Ť Μάγια ť

Τόμος 2: Ť Προέλευση των ειδών ť

Κεφάλαιο 23


Το μήνυμα από τον Νόρτον δεν ήρθε ακόμα, όμως, η Πούρνα δεν άργησε να απαντήσει – η πυκνότητα των γεγονότων αυξανόταν με τρομακτική ταχύτητα.

 

ŤΗ ζωή είναι παντού! Αυτή η φράση ανταποκρίνεται μέσα μου με προσμονή, θέλω να μάθω πολλά καινούρια πράγματα, θέλω να προλάβω παντού, ο ανταγωνισμός των επιθυμιών γίνεται… δεν μπορώ να βρω το σωστό επίθετο:) Δηλαδή – έχω πολλές επιθυμίες και πολύ λίγο καιρό, και λόγο αυτού η προσμονή μου μεγαλώνει και άλλο, η μνήμη γίνεται πιο δυνατή, το κάθε λεπτό συμπυκνώνεται, λες και αποκτάει όγκο, περισσότερη μάζα. Και ο χαρακτήρας των επιθυμιών αλλάζει – θυμάσαι, πως διαβάσαμε μαζί το βιβλίο για τους παγετώνες, που προχωρούσαν στην νότια Αφρική και άφηναν πίσω τους μακριές γραμμές πάνω στις πέτρες? Οι επιθυμίες μου τώρα έχουν την αναλογία με εκείνους τους παγετώνες – ογκώδεις, ακάθεκτα κινούμενες εμπρός, ακόμα και τα βράχια δεν μπορούν να τις σταματήσουν. Η ζωή είναι παντού. Μπορεί να βρεθεί όχι μόνο εκεί, όπου με μια ορισμένη δόση φαντασίας ίσως να υποθέσεις την ύπαρξη της, αλλά και εκεί, όπου με τίποτα δεν θα μπορούσες να τη φανταστείς. Διαβάζοντας το γράμμα σου, θυμήθηκα το δημοσιευμένο πρόσφατα άρθρο για την μελέτη της σκόνης του πλάσματος – απ` ότι θυμάμαι, η φυσική δεν είναι και το φόρτε σου:), για αυτό θα σου εξηγήσω – το συνηθισμένο πλάσμα – είναι μια Ťσυλλογήť από ιόντα και ηλεκτρόνια. Από αυτήν αποτελείται σχεδόν ολόκληρο το Σύμπαν, διότι είναι το βασικό μέρος των γαλαξιών, αστεριών, διαστημικού αεριού - δηλαδή, πολύ κοινή μουσούδα. Ενώ η σκόνη πλάσματος αποτελείται από ένα σορό σωματιδίων σκόνης – μικρών κομματακιών, με μέγεθος δέκα-είκοσι νάνο-μέτρα. Φαινομενικά – ποιο είναι το ενδιαφέρον σε αυτό? Η σκόνη… δεν σου θυμίζει τίποτα?:) ŤΤα βουνά – είναι απλώς οι πέτρες… ο άνθρωπος είναι απλώς ένα κομμάτι κρέας… η σκόνη πλάσματος – είναι απλώς απομονωμένα φερμιόνια, μποζόνια, ιόντα και σκόνηť. Αποκαλύφθηκε, όμως, ότι η Ťαπλό σκόνη πλάσματοςť υπό συνθήκες απουσίας δυνατής βαρύτητας και λοιπών πεδίων – δηλαδή, στο διάστημα – φέρεται με εντελώς φανταστικό τρόπο! Αυτό μοιάζει με επιστημονική, ίσως και μη-επιστημονική φαντασία ακόμα. Τα σωματίδια της σκόνης μέσα σε αυτά τα σύννεφα πλάσματος συγκεντρώνονται σε ομάδες, μα πώς όμως; Δεν θα το βρεις ποτέ – όχι σε κάψουλες, μπαλίτσες, σε σωρούς – αλλά σε σπιράλ. Σκέψου το – σε μακριά, γυρισμένα σπιράλ. Σταθερά, ικανά να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ικανά – κάτι το εντελώς απίστευτο – να εξελίσσονται, ακόμα και να αναπαράγονται και να δημιουργούν τα αντίγραφα του εαυτού τους, και όλα τα αυτά γίνονται μόνο παρουσία του πλάσματος, η οποία είναι κάτι σαν το Ťσάρκα και αίμαť για αυτά. DNA? DNA σκόνης στη μάζα του πλάσματος; Ακούγεται τρελό, αλλά… το διαστημικό αέριο απέχει πολύ από εμάς, όπως είναι μακρινά και τα σύννεφα, και όμως, αυτό δεν μας εμποδίζει να ενσωματώνουμε τις αντιλήψεις τους, αν και δεν είναι τόσο απλό, όπως είναι ανάμεσα σε ανθρώπους και τα ζώα.. Έτσι το μόνο που μένει – είναι να το μελετήσουμε, ο Μένγκες, απ` ότι φαίνεται, έχει ήδη ενθουσιαστεί με την ιδέα της προσέγγισης κάποιας υποθετικής Ťδιαστημικής μουσούδαςť, και δεν είναι ο μόνος – γενικώς, έχω την εντύπωση, λες και η ιστορία της ανθρωπότητας μόλις ξεκινάει, τρομάζω στη σκέψη, ότι αν δεν κερδίζαμε τον πόλεμο, όλα αυτά θα μπορούσαν να μη συμβούν ποτέ.

Εσύ παραμερίζεις τις επιθυμίες σου, έστω κατά καιρούς; Όλες μαζί – να τις αφήσεις στην άκρη, και να μείνεις για λίγο χωρίς καμία –το έχεις δοκιμάσει αυτό? Ο Μπόντχι έχει μια τέτοια πρακτική, ενδιαφέρον, αφού δεν τη πρότεινε τυχαία, αναρωτιέμαι, σε ποιες ανακαλύψεις θα μπορούσε να μας οδηγήσει? Το προσπαθώ, ξεκίνησα πριν από λίγο καιρό – ακριβώς τη στιγμή, όταν ο ανταγωνισμός των επιθυμιών έγινε ασυνήθιστα υψηλός, ξαφνικά θέλησα να περνάω τις περιόδους με απόλυτη σιωπή – στην αρχή ένιωθα πανικό, και καλά Ťχάνω τον χρόνο μουť, σπασμωδική επιθυμία να σταματήσω όσο πιο γρήγορα μπορώ την ηρεμία και να βουτήξω ξανά στον ενθουσιασμό και προσμονή. Και μετά κατάλαβα, ότι δεν χρειάζεται καν να απομακρύνω την προσμονή και τον ενθουσιασμό – αφού η πρακτική συνίσταται στην παύση των επιθυμιών, και όχι της προσμονής. Θα σου γράψω αργότερα, τι γίνεται εδώ τελικά, και εσύ δοκίμασε – τουλάχιστον ύστερα από τέτοιες ασκήσεις εμφανίζεται μια σκληρότητα ιδιαίτερης μορφής, σαν να αλλάζουν οι λίγο-πολύ εμπλουτισμένες ροές, κάποιες επιθυμίες γίνονται πιο δυνατές, άλλες – εξασθενούν. Γενικώς – θα στα πω μετά, τώρα γράφω τα σεμινάρια για τα πιτσιρίκια!ť

 

Η Τόρα έκλεισε την οθόνη και περπάτησε στην παράλια – πάνω στην λεπτή γραμμή του νερού, που έγλειφε την άμμο. Λιγάκι πιο πέρα έβλεπε κάτι σαν τα μη-κύματα κάτω από το νερό. Και στην αρχή φαίνονται μόνο οι δυνατές, στρογγυλές, λείες πλάτες τους – καλυμμένα από το νερό, υψώνονται πάνω στην επιφάνεια, σαν γιγαντιαίοι λίθοι. Τρέχουν, τρέχουν, και μετά πηδάνε απότομα έξω από το νερό και πετάγονται στην ακτή. Τρέχουν, συνταγμένες σε μια γραμμή. Οι κινήσεις τους είναι ορμητικές, συγχρονισμένες, και από την αρμονία των κινήσεων έχεις την εντύπωση, ότι βλέπεις ένα αυστηρά οργανωμένο λόχο, που εκτελεί έναν προετοιμασμένο μέχρι τελειότητας ελιγμό. Και όταν τα κύματα αυτά βγαίνουν έξω, αμέσως σπανέ σε πάρα πολλά λαμπερά κουκλάκια, τα οποία με φασαρία τρέχουν στο νέο έδαφος, διασκορπίζονται πάνω στη ζεσταμένη, σχεδόν αναμμένη ακτή.

Και πάλι εμφανίστηκε αφοσίωση για τον ωκεανό, όπως και νωρίτερα σήμερα, όταν εκείνη πλατσούριζε στο πρωινό νερό – υπήρχαν τόσο καταπληκτικά ψάρια και χελώνες εκεί – είναι απίστευτο, πόσο διαφορετικά και πολύχρωμα ήταν. Ψάρια σε μέγεθος σαν το μισό άνθρωπο, που λαμπυρίζουν με διάφορα χρώματα- το κεφάλι σκούρο μπλε, περνάει απαλά στο πράσινο σώμα, ενώ η ουρά φωτίζεται με κίτρινο, πορτοκαλί και κόκκινο. Όπως και με τις πέτρες – δεν είναι καθόλου τα ίδια χρώματα, που έχουν τα φτιαγμένα από ανθρώπινο χέρι πράγματα,– δεν μπορείς να πιάσεις και να περιγράψεις τη διαφορά – όπως είναι αδύνατον και να μην τη διακρίνεις. Καταπληκτικό – ακόμα και το ίδιο χρώμα της επιφάνειας της πέτρας η της γούνας του ζώου έχει δυνατό αντίκτυπο με την αίσθηση της ομορφιάς, έξαρση, συμπάθεια. Οι χελώνες είναι τεράστιες, με ύψος μεγαλύτερο του ανθρώπινου, και πολύ πιο φαρδιές. Η Τόρα θέλησε να κολυμπήσει μαζί τους, και πλησίασε τη μια από αυτές – η χελώνα την άφησε να έρθει σε απόσταση απλωμένου χεριού, έτσι και κοίταζαν η μια την άλλη, η χελώνα δεν έφευγε, μόνο που έβγαζε το κεφάλι της έξω από το νερό, έπαιρνε λίγο αέρα και βούταγε λιγάκι και πάλι. Η Τόρα φοβόταν, ότι το ζώο θα τη δαγκώσει, αν προσπαθήσει να το αγγίξει, για αυτό κολύμπησε κοντά, ακούμπησε το πίσω πτερύγιο του, και αμέσως μετά η χελώνα έφυγε στο βάθος. Τα πτερύγια της ήταν ΤΟΣΟ ωραία. Και ύστερα η Τόρα έφτασε σε μια άλλη χελώνα, και πάλι έπιασε το πίσω της πόδι, εκείνη τραβήχτηκε και βούτηξε πιο κάτω. Οι χελώνες έχουν μεγάλα μάτια, και χαζεύουν εμάς, τους ανθρώπους – αυτό φαινόταν καταπληκτικό – μεγάλα, εκφραστικά – υπερβολικά εκφραστικά μάτια. Η Τόρα έβαλε τη στολή κατάδυσης και ακολούθησε τις χελώνες στα βαθιά. Στα τριάντα μέτρα τα κοράλλια τελείωναν απότομα και άρχιζε η μπλε άβυσσος – εκεί δεν μπορούσες να δεις τίποτα, εκτός από το σκούρο-μπλε νερό. Η κοπέλα κολυμπούσε πάνω από αυτή την άβυσσο, ακολουθώντας μια χελώνα – ένιωθε ελαφριά και χαρούμενη, οι ροές του νερού, σαν ποτάμια, περνούσαν στο κορμί της – μια ζεστά, μια δροσερά. Πέντε ψάρια ήρθαν κοντά της, στάθηκαν στη σειρά και κοιτούσαν. Αδύνατον να τους δεις σαν χαζά πλάσματα, άξια μόνο για να τηγανιστούν και να φαγωθούν. Άρχιζε να κατεβαίνει κυκλικά πιο βαθιά, εμφανίστηκε η αίσθηση απαλής πτήσης. Μια τέτοια συναίσθηση εμφανίζεται, όταν πετάς στον ύπνο σου, γλιστρώντας αργά και ελαφριά, ενώ η κάθε κίνηση γίνεται χωρίς κόπο, αρκεί μια επιθυμία – ελευθερία, άπλα, έξαρση … οι αναμνήσεις για την πρωινή κατάδυση έγιναν τόσο ξεκάθαρες, ότι η Τόρα ένοιωσε την γεύση του αναπνευστήρα μέσα στο στόμα της.

Μα πού πήγε ο Νόρτον; Η Τόρα έκανε στροφή και γύρισε πίσω στην προβλήτα. Έσκαβε με το πόδι της την υγρή άμμο, απλωμένη σε μικρά βουναλάκια κάτω από το λεπτό πετσί του ρηχού νερού της ακτής. Οι σκέψεις της επέστρεψαν ξανά στις μουσούδες του ωκεανού. Προσπάθησε να δημιουργήσει διάφορες φωτισμένες αντιλήψεις και ταυτόχρονα να συγκεντρωθεί στην αφοσίωση για τη Γη, για τον ωκεανό, για τα ρεύματα του λαμπερού νερού, για τη χελώνα με κατάπληκτα μάτια. Ξαφνικά πίσω στο λαιμό της ένιωσε απότομη πίεση, ένταση. Από τις άκρες των δάχτυλων της μέχρι τους αγκώνες – καυτερή λωρίδα πίεσης, δυνατή πίεση στο στήθος – σαν να βγαίνει από μέσα του μια σιδερένια λόγχη, η αναπνοή έγινε βαριά και διακεκομμένη, ίδια πίεση μέσα στο λαιμό, σαν να το φούσκωνε, αντίληψη της μεσαίας σφαίρας, χάθηκαν τα όρια του λαιμού. Αίσθηση ταλάντευσης στο κορμί, όπως γίνεται στα καράβια στη θάλασσα, ελαφρύ κούνημα πέρα-δώθε, αλλά ακόμα και μια τέτοια ταλάντευση προκαλεί κυματισμούς όρεξης για παιχνίδια η απόλαυσης. Μερικές φορές το σώμα της Ťτινάχτηκεť κάπως, οι ανατριχίλες έτρεχαν παντού, προκαλώντας αναλαμπές χαράς και ζωηράδας.

Αφοσίωση. Αυτή είναι η αντίδραση του σώματος στην αφοσίωση. Να παγώσει; Να συνεχίσει το περπάτημα; Οι σκέψεις πετάχτηκαν, όμως, η Τόρα τις ηρέμησε αμέσως, έτσι η αφοσίωση έλαμψε ακόμα πιο δυνατά – από την καρδιά απλώθηκαν χρυσαφένιες κλωστές προς όλες τις κατευθύνσεις, γεμίζουν και ανάβουν το κορμί, χαϊδεύουν τον ωκεανό, εισβάλλουν στο πιο κρυφό του βάθος, χαϊδεύουν τα ψάρια, χελώνες, δελφίνια, όλα τα μικροσκοπικά, διάφανα γαριδάκια με πιο φανταστικό σχήμα, που μπορείς να δεις μόνο, αν μείνεις ακίνητος μέσα στο πάχος του νερού, με ρηχή αναπνοή, κοιτάζοντας προσεκτικά μέσα από τη μάσκα σου. ŤΔεν είναι απλώς εικόνεςť – πέρασε η σκέψη. Όντως δεν είναι απλώς εικόνες – είναι οι αισθήσεις! Αισθήσεις πολύ πιο πέρα από τα ορατά όρια του σώματος. ŤΒρισκόμαστε στην αρχή του ταξιδιούť. Καταπληκτικό – και η σαφήνεια έγινε πολύ πιο δυνατή – αποκαλύφθηκε, πως υπήρξε μια θεωρία για το ότι η δυνατή αφοσίωση θα σκιάζει όλα τα υπόλοιπα – τίποτα τέτοιο. Σαφήνεια … απίστευτο – υπάρχει μόνη της, δεν ξεχύνεται στις σκέψεις, είναι κάτι το ξεχωριστό, μια ανεξάρτητη συναίσθηση– διαύγεια, κρύσταλλο, ένα διάφανο κρύσταλλο, λαμπερό, απαλό, άφθαρτο. Μπορώ να στρέψω αυτή τη σαφήνεια κάπου? Αφοσίωση – θέλω να τη στρέψω στην αφοσίωση. Και όπως το σύννεφο της καταιγίδας χωρίς κόπο ρίχνει τη βροχή – έτσι γεννήθηκε και η ροή των διαυγειών, οι οποίες εύκολα δημιουργούσαν τις σκέψεις. Ξεκάθαρα ορίσθηκαν οι τύποι της αφοσίωσης. Χωρίς καμία δυσκολία η Τόρα τους σημείωσε:

1. τρυφερή αφοσίωση – προκαλεί αντίκτυπο με τις λέξεις Ťδιαπεραστικά βαθιάť, Ťλεπτόť, έχει αναλογία με την εικόνα μιας διάφανης, καυστικά-παγωμένης λίμνης του βουνού.

2. αφοσίωση-ευδαιμονία – η πιο έντονη αφοσίωση, έχει αντίκτυπο με τις λέξεις Ťαναπάντεχοť Ťαδύνατον να σταματήσεις/να αντέξειςť. Είναι η αφοσίωση με τεράστια ποσότητα ξεχειλισμένων φωτισμένων αντιλήψεων, όπου δεν υπάρχει ξεκάθαρη διάκριση – ποια ΦΑ και πότε εμφανίζεται. Τα πάντα συγχέονται και τρέχουν ασυγκράτητα, αναμφίβολα, άφοβα.

3. αφοσίωση της απόσπασης – εμφανίζεται για κάποιο πλάσμα, μετά έρχεται η απόσπαση, και την ίδια στιγμή – κατάνυξη, ο εαυτός μου λες και ενώνεται με αυτό, σαν να βιώνει εκείνο την απόσπαση, και εγώ μπορώ να τη μεταλάβω αμέσως.

4. αφοσίωση της προσμονής – όταν υπάρχει δυνατή προσμονή και αφοσίωση για το άτομο, που προκαλεί την προσμονή μέσα σου. Αυτό το είδος αφοσίωσης έχει αντίκτυπο με τη σκέψη για τα νέα δρακάκια και μουσούδες. Προαισθάνεσαι, ότι αυτοί θα έρθουν, όλο και περισσότεροι, και νιώθεις αφοσίωση και σε αυτούς, και σε εκείνους, που βρίσκονται με τον Μπόντχι αυτή τη στιγμή.

Ναι, η αφοσίωση αλλάζει τον χαρακτήρα άλλων φωτισμένων αντιλήψεων. Αυτές αποκτούν μια νέα, ιδιαίτερη λάμψη, ένταση, βάθος. Εμφανίστηκε η μορφή, στην οποία οι φωτισμένες αντιλήψεις, που δεν εκδηλώνονται σε ζεύγη με την αφοσίωση – είναι μόλις η επιφάνεια του ωκεανού, απλώς η εξωτερική τραχιά και τρυφερή του φλούδα, όμως υπάρχει και το βάθος σε αυτό, υπάρχουν οι υποβρύχιες μουσούδες, ένας ολόκληρος κόσμος διάφορων πλασμάτων, και ο κόσμος αυτός διαφέρει πάρα, πάρα πολύ από αυτό, που βρίσκεται στην επιφάνεια.

Η Τόρα άρχισε να δημιουργεί μια μετά την άλλη τις φωτισμένες αντιλήψεις, να τις ξεπλένει με αφοσίωση. Ήρθε η εικόνα, όπου οι ΦΑ ήταν σαν τα πετραδάκια στην παράλια – όλα με διαφορετικά σχήματα, μορφές και μεγέθη, αλλά όταν φτάνει το κύμα – τα πάντα ανακατεύονται μεταξύ τους, τρέχουν πέρα-δώθε, κάνουν παρέα και παίζουν. Η αφοσίωση τα αγκαλιάζει όλα με τον εαυτό της, όπως τα κύματα της θάλασσας. Αίσθηση του μυστήριου – σαν να βγήκα σε έναν άλλο πλανήτη, έχω τεράστιες εκτάσεις μπροστά μου, και είναι άγνωστο – αν αυτές έχουν έστω κάποια όρια.

Η Τόρα γονάτισε, ηχηρά και μαλακά χτύπησε μερικές φορές την επιφάνεια του νερού με την παλάμη της – έτσι την ένιωθε πιο πυκνή, όχι τόσο φευγαλέα-ανάλαφρη-ρευστή. Ο ωκεανός με το υγρό του κορμάκι έβρεχε τα γόνατα, το μουνάκι, τα μπούτια, χαμηλά τη κοιλιά της, σχεδόν ζεστό νερό πλατσούριζε ανάμεσα στα πόδια της, και ο κάθε νέος παφλασμός σαν να αύξανε την αφοσίωση και την ανάγκη να την αισθανθεί ξανά και ξανά, ακόμα πιο δυνατά. Στην αρχή κάπου πολύ βαθιά πίσω από το μουνάκι της, και μετά μέσα στην κοιλιά, σαν να έπιασε ένας δυνατός σπασμός ξαφνικά, λες και προσπαθούσε να βγει κάτι έξω από εκεί, ανοίγοντας, σαν λουλούδι, αποκαλύπτοντας τον εαυτό του στον ουρανό, στη θάλασσα, στον άνεμο. Η Τόρα πήρε μια βαθιά αναπνοή, απομάκρυνε την έμμονη επιθυμία να σφίξει τους κοιλιακούς της. Οι σπασμοί δυνάμωσαν, και απρόσμενα – όπως γίνεται μετά από χειμερία νάρκη – ξύπνησαν μερικές αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία – για παράδειγμα, αυτό – η Τόρα έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στο παιχνίδι των εμφανιζόμενων εικόνων, ήχων, αρωμάτων – η μυρωδιά ήταν η πιο δυνατή απ` όλα – καταπληκτικό, δεν είχε απλώς σκέψεις για τη μυρωδιά, ένιωθε ορισμένα το ίδιο το άρωμα του φρέσκου ψωμιού, που έφερνε το φορτηγό στο χωριό, και το άρωμα αυτό ήταν τόσο νόστιμο, ότι από τη χαρά σου ήθελες να τρέξεις πίσω του. Ήταν μια τέτοια χαρά, ότι πλέον αδιαφορούσα – αν θα φάω τελικά αυτό το ζεστό, ατελείωτα νόστιμο ψωμί, η όχι, ήθελα απλώς να τρέχω πίσω από το φορτηγό, να πηδάω, να γελάω και να φωνάζω, ποιος νοιάζεται πια – αν καταφέρω να φάω εκείνο το ψωμί; Όταν το φορτηγό ανέβαζε ταχύτητα και καταλάβαινα, πως δεν θα το προλάβω – δεν έτρεχε και τίποτα, η χαρά μου ήταν τόσο δυνατή, ότι ένοιωσα χαρούμενη κούραση – ήταν τόσο έντονη – δεν είχα ούτε την επιθυμία να φτάσω το φορτηγό, ούτε απογοήτευση. Ακόμα και οι σκέψεις, πως αυτό το ψωμάκι έχει νόστιμη γωνία, κόβοντας την οποία θα μπορούσες να δεις τη ψίχα, ίσως και να άχνιζε ακόμα, δεν με απογοήτευε. Το φορτηγό εξαφανιζόταν σιγά-σιγά, φαινόταν μακριά στην άκρη του σκονισμένου δρόμου και από πάνω του απλωνόταν ατελείωτος μπλε ουρανός χωρίς παραμικρό συννεφάκι. Αντιλαμβανόμουν, ότι κάτι συνέβη απαρατήρητα, κάτι μυστηριώδες, ψωμί και φορτηγό – ήταν κάτι Ťενιαίοť, κάποια μεγάλη αντίληψη, που μου έφερε τη χαρά. Αντίληψη της ολοκλήρωσης και πληρότητας – σαν να μην χρειαζόμουν πλέον τίποτε άλλο, εκτός από αυτό.

Η ανάμνηση έλαμψε σαν μια απότομη αστραπή και χάθηκε, αλλά δεν πρόλαβε η Τόρα να ανοίξει τα μάτια της, όταν μια νέα εικόνα από το παρελθόν την έπιασε ισχυρά και έσκισε τη σιγουριά για το ποια είναι και που βρίσκεται. Ήταν τόσο ξαφνικό, ότι η κοπέλα άρχισε απλώς να το λέει δυνατά – σε κανέναν – στον ωκεανό, στην αλμύρα:

ŤΖούσα με τη μητέρα μου. Το όνομα της ήταν Κάλι, εμένα με έλεγαν Λάκσμι. Δεν θυμόμουν τίποτα, που για μένα να έκανε παράξενα αυτά τα ονόματα. Κόντευα να κλείσω τα πέντε. Συνέχεια βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο: οι τοίχοι και το ταβάνι του ήταν από πηλό, το πάτωμα στρωμένο με λεπτότατη βαριά σκόνη του αργίλου, πολύ τρυφερή στην αφή. Κανένα έπιπλο, κακός φωτισμός. Δεν είχα καμία ιδέα για το που θα μπορούσε να είναι αυτό το δωμάτιο – σε μια πόλη ή στην έρημο. Υπήρχαν παράθυρα, όμως, δεν θυμάμαι ούτε μια αναλαμπή από αυτά, που βρίσκονταν έξω απ` αυτά. Η Μητέρα Κάλι (έτσι τη φώναζα εγώ) με εκπαίδευε, αλλά το έκανε πολύ διακριτικά – σαν να τη μάθαινα εγώ κάτι, - δημιουργούσε καταστάσεις, στις οποίες εγώ ένιωθα κάποια σαφήνεια, και εγώ της έλεγα για αυτή τη σαφήνεια, - νόμιζα, ότι εκείνη δεν ξέρει τίποτα τέτοιο). Πολύ αργότερα κατάλαβα τελικά, ότι τα θυμήθηκα όλα χάρη στις δικές της οργανωμένες και ξεκάθαρες πράξεις, και όχι τυχαία. Καμιά φορά εκείνη μου έλεγε κάποια πράγματα, ενίοτε προετοίμαζε τις καταστάσεις, όταν συνέβαινε κάτι, και εγώ μπορούσα να θυμηθώ κάποιο κομμάτι των γνώσεων. Ο χρόνος, που πέρασα εκεί μαζί της – είναι ο, τι πιο πολύτιμο έχω στη ζωή μου. Και τότε έτσι σκεφτόμουν. Ένιωθα όλο και περισσότερη απόλαυση, ανεμελιά, ευδαιμονία στο φόντο. Και ύστερα ήρθε η νύχτα της ολοκλήρωσης, Μητέρα Κάλι ετοίμαζε κάτι και είπε κάποια Ťασήμαντηť φράση. Πήγαμε για ύπνο. Αυτή η Ťασήμαντηť φράση είτε γύριζε στον ύπνο μου, είτε ανάμεσα στον ύπνο και στο ξύπνιο. Ξαφνικά κατάλαβα κάτι, πετάχτηκα, ξύπνησα τη Μητέρα και άρχισα να της το λέω. Μετά η εικόνα άλλαξε, εγώ ξύπνησα ξανά, άρχισα να κάνω κάτι, ξύπνησα ξανά τη Μητέρα για να της τα πω. Κάθε φορά η αφοσίωση μου σε εκείνη και η ευδαιμονία-απόλαυση δυνάμωναν. Η δική της συμπεριφορά έμοιαζε περισσότερο με τη συμπεριφορά ενός έξυπνου, λογικού, όμως, συνηθισμένου ανθρώπου. Η εικόνα άλλαξε ξανά, εγώ ξυπνάω και πάλι… Αυτό δεν με φόβιζε. Κατάλαβα, ότι μπήκα σε κάποια νέα κατάσταση, και ένιωθα χαρούμενη λόγο των ανακαλύψεων, τις οποίες έκανα. Καμιά φορά έβλεπα τον εαυτό μου: μελαψό λεπτοκαμωμένο κοριτσάκι, περίπου πέντε χρόνων, ανοιχτό-κίτρινο κοντό φορεματάκι, πεδιλάκια, σκούρα μαλλιά, κοντοκουρεμένα – Ťκαρέť. Δεν θυμάμαι καθόλου το πρόσωπο μου, όμως, ήταν λες και δεν το είχα δει καθόλου τότε.

Ξαφνικά τα θυμήθηκα όλα, και έτρεξα στην Κάλι, για να της τα πω όλα. Άρχισα να κουνάω τον ώμο της και να της λέω: Ťείσαι θεά, μαμά, δεν είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Είσαι μια πολύ δυνατή αθάνατη θεά. Και εγώ είμαι, είμαι η μικρή Λάκσμιť. Εκείνη τη στιγμή τα πάντα άλλαξαν απότομα, βρεθήκαμε σε μια μεγάλη φωτεινή αίθουσα, καθόμασταν στο τραπέζι, οι τοίχοι και το πάτωμα – όπως σε ένα κανονικό σπίτι. Η Κάλι καθόταν στα δεξιά μου. Εκείνη έγινε τελείως διαφορετική, είχα την αίσθηση της ομορφιάς -10 για αυτήν, θαυμασμό-10. Μου έκανε εντύπωση μιας τέτοιας δύναμης, την οποία δεν είχα συναντήσει ποτέ σε κανέναν, εντύπωση ασπλαχνίας, απόλυτης και ακάθεκτης αποφασιστικότητας, Με μια εντελώς διαφορετική φωνή εκείνη μου έκανε κάποια ερώτηση. Κατάλαβα, ότι όλον αυτόν τον καιρό αυτή υποκρινόταν και κρυβόταν, όσο με μάθαινε, για να τα θυμηθώ όλα μόνη μου. Της απάντησα – και είτε έδειξα μικροψυχία, είτε Ťαυτομαστιγώθηκαť. Εκείνη σηκώθηκε και άρχισε να απομακρύνεται. Κατάλαβα, ότι έτσι αυτή μπορεί να φύγει για πάντα – δεν νιώθει ούτε λύπηση, ούτε δέσμευση, απλώς θα ξεχάσει εμένα για πάντα. Τότε της φώναξα κάτι – ειλικρινά. Εκείνη σταμάτησε και με πλησίαζε αργά.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα, πως όλη την ώρα ένιωθα φωτισμένο φόντο για 7, δυνατή απόλαυση στο κορμί, και όταν η Κάλι έχασε το ενδιαφέρον της για μένα, όλα αυτά χάθηκαν. Όχι λόγο λύπησης για τον εαυτό μου, αλλά επειδή παραλίγο να με εγκαταλείψει. Η λύπηση δεν ήρθε, δεν ένιωθα και τη δέσμευση μαζί της. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε κατάπληξη και σκέψη: Ťτο φωτισμένο φόντο εμφανίζεται, είτε όταν εκείνη με πλησιάζει, είτε όταν αρχίζει να νιώθει συμπάθεια για μένα, η κατάσταση άλλαζε με έναν τέτοιο τρόπο, που αδυνατούσα να συγκρίνω αυτές τις δυο καταστάσειςť.

Και μετά εκείνη έφυγε. Εγώ έμεινα, όμως, με τη σιγουριά, πως αυτή είναι η μητέρα μου. Δεν ξέρω, τι σημαίνει αυτό. Αλλά δεν αντιλαμβανόμουν εμάς, σαν δυο πολεμιστές, που συναντήθηκαν για κάποιο λόγο και χώρισαν, αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου σαν δικό της παιδί, αν και δεν υπήρξε κανένα ίχνος της συνηθισμένης φροντίδας. Βρέθηκα στο ίδιο δωμάτιο με πήλινους τοίχους. Ήξερα: τα θυμήθηκα όλα, άρχισε μια νέα ζωή, είμαι μια θεά (τότε εγώ φώναζα θεούς τους ανθρώπους, που δεν αισθάνονται σκοτισμούς), βιώνω αδιάκοπο φωτισμένο φόντο για 7-10. Αυτό το φόντο με γεμίζει, τα ρεύματα της απόλαυσης στο κορμί μου είναι τόσο δυνατά, ότι το κορμάκι μου μοιάζει με πυκνή χρυσαφένια μάζα. Εγώ-Λάκσμι συνέχεια ένιωθε έξαρση – από την εκπαίδευση της Κάλι, από την προοπτική της μοναξιάς, από τους πήλινους τοίχους. Η έντονη εκδήλωση των συναισθημάτων είναι χαρακτηριστική για μένα, όπως και απότομη αλλαγή των εκδηλώσεων. Αν έχω έξαρση -6, μπορώ να τσιρίξω, να τρελαίνομαι, να πολεμάω. Και ανά πάσα στιγμή μπορώ να σταματήσω κα να σοβαρευτώ για 10.

Μπορώ να κάνω ο, τι θέλω, να αρχίσω αυτή τη στιγμή. Άρχισα να σκέφτομαι, τι θέλω περισσότερο απ` όλα. Ξαφνικά θυμήθηκα – ο Καστανέδα! Άρχισα να πηδάω στο δωμάτιο, να φωνάζω - Καστανέδα! Θυμήθηκα, πόσο δυνατή τρυφερότητα, αφοσίωση, έλξη αισθάνομαι για εκείνον. Θυμήθηκα, πως κάποτε, πολύ καιρό πριν, εμείς σπουδάζαμε μαζί κάτι, χρόνια, σαν δεκαετίες, ας πούμε. Όπως ο Καστανέδα περιέγραψε τις σχέσεις ανάμεσα στον άντρα και γυναίκα ναγκβάλ – τέτοια σχέση είχαμε και εμείς. Τελειώνοντας με τις φωνές, εγώ στάθηκα αριστερά στην πόρτα και πάγωσα, παρατηρώντας το δωμάτιο προσεκτικά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε, και μέσα μπήκε ο χαμογελαστός Καστανέδα. Πήδηξα πάνω του, τον έριξα μέσα στην μαλακή πήλινη σκόνη, αρχίσαμε να κυλιόμαστε, να γελάμε, να φωνάζουμε. Ήθελα μα πηδιέμαι μαζί του συνέχεια, νόμιζα, ότι δεν θα το χορτάσω ποτέ – να τον πιάνω και να τον πηδάω. Ποτέ πριν δεν ένιωθα κάτι τέτοιο για κανένα αγόρι. Του το είπα, προσπαθώντας να τον φιλήσω και να τον χαϊδέψω και άλλο. Εκείνος απάντησε – Ťήθελα να σε βρω τόσο πολύ! Χαίρομαι, ατό εσύ με βρήκεςť. Με πήρε στην αγκαλιά του (κοριτσάκι πέντε χρόνων), και εγώ κρεμάστηκα πάνω του - κοιμήθηκα. Μάλλον πιο πολύ Ťβυθίστηκα στην ανεμελιάť, διότι ποτέ στη ζωή μου δεν κοιμόμουν με μια τόσο διαπεραστική απόλαυση, στιγμιαία και εντελώς ήρεμαť.

Ξαφνικά στη συνείδηση της Τόρας έφτασε, πως εδώ και πολλή ώρα δεν είναι μόνη της. Ανοίγοντας τα μάτια της, είδε ακριβός μπροστά της τον Νόρτον, που την άκουγε προσεκτικά. Δεν ένιωθε κατάπληκτη, αλλά μέσα στο μυαλό της πέρασε μια σκέψη για το ότι τώρα μπορεί να εμφανιστεί ένας κυματισμός της σύγχυσης, έτσι νοητικά Ťέβγαλε τα νύχια τηςť, έτοιμη να τον απομακρύνει στη στιγμή, ωστόσο, η κατάσταση της άλλαξε απρόσμενα - αντί της σύγχυσης ένοιωσε ευδαιμονία. Και μαζί με αυτήν – μια ξεκάθαρη αντίληψη, σαν να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δυο μέρη – εδώ, δίπλα στον ζεστό ωκεανό, και κάπου μέσα στο χιονισμένο δάσος. Στα χνουδωτά κύματα-χιονόβουνα λάμπει ο ήλιος, μπροστά της είναι μια παγωμένη λίμνη, καλυμμένη με χιόνι. Οι φουντωτές μουσούδες των κλαδιών στα πεύκα άνοιξαν τα ποδαράκια τους και ξαπλώνουν κάτω από τα χιόνια, τα πάντα λάμπουν εκτυφλωτικά στις ακτίνες του ήλιου. Απόλυτη σιγουριά, πως δεν υπάρχουν άνθρωποι σε αυτό το μέρος, δεν υπάρχει κανείς και δεν μπορεί να υπάρχει. Απόσπαση-10. Ξεκάθαρη αντίληψη του αμετάβλητου - Ťέτσι είναι πάντα εδώť, Ťεδώ δεν υπάρχουν καν εποχές τους χρόνουť, Ťεδώ δεν αλλάζει τίποτα ποτέť. Αντίληψη του εαυτού της – ακίνητου, ακλόνητου – μπορείς μόνο να κοιτάξεις, να στέκεσαι εκεί και να μην κουνιέσαι..

Μια νέα ανάμνηση έλαμψε, ενδυναμώνοντας και χωρίς αυτού παράξενη κατάσταση έντονης αναισθησίας, στην οποία, φαινομενικά, δεν μπορούσε να περάσει ούτε παραμικρή ανησυχία, ένας ωκεανός ηρεμίας – δυνατής και ακάθεκτης ηρεμίας, παιχνιδιάρικης, σκληρής, - τα μάτια του Νόρτον ήταν τόσο κοντά, και ήταν τόσο οικεία, - (και εγώ ανησυχούσα – γιατί ανησυχούσα – πόσο χαζό…) κλείνοντας τα μάτια, η Τόρα συνέχισε:

Ť…καθόμουν τη νύχτα στα σκαλιά. Δυνάμωνε η τρυφερότητα από τη μαλακή, υποκειμενική σεξουαλική επιθυμία, χωρίς σπασμωδικότητα. Νόμιζα, πως νιώθω τα πάντα γύρω μου – το κάθε χορταράκι, κλαδάκι, σκιές από τα δέντρα, αστερία, που διαπερνούσαν τούτη τη νύχτα ολόκληρη. Ακριβώς μπροστά από τα σκαλιά υπήρχε μικρή λίμνη. Μέσα της – τεράστια ποσότητα βατράχων, διάφορων μικρών μουσούδων, δεν ξέρω καν τις ονομασίες τους. Όσο δυνάμωνε η τρυφερότητα, απόλαυση, ανοιχτοσύνη, και η ανεμελιά, κάποια από αυτά τα πλάσματα, όπως και μερικά κλαδιά των δέντρων και των θάμνων άρχισαν να ανάβουν με μια χρυσαφένια λάμψη, να πάρει – όντως λαμπύριζαν, όσο και να ανοιγόκλεινα τα μάτια μου. Τα βατράχια, πουλιά και άλλες μουσούδες άρχισαν να νιαουρίζουν, να τρίζουν, να κράζουν και να τσιρίζουν. Και όσο πιο δυνατές ήταν οι φωτισμένες αντιλήψεις, τόσο πιο δυνατά αυτές νιαούριζαν, πολλές από αυτές μεταφέρθηκαν πιο κοντά στα σκαλιά και με χάζευαν. Κάποια αγοράκια βγήκαν στα σκαλιά και τα παρατηρούσαν αυτά με έντονη έκπληξη. Κάποιος κούνησε τον ώμο μου, λέγοντας: κοίτα, όλοι τους έρχονται σε σένα, είναι τόσο όμορφοι! Εγώ είχα μια παράξενη κατάσταση – καμία σπασμωδικότητα, ανεμελιά -10, αίσθηση δυνατής αφοσίωσης, τρυφερότητας, ανοιχτοσύνης για όλες τις μουσούδες της Γης χωρίς εξαίρεση, και ταυτόχρονα ένιωθα, σαν να μην υπάρχει κανένας Ťεαυτός μουť.ť

Η Τόρα σιώπησε για μερικά δευτερόλεπτα. Ο Νόρτον καθόταν ακίνητος.

ŤΚοντά μου σύρθηκε ένας βάτραχος, σαν μια γάτα σε μέγεθος, με μακρυ σωμα και διαπεραστικά μάτια. Και άρχισε να χαϊδεύεται, σαν μια γάτα – αυτό ήταν πολύ ασυνήθιστο, παράξενο. Τον χάιδευα, και ξαφνικά άρχισα να αισθάνομαι απόλαυση-20 από κάθε του κίνηση, και ο βάτραχος άρχισε να γυαλίζει ολόκληρος, τα πάντα άρχισαν …ť

Η φωνή της Τόρας χάθηκε, ξαφνικά έτρεξαν δάκρυα από τα μάτια της, τα χέρια έπεσαν αδύναμα στα γόνατα, όμως, το πρόσωπο της ήταν πιο όμορφο από ποτέ.

 

 

 



<< Back Forward >>