις, ποτέ.

Άρχισα να μαζεύω σε ένα φάκελο τα κείμενα, τις εικόνες, που έχουν αντίκτυπο με τις φωτισμένες αντιλήψεις, – θέλω πάντα να έχω τη δυνατότητα να τα δω, να τα θυμηθώ. Στην κατάσταση αυτή οι μηχανικές επιθυμίες φεύγουν.

Αναρωτήθηκα - Ťγια ποιο λόγο ξεχνάω τόσο εύκολα, ότι είναι δυνατόν να αισθάνομαι πάντα τις φωτισμένες αντιλήψεις??ť

Αν διαβάσω τη διήγηση του Μπόντχι δέκα φορές, μπορώ να τη θυμηθώ και να μπαίνω μέσα σε αυτήν κάθε φορά, όποτε το θελήσω. Γιατί δεν το κάνω αυτό?

Για ποιο λόγο δεν καταβάλλω συνέχεια τις προσπάθειες?

Όσο έγραφα, φαίνονταν ανειλικρινείς οι στόχοι, τους οποίους έθεσα στον εαυτό μου. Όχι φωτισμένοι, όχι χαρούμενοι.

Τι θέλω τώρα?

Να πηγαίνω κάπου κάτω από ζεστή βροχή και να σκέφτομαι, ότι πάρα πολύ σύντομα θα δω τα βουνά, τη θάλασσα, θα δω κύματα, άνεμο, καλοκαίρι και φθινόπωρο.

Δεν θα είμαι πια καταπλακωμένη με τις ναρκωτικές επιθυμίες και συνήθειές μου.

Φοβάμαι να κουνηθώ, για να μη διώξω αυτή την κατάσταση. Παγώνω.

Περπατούσα σε ένα μονοπάτι, φαντάστηκα, ότι μπροστά μου προχωράει ο Μποντχ. Ένοιωσα έγνοια για δυο για τη γνώμη του , και μετά – αυτό, που δεν μπορώ να περιγράψω ακόμα, κάτι, που εμφανίζεται μετά από γραμμές περί συνάντησης του αγοριού με το κορίτσι από τα Ťβακκίνιαť.

Η εξωτερική επιφάνεια των μηρών μου, των κνημών, οι ώμοι, ωμοπλάτες – κρύα, κάτι σκληρό στο μέτωπο, δάκρυα, ήδη ολόκληρη η πλάτη είναι υπό αυτόν τον ηλεκτρισμό – μια με πιάνει – μια με αφήνει. Αυτή τη φορά δεν έχω τίποτα στο λαιμό μου. Ελαφρύ κάψιμο στην κοιλιά.

Δεν θέλω να ξεχνάω.

Θέλω να περιβάλλω των εαυτό μου με φωτισμένους παράγοντες. Πώς; Να φτιάξω πλακάτ και να τα κρεμάσω στους τοίχους?

Φόβος, ότι θα σταματήσω να αισθάνομαι αυτά, που αισθάνομαι – και ακριβώς αυτός είναι που με εμποδίζει να το κάνω.

Από πού ήρθε η τρελή σκέψη, ότι είναι αδύνατον να βιώνεις τις φωτισμένες αντιλήψεις συνέχεια?

Κάψιμο στις ωμοπλάτες, δάκρυα.

Το κρύο πέρασε στην εσωτερική πλευρά των μηρών, στο στήθος μου.

Τι νιώθω για τον Μποντχ?

Θέλω να μετατρέψω την πρακτική μου σε πρακτική της δημιουργίας των ΦΑ.

Θέλω να διαβάζω τα Ťέργαť και να σημειώνω, ποιες ΦΑ βιώνω και με ποιον τρόπο τις αισθάνομαι.

Τι είναι το τόσο γνώριμο σε αυτό το δέντρο; Γιατί το αντιλαμβάνομαι σαν ένα κομμάτι του γκρίζου κόσμου?

Γιατί δεν το αντιλαμβάνομαι σαν ένα μέρος του μυστήριου?

Άρχισα να δημιουργώ τη σιγουριά για το ότι βλέπω τα πάντα για πρώτη φορά, ότι δεν έχω ξαναδεί αυτόν τον κόσμο. Στην αρχή δεν συνέβαινε τίποτα, και μετά εγώ γύρισα το κεφάλι μου και είδα, ότι το μονοπάτι στρίβει κάπου ανάμεσα στους δυο μονόλιθους, και μέσα μου γεννήθηκε η βεβαιότητα, πως αν πάω εκεί, δεν θα επιστρέψω πίσω στον δικό μου κόσμο ποτέ ξανά.

Θέλησα να καλύψω ολόκληρη τη φωλιά με πλακάτ με φωτισμένους παράγοντες, με φωτογραφίες, να φυτέψω, να κολλήσω, να τα κρεμάσω παντού, για να μην ξεχνάω ποτέ, ούτε για ένα δευτερόλεπτο την επιθυμία να δημιουργώ και να βιώνω τις ΦΑ.

Θα έρθω τώρα στη φωλιά, θα ξαπλώσω στη μπανιέρα, και… δεν θα θυμηθώ για το πόσο πολύ δυνατά μπορεί να θέλει κανείς να ζήσει, να κάνει έστω κάτι, να διαβάζει, να γράφει. Ότι είναι δυνατόν να ζεις μια ζωή με ΤΕΤΟΙΟ ενδιαφέρον.

Σταμάτησα, άρχισα να χαζεύω τον ουρανό, μέσα στο λυκόφως φαίνονταν τα σύννεφα πάνω από τις κορυφές – λιγάκι πιο πυκνά, απ` ότι ο ίδιος ουρανός, σχεδόν αόρατα, με πλούσιο γκρίζο χρώμα. Φαντάστηκα, ότι τα πελώρια βουνά σκίζουν τα σύννεφα, και υψώνονται κάπου ακόμα πιο ψηλά, πιο πέρα. Στεκόμουν, κοίταζα αυτά τα βουνά. Φανταζόμουν, πως είμαι τώρα σε κάποιο άγνωστο μέρος, έχει εκεί κάποια σπίτια, και μέσα σε αυτά – τα πλάσματα, που αυτή τη στιγμή δημιουργούν κάτι – πλάθουν, κτίζουν, διαβάζουν, μαθαίνουν, παίζουν μαζί, μελετούν, απολαμβάνοντας όλα τα αυτά συνέχεια, και εγώ μπορώ να παίξω με αυτά, και μετά να φύγω μακριά, στα βουνά. Η Τόρα είναι δίπλα στον ωκεανό αυτή τη στιγμή, έχει δίπλα τους δύτες, τους κομάντος, σεν, βιώνουν τις ΦΑ, πλατσουρίζουν μέσα στα κύματα, χαϊδεύουν τις χελώνες και χαζεύουν τον ουρανό, παίζουν και πιάνουν τα δελφίνια και τα χταπόδια.

Ένιωθα σιγουριά, πως μου μένουν μόλις μερικά χρόνια ακόμη εδώ – και μετά θα φύγω – στα βουνά, στις λίμνες, σε αυτά τα σύννεφα – απλώς τα πράγματα ήρθαν έτσι, ότι θα μείνω εδώ λίγα χρόνια ακόμα.

 

Το πρόσωπο του Νόρτον σαν να άναψε από μέσα, και εκείνος έγειρε κυριολεκτικά κάνα-δυο εκατοστά πίσω, όμως, αυτό ήταν αρκετό, για να κάνει την εντύπωση της ορμητικότητας, και το βλέμμα ήταν – ευθύ, μετωπικό, εκεί, όπου ζει η ειλικρίνεια και ανοιχτοσύνη.

- Πειράματα, προπονήσεις, όλα αυτά είναι τέλεια, πολύ ωραία. Καλό, δεν είναι? – η φωνή, όπως και το πρόσωπο του, ήταν φτιαγμένη από μαλακή πέτρα. – Καλό, δεν είναι? –επανέλαβε εκείνος.

- Είναι τέλειο.

- Την έχουμε βάψει για τα καλά.

- ? – Καμία έκπληξη. Η Τόρα λες και το περίμενε.

- Όλοι μας. Εγώ, εσύ, όλοι αυτοί. Μόνο που εγώ το καταλαβαίνω, και εσύ – όχι.

- Εμείς κτίζουμε τον νέο κόσμο, – είπε η Τόρα.

- Ναι, τον κτίζουμε. Κτίζουμε τον νέο κόσμο, αλλά δεν μπορούμε, δεν θέλουμε να αποκοπούμε από τον κόσμο παλιό. Κοίταξε – τι μας απασχολεί; Δηλαδή, με τι ασχολούμαστε όλοι?

- ?

- Κτίζουμε, μαζεύουμε, βελτιώνουμε, μαθαίνουμε και απομνημονεύουμε. Στολίζουμε τη φυλακή γύρω μας. Συνέχεια κολλάμε στα μικροπράγματα – οι επιθυμίες γλιστρούν στην ικανοποίηση εκείνων των αναγκών της κτήσης, οι οποίες καταπιέστηκαν και τελικά άρχισαν να καλλιεργούνται, σαν κάποια αναμφισβήτητη αξία. Είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα με τις επινοημένες άξιες. Ο χρόνος περνάει, και εμείς συμπεριφερόμαστε, σαν ηλίθιοι. Συλλέγουμε και γράφουμε βιβλία και μουσική, δημιουργούμε τις βιβλιοθήκες με τα αρχεία, κτίζουμε τους οικισμούς και βάσεις δυτών, εκπαιδεύουμε τους σκαντζόχοιρους, σεν, κομάντος και δύτες, ταξιδεύουμε, κάνουμε αποκατάσταση της άγριας πανίδας, εξερευνούμε τους νέους κόσμους, βελτιώνουμε τις δεξιότητές μας. Αυτό είναι υπέροχο. Αλλά είναι μόνο ένα καρύκευμα - νόστιμο, αλλά απλώς καρύκευμα στο πιάτο – κυρίως πιάτο, το οποίο έτσι και δεν σερβίρεται ποτέ. Έχω πια φουσκώσει με τα μπαχαρικά και σάλτσες, με συνοδευτικά και ορεκτικά – που είναι το κυρίως πιάτο όμως? Πού είναι – η χριστουγεννιάτικη ψητή γαλοπούλα? – ο Νόρτον σώπασε, σαν να μην ήταν σίγουρος, ότι η Τόρα καταλαβαίνει – για ποιο πράγμα εκείνος μιλάει τώρα.

- Εγώ θέλω πάρα πολύ να συμπράξω – στους σεν, στη Πούρνα …

- ŤΝα συμπράξω!ť - τη διέκοψε ο Νόρτον. – Ενώ εσύ ποτέ θα πράττεις, και όχι θα Ťσυμπράττειςť? Πότε θα ζεις?

- Αυτό είναι ζωή!

- Αυτό? Και μόνο? Ίσως γι` αυτό αφιερώνεις τόσο προσωπικό χρόνο με τέτοιο ενθουσιασμό στη Ťσύμπραξηť, επειδή φοβάσαι η ίδια να κάνεις κάτι? Και ο λόγος, που σπουδάζεις και απομνημονεύεις τα πράγματα τόσο επίμονα, - είναι στην ουσία η απροθυμία να αλλάξεις τον δικό σου εαυτό? Δεκαέξι ώρες, αφιερωμένες στην πράξη, και δυο – στη σύμπραξη – αυτό θα ήταν κατανοητό. Και εμείς; Οι ομάδες, που εργάζονται στην αποκατάσταση της φύσης – τα μέλη τους δουλεύουν με τον εαυτό τους δεκαέξι συνεχόμενες ώρες? Ιδού… Η Πούρνα ασχολείται δεκαέξι ώρες με το ταξίδι της, με την έρευνα τον ΔΙΚΩΝ ΤΗΣ αντιλήψεων – και δυο ώρες με όλα τα υπόλοιπα?

- Μα έτσι δεν θα μπορέσουμε τίποτα να …

- … κτίσουμε, φυσικά. Δεν θα προλάβουμε τίποτα, - ο Νόρτον λύγισε την πλάτη του λύγο προς τα πίσω, πιέζοντας της παλάμες του στο πάτωμα. – Δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό, ότι ίσως και δεν υπάρχει μια τέτοια ανάγκη – να προλάβουμε τα πάντα? Τα δελφίνια, για παράδειγμα – έχεις δει ποτέ υπολογιστές η σπίτια δελφινιών; Εκείνα δεν έχουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ τίποτα από αυτά, που εμείς ονομάζουμε υλική κουλτούρα, αλλά σε αυτά, που αφορούν συναισθήσεις, το νεύρο, εντατικότητα και ποιότητα ζωής – ποιος από εμάς είναι μπροστά, και ποιος πίσω? Αυτή είναι μεγάλη ερώτηση, Τόρα… και αν κρίνω από αυτά, που μαθαίνουμε σιγά-σιγά τώρα για εκείνα, η απάντηση δεν είναι υπέρ μας … όχι, - σταμάτησε εκείνος την ερώτηση, έτοιμη να φύγει από τα χείλη της Τόρα – όχι, δεν προτείνω να σταματήσουμε τελείως το κτίσιμο της υλικής κουλτούρας, στο κάτω-κάτω δεν είμαστε δελφίνια, - είμαστε άνθρωποι, έχουμε διαφορετικό σύνολο αντιλήψεων, και η επιθυμία μας να κτίσουμε αυτό, που κτίζουμε, είναι όντως χαρούμενη, και ζωντανή… αλλά κατάλαβε το – αφού μελέτησες την ιστορία, και είσαι πολύ έξυπνη εκ των υστέρων, μπορείς για ώρες να μιλάς για την υπεραναπλήρωση – πως οι άνθρωποι επί δεκαετίες καταπιέζουν τις σεξουαλικές επιθυμίες, και αργότερα για δεκαετίες και πάλι τις πραγματοποιούν, μέχρι δηλητηρίασης, μέχρι κατάχρησης, μέχρι απόλυτης υπερκατανάλωσης.

- Μα εγώ …εγώ δεν μπορώ να πω, ότι καταπίεζα κάτι τέτοιο…

- Εμείς δεν μεγαλώσαμε σε ένα άδειο μέρος – είμαστε οι κληρονόμοι του παρελθόντος, όσο μακριά και να φύγαμε από αυτό, ακόμα κουβαλάμε στις αφηρημένες θεωρίες μας πάρα πολλά από αυτά, που νομίζαμε, πως έχουν πεθάνει προ πολλού.

- Η επιθυμία να κτίζουμε?

- Ναι, σκέψου – η επιθυμία να κτίζεις, να κάνεις κάτι με τα χέρια σου, επιθυμία να κατέχεις την πληροφορία, να έχεις διάφορα είδη ζώων και φυτών, που υπάρχουν στον πλανήτη… λες και ο πλανήτης δεν θα τα καταφέρει χωρίς εμάς! Θα τα καταφέρει – το έκανε και πριν εμφανιστούμε. Απλώς θέλουμε αυτή τη στιγμή, γρήγορα, αμέσως, για να προλάβουμε οι ίδιοι να μαζέψουμε τους νέους φωτισμένους παράγοντες, λες και τώρα δεν έχουμε αρκετούς! Η επιθυμία της κτήσης κουκουλώνει απαρατήρητα με τον κολλώδη αραχνοιστό τις χαρούμενες επιθυμίες μας. Η ανθρωπότητα για πάρα πολύ καιρό καταπίεζε και κατέστρεφε ο, τι ζωντανό υπήρξε, και παραήταν μακρύς ο καιρός, όταν απαγορεύονταν τα πάντα – η σκέψη, το σεξ, οι εντυπώσεις, η χαρά, η ανεμελιά, και τώρα βουλιάξαμε στην υπεραναπλήρωση. Είμαστε όμηροι της έννοιας Ťαποτελεσματική δραστηριότηταť. Μόνο που αντιλαμβανόμαστε την αποτελεσματικότητα όχι ως επάρκεια για τη δημιουργία των φωτισμένων αντιλήψεων, για την ολοκλήρωση του ταξιδιού της συνείδησης, η οποία είναι εκείνο το μοναδικό, που μας προσφέρει την αίσθηση της πληρότητας και νοήματος της ζωής. Καταλαβαίνουμε την αποτελεσματικότητα υποκειμενικά - κλεισμένη στον ίδιο της τον εαυτό. Ας πάρουμε εκείνους τους ανθρώπους, που ασχολούνται με την αποκατάσταση του εδάφους. Θα μπορούσαν να αφιερώσουν σε αυτή τη δουλειά μια-δυο ώρες την ημέρα, και τον υπόλοιπο χρόνο να δώσουν στο ταξίδι τους. Αλλά αν το κάνουν – θα περάσουν χιλιάδες χρόνια, προτού εμείς αποκαταστήσουμε τη Γη… και εννοείται, πως υποσυνείδητα αρχίζουν να τους βασανίζουν οι σκέψεις – Ťχιλιάδες χρόνια – είναι πολύς καιρόςť, Ťενώ τώρα εγώ θα μπορούσα να φτιάξω άλλο ένα μέτροť… έτσι οι χαρούμενες επιθυμίες μπλέκονται, μπερδεύονται, και πηγαίνουν κατευθείαν στο πάτο, ενώ ο άνθρωπος μένει με άδεια χέρια. Αλλά ο ίδιος δεν το καταλαβαίνει – μάλλον, δεν θέλει να το καταλάβει, τα εκτοπίζει όλα με επιτυχία, συγκρίνοντας τον εαυτό του με το πώς ζούσαν οι άνθρωποι παλιά. Βέβαια – κάποτε οι άνθρωποι δεν είχαν ΠΟΤΕ τις χαρούμενες επιθυμίες, ως εκ τούτου και το απλό συμπέρασμα – είμαστε ευτυχισμένοι, σωστά? Λάθος. Είμαστε ευτυχισμένοι, όταν αισθανόμαστε πληρότητα ζωής για οχτώ-δέκα. Εσύ ζεις με πληρότητα για δέκα? Εσύ βιώνεις τέτοια πληρότητα ζωής, από την οποία ανάβει η απόλαυση στο σώμα, και οι φωτισμένες αντιλήψεις πετάνε σαν σπίθες?

- Εγώ? – η Τόρα κούνησε το κεφάλι της. – Όχι, εγώ όχι…

- Και δεν είναι ο, τι πιο σημαντικό? – η ερώτηση έμεινε στον αέρα. Η Τόρα πέρασε με τη γλώσσα τα χείλη της, η άκρη της γλώσσας έμεινε λιγάκι έξω.

- Σταμάτα, απλώς σταμάτησε αυτόν τον άγονα. Θέλεις να συμπράττεις στους ανθρώπους, θέλεις να αφιερώσεις πολύ χρόνο και κόπο σε αυτό – θα κτίσεις μια νέα βάση για νεοσύλλεκτη ομάδα των δυτών. Δεν έχεις μέρος να μείνεις? Όχι, έχεις στέγη. Απλώς οδηγείσαι από την τελειομανία σου. Θέλεις ορισμένα τη βάση, με όλα τα θαύματα της τεχνολογίας, για να είναι όλα τέλεια, βολικά, όμορφα, σε αρμονία με το περιβάλλον, και τα λοιπά. Είναι τόσο ελκυστικό – να κτίζεις κάτι για τον κόσμο των ανθρώπων, που επιδιώκουν την ελευθερία, πληρότητα ζωής, τις φωτισμένες αντιλήψεις. Έτσι και μπαίνεις σε μια παράλογη κατάσταση – κάνουμε πάρα πολλά για τους άλλους, χάνοντας τον χρόνο την ίδια στιγμή, χωρίς να ασχολούμαστε με αυτό, που μας κάνει συναρπαστικούς για εμάς τους ίδιους, και για άλλους! Για ποιο διάολο τα χρειαζόμαστε όλα αυτά? Την χρειαζόμαστε αυτή την παράξενη Ťσύμπραξηť? Και παρεμπιπτόντως, στην προηγούμενη στροφή της ανάπτυξης του πολιτισμού είχαν συμβεί ήδη όλα αυτά – οι άνθρωποι θυσίαζαν τις ζωές τους, για να κτίσουν τις βιοτεχνίες, πόλεις, να φτιάξουν βιομηχανία και γεωργία, - όλα για το μέλλον, για χάρη των απόγονων τους, αφήνοντας τη δική τους χαρά στην άκρη. Ο σκοπός αποδείχθηκε ευγενής. Ενώ το αποτέλεσμα καταστροφικό – δεν πέτυχαν τίποτα ούτε για τους εαυτούς τους, ούτε για τις επόμενες γενιές.

Η Τόρα κοίταξε πίσω συγχυσμένη, σαν να έψαχνε – σε τι να πιαστεί με το βλέμμα της. Αυτό, που φαινόταν ακλόνητο, τώρα έγινε αβέβαιο.

- Σε αυτό το πείραμα – συνέχισε ο Νόρτον, - κοίτα – ο καθένας τραβάει προς τη δική του μεριά. Ο καθένας με το κοντό και το μακρύ του. Θα περάσουν μερικές ώρες, θα μπούμε όλοι μέσα και θα αρχίσει το μπέρδεμα. Κάποιοι θέλουν τη πρόσβαση στις μουσούδες, δρακάκια και Μποντχ. Άλλοι - την ενσωμάτωση των αντιλήψεων μουσούδων της Γης. Οι τρίτοι – την αποίκηση των κόσμων, οι τέταρτοι - κάποια άλλη μαλακία… εσύ έμαθες να καταδύεσαι, να ενσωματώνεις τις αντιλήψεις, έχεις πάει στα κάθετα-προσανατολισμένα σύμπαντα …α, όχι ακόμα? Δεν έχει σημασία, σίγουρα είχες πάει στους κόσμους φεσσονικού τύπου. Και τι; Απάντησε μου – και τι με αυτό??

- … με ποια έννοια… τι εννοείς – τι; Αν έγινε η ζωή μου …

- Μια, ακριβώς - αν η ζωή σου άρχισε να μοιάζει περισσότερο με τη ζωή? – ο Νόρτον αναστέναξε και άρχισε να μιλάει πιο σιγά και πιο αργά. – Κάποτε οι άνθρωποι ήθελαν να έχουν το σεξ, λεφτά, αυτοκίνητα και τα βιβλία, πιο σπάνια – τη γνώση, πληροφορίες και δεξιότητες. Και η ζωή τους ήταν απαίσια. Αντιμετώπιζαν οξύτατο δίλημμα Ťνα είσαι ή να έχειςť.  Κυνηγούσαν τη κτήση τόσο σπασμωδικά, ότι ξεχνούσαν να ζουν, περνούσαν τη ζωή τους και πέθαναν σε πλήρη μαρασμό, στην απόλυτη ηλιθιότητα. Μα τώρα εμείς ζούμε τελείως διαφορετικά, μάλλον? Ŕ?

Η Τόρα δεν απάντησε τίποτα. Καταλάβαινε τον τρόπο της σκέψης του, όμως, το μυαλό με δυσκολία έπαιρνε στροφές.

- Τρίζουν τα γρανάζια, ε?:), – αποκρίθηκε με χαμόγελο ο Νόρτον, σαν να απαντούσε στις σκέψεις της. – Είμαστε σε μια χαλιά κατάσταση, Τόρα. Έχουμε αλλάξει με επιτυχία το αντικείμενο της κτίσης. Και η διαφορά είναι ολοφάνερη. Ένα τεράστιο χάσμα μας χωρίζει από τους ανθρώπους του παρελθόντος, που σάπιζαν μέσα στα αρνητικά συναισθήματα, ηλιθιότητα, χωρίς χαρούμενες επιθυμίες. Αλλά μπροστά μας υπάρχει άλλη μια άβυσσος.

- Σήμερα εγώ…, - άρχισε η Τόρα, και ο Νόρτον σώπασε, - … ναι, σήμερα κιόλας ξύπνησα, πήγαινα εδώ και εκεί και δεν καταλάβαινα τίποτα – όλα φαίνονται να είναι όπως πρέπει – ίδιο σπίτι, υπολογιστής, παράθυρο, οι παφλασμοί των κυμάτων, αεράκι, φοίνικες… μα γιατί νιώθω λες και είμαι ξένη εδώ, σαν να ζούσα πάντοτε σε κάποιο άλλο μέρος; Και μετά θυμήθηκα ξαφνικά, ότι πάρα πολύ πρόσφατα έζησα κάτι πολύ ελκυστικό, Κάτι. Και έμεινε μόνο αυτή η ανάμνηση, η ανάμνηση του ότι Ťκάτι έγινεť, και σε αυτό υπήρξε η έλξη, ο μαγνητισμός, και μου άρεσε πάρα πολύ εκεί. Σαν να κοιμόμουν, και στον ύπνο μου είχα τις ΦΑ. Ενώ τώρα ξύπνησα, και ξέχασα, ότι ζούσα μια άλλη ζωή. Βρέθηκα απρόσμενα σε αυτόν τον κόσμο, με διαφορετική ζωή.

- Ναι. Χάσαμε τον παλμό. Αποσπαστήκαμε. Επιδιώκαμε την ελευθερία και τώρα βουλιάξαμε μέχρι τα αυτιά στα χαρακτηριστικά της ελευθερίας, αντί να την κυνηγήσουμε κατευθείαν.

- Αν σκέφτομαι τώρα, ότι θα πραγματοποιώ την επιθυμία μου για κτίσιμο της βάσης των δυτών μόνο για μια-δυο ώρες την ημέρα, νιώθω… να πάρει ο διάολος… αμέσως εμφανίζεται η έγνοια… αφού αυτό είναι προφανές σημάδι της μηχανικής επιθυμίας, όμως, αν έρχεται η σαφήνεια για το ότι κατά ένα μεγάλο μέρος αυτή η επιθυμία είναι μηχανική, αυτό δεν τη κάνει να εξαφανιστεί από μόνη της, μα είναι και αυτονόητο – δεν εξαφανίζεται, φυσικά, αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά στο να αισθάνεσαι και να πραγματοποιείς την μηχανική επιθυμία, έχοντας ή δεν έχοντας τη σαφήνεια. Στην πρώτη περίπτωση αυτό σημαίνει να βουλιάξεις στον βάλτο – στον αιώνιο, ατελείωτο εφιάλτη της αυτο-δηλητηρίασης. Στη δεύτερη – από μόνη της η σαφήνεια είναι ο ενισχυτής των αλλαγών, προσελκύει τις αναλαμπές των ΦΑ, ναι, αυτό είναι ξεκάθαρο… αλλά… δεν καταλαβαίνω, Νόρτον! – Η Τόρα γονάτισε, τουρλώνοντας τον ποπό της, και ταλαντεύτηκε από μια μεριά στην άλλη – Δεν καταλαβαίνω τίποτα … εντάξει, είμαι ένα χαζό κορίτσι, αλλά …

- Ενώ εκείνοι είναι όλοι τους μεγάλα έξυπνα αγοράκια, - γέλασε ο Νόρτον. – Μεγάλα, έξυπνα αγοράκια?

- Αυτοί, δηλαδή – δεν τα καταλαβαίνουν όλα αυτά; Εγώ τώρα το πιάνω λογικά πιο πολύ, δεν έχω αρκετή σαφήνεια, αλλά οι άλλοι - οι κομάντος, οι δύτες, ο Μένγκες … Χέλντστριομ… Ταρδέν… αυτοί τι λένε?

- Τι λένε αυτοί? – επανέλαβε ο Νόρτον? – Αποφάσισες να ρωτήσεις έναν μεγάλο?

- Ναι… απλώς δεν μπορώ να καταλάβω …

- Ανέλυσε το, θα καταλάβεις.

- Θα προσπαθήσω, - η Τόρα δαγκώθηκε, και πήρε στο χέρι της ένα κομμάτι χαλκοπυρίτη, που ήταν πεσμένο δίπλα στο στρώμα. Λες και άρχισαν να τρέχουν οι γαλαζοπράσινες σπίθες μέσα στην παλάμη της. – Οι μουσούδες της Γης… και εγώ έχω τέτοια στο σπίτι μου, και αν θα έχω χρόνο να βρω και να φέρω από εκεί άλλο ένα – θα πάω να το φέρω. Θα το χαζεύω, θα το πιάνω, είναι ένας φωτισμένος παράγοντας, θα βιώνω τις φωτισμένες αντιλήψεις… αναμφισβήτητα θα βιώνω τις ΦΑ, να με πάρει, αλλά … !

- Φοβάσαι να το πεις δυνατά?:) – γέλασε ο Νόρτον.

- Εμ… είναι ασυνήθιστο, μάλλον… δηλαδή, μπορείς να το θέσεις και έτσι το ερώτημα – υπέροχα, έχω ένα κρύσταλλο του αμέθυστου στη φωλιά μου, μπορώ ακόμα να πάω στα βουνά και να φέρω κρυστάλλους του σελεστίτη, και θα αισθάνομαι την έξαρση και άλλες ΦΑ… αλλά …δεν είναι δυνατόν για μένα να αισθάνομαι τις ίδιες ΦΑ… και χωρίς αυτό?? Ο… - η Τόρα κάθισε με τον ποπό πάνω στις φτέρνες της και έτσι έμεινε, με το στόμα της μισάνοιχτο.

- Τι εμφανίζεται?

- Εμφανίζεται… ο φόβος να χάσω το νόημα της ζωής, φυσικά…

- Τι άλλο?

- Ακόμα… σαφήνεια, ότι το κυνήγι των φωτισμένων παραγόντων μετατράπηκε σε αυτοσκοπό… αφού όλοι οι οικισμοί μας, οι επαφές με τα δελφίνια, οι κρύσταλλοι, τα βιβλία, η ενσωμάτωση των αντιλήψεων, τα σεμινάρια για τα πιτσιρίκια… όλα τα αυτά σε μεγάλο βαθμό δεν είναι κάτι άλλο από την μανιασμένη επιδίωξη των φωτισμένων παραγόντων.

- Μανιασμένη? Ναι, είναι ένα πολύ ταιριαστό επίθετο. Εμφανίζεται ίσως η ανησυχία για τον πολιτισμό, την ανάπτυξη μας?

- Ναι… αν, για παράδειγμα, ο Κρέμερ ακυρώσει τα σημερινά μαθήματα με τους σεν, αυτά… αλήθεια – τι θα γίνει με αυτά? Θα βαρεθούν? Θα στεναχωρηθούν? Τι ακριβός θα γίνει... α? – είτε τον Νόρτον, είτε τον εαυτό της ρώτησε η Τόρα. – θα βγει – ότι είναι μια τυπική έγνοια? Μαμακιασμός? Μη βαρεθεί ο γιόκας μου? Αφού είναι όλα τόσο προφανή, όμως, να σταματήσεις αυτό το κυνήγι… - η Τόρα δάγκωσε και πάλι τα χείλη της και σώπασε.

- Δύσκολο να σταματήσεις – ειδικά αν το μόνο που κάνουν όλοι γύρω σου για ολόκληρα εικοσιτετράωρα - είναι να ασχολούνται με αυτό.

- Ενδιαφέρον – πάντοτε κάπου μέσα στο κρυφό εσωτερικό διάλογο θεωρούσα εσένα ψηλομύτη, η κάπως ξένο, απόμακρο άνθρωπο, επειδή κρατάς αποστάσεις, δεν δίνεις διαλέξεις, δεν διδάσκεις, δηλαδή, δεν αφήνεις τον εαυτό σου να εκτεθεί… και όταν σε είδα σήμερα, τη πρώτη στιγμή, όταν άνοιξα τα μάτια μου … με κατέπληξε – η οικειότητα, η ανοιχτοσύνη, που γεννήθηκε στιγμιαία. Γαμώτο… δηλαδή, έχουμε μπλέξει όλοι μας, γαμώτο… - η Τόρα σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, που έπιανε το μισό του τοίχου, πίσω του βρισκόταν ένα ξέφωτο, πέρα από το οποίο ανάμεσα στα φοινικόδεντρα φαινόταν ο ωκεανός.

– Απ` ότι φαίνεται, φοβάμαι την ανία… φοβάμαι να μην βοηθήσω, φοβάμαι… ζω μέσα στον φόβο, Νόρτον… έχω κολλήσει τόσο πολύ μαζί του, ότι δεν το παρατηρούσα καν, αντιλαμβανόμουν μόνο, ότι για κάποιο λόγο έχω λίγες ΦΑ, ενώ οι εκστατικές ΦΑ δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου … αυτά στα είχα εξηγήσει ήδη – εγώ δεν μεγάλωσα στους κομάντος, πέρασα τη παιδική μου ηλικία σε μια συνηθισμένη οικογένεια, δεν έχω ιδιαίτερα χαρίσματα, και όλα τα αυτά ήταν αυταπάτη. Βρε γαμώτο! – η Τόρα πίεσε το μέτωπο της στο τζάμι, τα λόγια χάθηκαν κάπου. – Αφού και τώρα δεν είμαι ειλικρινής, Νόρτον, - γύρισε να τον κοιτάξει εκείνη, - ακριβώς αυτή τη στιγμή συνεχίζω να καταναλώνω, να γραπώνω, να καταπίνω, και άλλο, και άλλο, δώστε μου και άλλο Νόρτον, μισό κιλό ακόμα, άλλο ένα λεπτό, δεν φτάνει, δώσε, δώσε!

Ξαφνικά η Τόρα γρύλισε, σαν κτήνος με σφιγμένες γροθιές, και το γρύλισμα αυτό μετατράπηκε σε κραυγή, ανέβαζε ένταση και ύψος, παθιασμένα, απελπισμένα, σαν να ζητούσε ή απαιτούσε κάτι από κάποιον, έσκιζε τον εαυτό της, σαν ζώο, που προσπαθεί να βγει από τη παγίδα, - πάση θυσία, αρκεί να επιβιώσει.

 

 

 

 



<< Back Forward >>