« Μάγια »

Τόμος 2: « Προέλευση των ειδών »

Κεφάλαιο 16


Ο καιρός ήταν υπέροχος, και το οθονοπλάνο προσγειώθηκε κατευθείαν στην επιφάνεια του ωκεανού ανάμεσα στο Σιπαντάν και Μαμπούλ. Η Τόρα έχει δει αυτά τα μέρη στις φωτογραφίες, αλλά στην πραγματικότητα τα πάντα φάνηκαν πολύ πιο έντονα, ζεστά και ευρύχωρα. Το νερό είχε τέτοια θερμοκρασία, ότι νόμιζες, πως θα μπορούσες να περάσεις ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο μέσα. Το θερμόμετρο έδειχνε 37 βαθμούς – θα τρελαθεί! Κατά την άποψη της Τόρας, μόνο στις θερμαινόμενες πισίνες θα μπορούσε να υπάρχει τόσο ζεστό νερό.

Τα δυο αγόρια-συνταξιδιώτες της αμέσως άρχισαν να βουτάνε και να πλατσουρίζουν, περιμένοντας μέχρι να τους πλησιάσει το ταχύπλοο. Δέκα λεπτά αργότερα ένα ευκίνητο, κομψό πλοιάριο προσέγγισε αθόρυβα το οθονοπλάνο, και Τόρα έμαθε, ότι και τα αγόρια πάνε στο Σιπαντάν. Φόρτωσαν μαζί τους και κάποιον εξοπλισμό, αρκετά εύθραυστο, αν έκρινε σωστά από τις προλήψεις, με τις οποίες ο εξοπλισμός μεταφέρθηκε στο πλοίο.

Φτάνοντας στο νησί, η Τόρα ανακάλυψε, ότι ο νέος εξοπλισμός ενδιέφερε τους ντόπιους πολύ περισσότερο, απ ότι το άτομο της. Μιλώντας ειλικρινά, η προσωπικότητα της δεν ενδιέφερε κανέναν απολύτως, και εφόσον το νησί φαινόταν τελείως μικροσκοπικό, εκείνη αποφάσισε να το εξερευνήσει, μιας και ο Τραππ έφτανε την επόμενη, ενώ η αρχή των πειραμάτων είχε σχεδιαστεί για Πέμπτη.

Το νησί όντως ήταν πολύ μικροσκοπικό – η διάμετρος του με το ζόρι έφτανε στα πεντακόσια-εξακόσια μέτρα. Αναμμένη κάτω από τον καυτό ήλιο αμμουδιά απλωνόταν δέκα μέτρα προς τα μέσα, και μετά άρχιζε πυκνό φοινικόδασος. Κάποιος σκέφτηκε να φυτέψει εδώ τις ροδακινιές, και η πεινασμένη Τόρα καταβρόχθισε με φασαρία μερικούς γλυκύτατους καρπούς, προτού φύγει για το ταξίδι γύρω του νησιού. Από εκείνο το μέρος, όπου άραξε το ταχύπλοο, προς τα αριστερά η θάλασσα ήταν πολύ ρηχή, και η Τόρα προχωρούσε, με το νερό ως τον αστράγαλο. Από τα πόδια της με συριγμό πετάγονταν διάφορα ζωντανά – τα μικρά καβουράκια, δεκάδες είδη πολύχρωμων ψαριών, γαρίδες, ένας θεός ξέρει και τι άλλο. Το νερό ήταν απλώς καυτό!

Λίγα λεπτά αργότερα τα παράκτια νερά άρχισαν να βαθαίνουν, και η άμμος κάτω ήταν σκορπισμένη με κοχύλια όλων των ειδών, χρωμάτων και μεγεθών, από τα μικράκια σαν το νύχι έως τα γιγάντια μισά των τριδάκνων με μάκρος μέχρι πενήντα εκατοστά. Η Τόρα με τίποτα δεν μπορούσε να προσπεράσει μια τέτοια πολυτέλεια, και για μίση ώρα περίπου παρατηρούσε, έπιανε, ζούλαγε αυτά τα καταπληκτικά πλάσματα, τα οποία έχουν τόσο δυνατό αντίκτυπο με αίσθηση της δύναμης και ομορφιάς. Πολλά μικρά κοχυλάκια είχαν για κάτοικο ένα  γαριδάκι-ασκητή, έτσι βρίσκονταν σε μια μόνιμη αργή κίνηση – φαινόταν αρκετά αστείο, πως τρέχει πέρα-δώθε ένα «άδειο» κέλυφος, και μετά ξαφνικά εμφανίζονται τα μακριά μουστάκια, πόδια, ενώ με το παραμικρό τα πάντα χώνονται μέσα στην άμμο.

Μετά άρχισαν οι βραχώδεις περιοχές – κομμάτια των πετρωμάτων με πολύ παράξενα σχήματα αποδείχθηκαν αρκετά κοφτερά, και η Τόρα βγήκε ξανά στη ζεστή άμμο. Ακούγοντας τη φασαρία στους θάμνους, το κορίτσι αποφάσισε να δει τον κάτοικο τους - ίσως κάποιο πουλί έφτιαξε εδώ τη φωλιά του; Μήπως να έχει και νεοσσούς εκεί; Ανοίγοντας τα κλαδιά, η Τόρα, σκύβοντας χαμηλά προσπαθούσε να δει, τι έχει μέσα, και ξαφνικά... ολόκληρο το κομμάτι «γης» ακριβώς μπροστά από τη μύτη της κουνήθηκε και σύρθηκε λίγο πιο πέρα! Η Τόρα αναπήδηξε και είδε μπροστά της ένα πλάσμα, το οποίο προκάλεσε τον θαυμασμό και την έξαρση της – ένας γιγαντιαίος δίμετρος βαράνος, κάνοντας μεγάλα βήματα με τα στραβά του πόδια και κουνώντας την αγκαθωτή ουρά, υποχώρησε δειλά στο βάθος των θάμνων. Διχαλωτή στην άκρη, όπως των φιδιών, η γλώσσα του άγγιζε προσεκτικά τον αέρα, πιάνοντας τις παραμικρές αλλαγές στη θερμοκρασία και οσμές. Δυνατό, επικίνδυνο ζώο, με δόντια κοφτερά, σαν λεπίδες, ήταν έτοιμο να εξαφανιστεί μέσα στην βλάστηση ανά πάσα στιγμή. Η Τόρα δεν το ενόχλησε άλλο, έκανε μια παράκαμψη και πάτησε στο βάθος του άλσους.

Η ζέστη δεν έφτανε εδώ. Κάτω από τα πόδια κομμάτια του σκληρού εδάφους εναλλάσσονταν με φουντωτά χαλάκια των χόρτων και σορούς από ξερά φύλλα. Απ` ότι φαίνεται, το δάσος ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένο, όμως, τα σπιτάκια ήταν χτισμένα τόσο αρμονικά με τη ζούγκλα, ότι σχεδόν δεν ξεχώριζαν, και μπορούσες εύκολα να φανταστείς τον εαυτό σου μέσα στο παρθένο δάσος.

Στα δρομάκια που και που πέρναγαν άνθρωποι – μεγάλοι και παιδιά, αλλά ο καθένας ήταν προφανώς απασχολημένος με τη δική του δουλειά, και η Τόρα αποφάσισε να μην ενοχλήσει κανέναν. Ακριβώς στο κέντρο του νησιού βρισκόταν ο θόλος του ερευνητικού κέντρου – υψώνοντας μόνο δυο μέτρα πάνω από τη γη, από κάτω του, μάλλον, έκρυβε τουλάχιστον δέκα υπόγεια επίπεδα. Η Τόρα διάβασε σε μια σύντομη σύνοψη, ότι στο κάτω όροφο του κέντρου φτιάχτηκε ένα πέρασμα στις εσωτερικές σπηλιές του νησιού, ένα μέρος των οποίων έβγαινε στον ανοιχτό ωκεανό σε βάθος από τα είκοσι έως και πενήντα μέτρα, έτσι οι δύτες ένιωθαν σαν στο σπίτι τους εδώ – στο Σιπαντάν μπορείς να βουτάς με στολή σε οποιοδήποτε σημείο – το νησί είναι περικυκλωμένο με μια σειρά από πλουσιότερους σε θαλάσσια ζωή κοραλλιογενείς υφάλους. Στην αρχή είναι ο εσωτερικός κύκλος με βάθος δυο-τέσσερα μέτρα, κυριολεκτικά βρίθει από  ζωή, - παράδεισος για αυτούς, που βουτάνε με μάσκα, αναπνευστήρα και βατραχοπέδιλα. Οι χελώνες με καβούκια, που φτάνουν μέχρι και δυο μέτρα,  κολυμπούν εδώ η μόνες, η σε ομάδες, αφήνουν να τις καβαλήσεις και αισθάνονται πάρα πολύ άνετα κοντά στους ανθρώπους. Εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες είδη ψαριών κατοικούν σε αυτό το ρηχό περιβάλλον. Έπειτα βρίσκεται ο κύκλος των ύφαλων με βάθος έως και τριάντα μέτρα. Εδώ συναντιόνται πλέον μεγαλύτερα ψάρια - σκουμπρί, που φτάνει σε δυο μέτρα μάκρος, εξίσου μεγάλος τόνος, ρασσε, όπως και πάρα πολλοί καρχαρίες με μάκρος ενάμιση-δυόμισι μέτρα. Αργότερα η Τόρα διαπίστωσε την απόλυτη φιλικότητα και ακινδυνότητα τους. Καμιά φορά οι δύτες κατάφερναν να φτάσουν απαρατήρητοι κοντά στον καρχαρία, που ξεκουραζόταν κοντά στον πυθμένα, και να αγγίξουν την ουρά του, αλλά αμέσως μετά από αυτό ο καρχαρίας άφηνε τη θέση του, και με δυνατές, γεμάτες χάρη κινήσεις της ουράς του έφευγε μακριά, λυγίζοντας ολόκληρο το κορμί.

Και μετά ακολουθούσε το χάσμα, ο πυθμένας του ωκεανού πήγαινε απότομα κάτω, στο βάθος εξακοσίων μέτρων – το νησί έχει ηφαιστειακή προέλευση. Εδώ αναζητούσαν τη διασκέδαση οι δύτες στα μεγάλα βάθη, και οποιαδήποτε ώρα της ημέρας μπορούσες να δεις την παρέα τους κάπου στα εκατό μέτρα – δεν χρησιμοποιούσαν τα ανάμεικτα αέρια, οι καταδύσεις γίνονταν μόνο με συμπιεσμένο αέρα, έτσι χρειαζόταν σοβαρός εγκλιματισμός και πείρα, για να κολυμπήσεις σε αυτό το βάθος. Κάπου εδώ η ομάδα του Τσοκ έπεσε πάνω στα δελφίνια – μιλώντας και κυριολεκτικά, και μεταφορικά.

Έπειτα από δυο ώρες η Τόρα, επιτέλους, αποφάσισε να βρει το δωμάτιο της και να κοιμηθεί. Παρά το ότι το δέρμα της ήταν σκούρο – ο ήλιος στα βουνά το μαύρισε πολύ – και πάλι στους ώμους και στην πλάτη της ένιωθε λιγάκι καμένη. Στο κέντρο της έδωσαν τον αριθμό του σπιτιού της, και σε λίγο η κοπέλα, κρατώντας τον υπολογιστή στα χέρια, κουνιόνταν μέσα στην αιώρα, κρεμασμένη ανάμεσα σε δυο πανύψηλα φοινικόδεντρα. Ήθελε να φέρει σε τάξη τις αναμνήσεις των δυο τελευταίων ημερών.

Προχτές ο Μένγκες, Τραππ και η Τόρα συνάντησαν τη Λού. Προτού αρχίσει η συνάντηση, ο Μένγκες είπε, ότι η πρώτη επαφή της Λού με τον τίγρη έγινε πριν από δυο εβδομάδες. Εκείνοι έκαναν παρέα περίπου κάθε δυο μέρες, και πάρθηκε απόφαση να μην επεμβαίνει κανείς σε αυτό, διότι ο τίγρης φερόταν άκρως καχύποπτα, μα και η Λού έλεγε, ότι το ζώο φοβάται. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να πεις κάτι για το αντικείμενο αυτών των συναντήσεων, διότι η Λού απλώς δεν είχε αρκετή πείρα, για να περιγράψει σωστά τέτοιες παράξενες συναισθήσεις, τις οποίες βίωνε την ώρα των επαφών της. Έχοντας μόνο τις αρχικές γνώσεις στις καταδύσεις, στην επιβράδυνση της αυτοταυτοποίησης, εκείνη δεν μπορούσε κιόλας να δώσει κάποια αξιόλογη πληροφορία παρά το γεγονός, ότι σύμφωνα με έμμεσα χαρακτηριστικά, έμπαινε σε κάποια πολύ βαθιά επαφή με τον τίγρη. Ανάμεσα στις περιγραφές, τις οποίες η Λού κατάφερε να δώσει, υπήρξαν κάποιες άκρως ασυνήθιστες, ωστόσο, υπερβολικά ακαθόριστες, ώστε να μπορέσει κανείς να βασιστεί πάνω σε αυτές. Για παράδειγμα, ήταν δυνατόν να μιλήσουμε σίγουρα για το γεγονός της ενσωμάτωσης των αντιλήψεων του τίγρη, εφόσον η Λού άρχισε να δείχνει ικανότητες, οι οποίες δεν είναι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο, αλλά πιθανόν, πολύ χαρακτηριστικές για τα ζώα. Αρκετές φορές παρουσίασε την ικανότητα να γνωρίζει με ακρίβεια – που βρίσκεται το τάδε η εκείνο φυτό, η αναγνώριζε τον χαρακτήρα του εδάφους, και η ικανότητα αυτή εντατικοποιήθηκε αναμφισβήτητα ορισμένα μετά από τις επαφές.

Ίσως, η ιστορία αυτή δεν θα τραβούσε τέτοια ιδιαίτερη προσοχή των επιστημόνων, αν η Λού δεν ερχόταν τόσο συχνά στους δύτες, δεν περνούσε τον καιρό μαζί τους και δεν άκουγε τις συζητήσεις τους. Ξέροντας για τη σοβαρότητα και απροθυμία της για τις κενές φαντασιώσεις, οι δύτες αντιμετώπισαν σοβαρά τις παράξενες δηλώσεις της, για το ότι είναι σίγουρη, πως ο τίγρης ήρθε, για να φέρει στους ανθρώπους κάτι άκρως σημαντικό. Έτσι οι δύτες, που ερευνούσαν εντατικά τα ζητήματα της ενσωμάτωσης των αντιλήψεων των μουσούδων της Γης, συνειδητοποίησαν, ότι μπροστά τους ανοίγεται μια προοπτική με αρκετό ενδιαφέρον. Μέχρι σήμερα τα ζώα βρίσκονταν εκτός της σφαίρας του ενδιαφέροντος των δυτών, λόγο της υψηλής κινητικότητας – όπως της προσωπικής, έτσι και καθαρά σωματικής. Η ενσωμάτωση των αντιλήψεων του βουνού η του ποταμού απαιτούν μια ορισμένη τέχνη από τον δύτη, όμως, μόνο και μόνο, επειδή το βουνό η το ποταμάκι είναι πάντοτε εδώ, σε μια μόνιμη κατάσταση. Αν όμως, τα πράγματα ήρθαν έτσι, ότι έγινε δυνατή η ενσωμάτωση των αντιλήψεων του τίγρη... γιατί να μην το χρησιμοποιήσουν; Μερικώς για αυτόν τον σκοπό ο Μάγκες παρακάλεσε να του στείλουν τη Τόρα – σε συνδυασμό με τη Λού οι δύτες θα μπορούσαν να δοκιμάσουν να φτιάξουν μια πλήρη επαφή. Έπρεπε να λάβουν υπ` όψιν, ωστόσο, ότι οι εμπειρίες των δυτών έδειξαν, πως τα ταξίδια στους κόσμους των συνειδητοποιήσεων δεν είναι  μόνο συναρπαστικά και με καταπληκτικό ενδιαφέρον, αλλά και επικίνδυνα, για αυτό αποφάσισαν να προσφέρουν την μέγιστη ασφάλεια στους συμμετέχοντες.

Η απρόσμενη επαφή με τα δελφίνια έφερε μια νέα πνοή στο έργο – μπορούσαν να δοκιμάσουν την τοποθέτηση και των δυο πειραμάτων σε ένα. Ακόμα χτες η νέα ιδέα του Νόρτον έλαβε την έγκριση στο «θηριοτροφείο» - να καλέσει τους δυο από τους τρεις «αντιφρονούντες», που πήραν την απόφαση να μην επιστρέψουν από την κατάδυση επ` αόριστον, - ο Κβέις και Μάγκνους έδωσαν τη συγκατάθεση τους να συμμετάσχουν, διότι από τη θέση, στην οποία εκείνοι βρίσκονται τώρα, μπορούν να είναι πάρα πολύ χρήσιμοι για την σταθεροποίηση της επαφής. Μιλώντας απλά, χωρίς να ανήκουν σε κανένα σύμπαν, αυτοί θα μπορούσαν να έχουν την αναγκαία ευκινησία για το εφεδρικό σχέδιο.

Όταν συνάντησε τη Λού, η Τόρα διαπίστωσε, ότι το κορίτσι είναι ήδη ένας σοβαρός άνθρωπος, παρά το μικρό της ηλικίας – συγκεντρωμένη, παρορμητική, ειλικρινής. Η μια άρεσε πολύ στην άλλη.

Σε τελική μορφή το πείραμα σχεδιάστηκε ως εξής: ο Κβέις και Μάγκνους θα ετοιμάσουν ένα «σημείο συνάντησης» κάπου σε ένα ουδέτερο μέρος, στην περιοχή των φεσσονικών συμπάντων. Η πρόταση να γίνει η συνάντηση κάπου εντός των κάθετα-προσανατολισμένων συμπάντων απορρίφθηκε ομόφωνα, παρά το ότι υπήρξαν αφορμές για την άποψη, πως τα ζώα θα ένιωθαν τους εαυτούς τους πιο άνετα εκεί λόγο την υποτιθέμενης απουσίας ενός τέτοιου συνόλου των αντιλήψεων, όπως η «συνειδητοποίηση της προσωπικότητας τους». Για να μειωθεί η επίδραση του χιλιετή ένστικτου του φόβου, που αισθάνονται τα ζώα για τους ανθρώπους, στη σύσταση του συνόλου των καταστάσεων, από τις οποίες θα αποτελείτο η «ατμόσφαιρα» αυτού του μέρους, θα προστεθεί αρκετή ποσότητα των αντιλήψεων, ενσωματωμένων από τα βράχια, βουνά, ποτάμια, χορτάρι, σύννεφα. Θεωρητικά υπήρξε δυνατότητα να γεμίσουν με αυτές τις αντιλήψεις το σημείο της συνάντησης, με οποιαδήποτε πυκνότητα. Ο Μένγκες και ο Τάρντεν θα τα κατάφερναν εύκολα, όμως, σε αυτή την περίπτωση θα ελάττωνε απότομα και η ικανότητα των δυτών για την επακόλουθη «αποκωδικοποίηση» των γεγονότων στη γλώσσα της λογικής σαφήνειας και για τη λογική συμπεριφορά κατά διάρκεια της συνάντησης. Χρειαζόταν ισορρόπηση.

Με έναν τέτοιο τρόπο, ο Κβέις και Μάγκνους θα δημιουργήσουν το μέρος, και θα το υποστηρίζουν δυναμικά, ο Μένγκες και Τάρντεν θα το γεμίσουν με τις αντιλήψεις των μουσούδων της Γης, η Λού με τον Τσοκ θα ξεκινήσουν ταυτόχρονα την επαφή – αυτή με τον τίγρη, και εκείνος – με τα δελφίνια. Η Τόρα θα πάει τον ρόλο του ανεξάρτητου παρατηρητή, μάρτυρα, γραμματέα. Ουσιαστικά – κάτι σαν το φυσικό μαγνητόφωνο. Ο σκοπός της είναι να αντιλαμβάνεται, να απορροφά με όλο της το κορμί, απέχοντας από την άμεση συμμετοχή, ώστε αργότερα να αφεθεί στα χέρια των ειδικών, οι οποίοι θα «ξετυλίξουν» τις ανάμνησης της και θα τις αποκωδικοποιήσουν. Η Τόρα ανησυχούσε λιγάκι για την συμμετοχή της Φόσσας στο πείραμα, εκείνη θα έπρεπε να φροντίσει για την ασφάλεια, κάλυψη του πειράματος. Στην περίπτωση της απρόσμενης και επικίνδυνης εξελίξεις της κατάστασης τα μέλη της ομάδας της Φόσσας πρέπει να κλείσουν το πείραμα, συνοδεύοντας τον καθένα από τους συμμετέχοντες στην «επιφάνεια» της συνηθισμένης ανθρώπινης κοσμοαντίληψης. Φαινόταν, ότι ακόμα και αν οι δύτες θα αμφισβητούσα κάτι, δεν θα ήταν η ικανότητα της Φόσσας και των δικών της στο να κάνουν τη δουλειά τους – όλοι είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτούς, και ένα ερώτημα απασχολούσε σοβαρά την Τόρα – τι είδους άνθρωποι είναι; Η ομάδα της Φόσσας συμμετείχε στο έργο για παν ενδεχόμενο, σε περίπτωση, αν κάτι πάει στραβά. Φυσικά, αν η Τόρα φανταζόταν, ότι τώρα χρειάζεται βοήθεια, ότι κάποιος κίνδυνος την απειλεί, και σε εκείνη η μορφή της Φόσσας προκαλούσε την πλήρη εμπιστοσύνη. Είναι παράξενος άνθρωπος... Τι, αν η Φόσσα θα ερμηνεύσει λανθασμένα την κατάσταση, και η επιχείρηση της διάσωσης θα γίνει παρά τις προτιμήσεις των δυτών; Μήπως οι δραστικές επεμβάσεις διάσωσης θα καταστρέψουν τελείως την προοπτική της επαφής; Μέσα της η Τόρα αποφάσισε, ότι οπωσδήποτε θα συναντηθεί και θα μιλήσει με τη Φόσσα – πρέπει να μάθουν να συνεννοούνται μεταξύ τους, για να συνεργάζονται αποτελεσματικά.

Τα πάντα αναπτύσσονται τόσο γρήγορα... Πριν από πολύ μικρό χρονικό διάστημα η Τόρα δούλευε με τις έρευνες στο ινστιτούτο, και τίποτα δεν προμήνυε την ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων. Και μετά – το άλμα στα Ιμαλάια, έντονο πρόγραμμα της εκπαίδευσης και πρακτικής, και τώρα αυτή – είναι στην αιχμή των γεγονότων, ανάμεσα στους τόσους ασυνήθιστους και ενδιαφέρον ανθρώπους. Και όμως, κάτι την ανησυχεί... Αλλάζοντας τις εικόνες, η Τόρα παρατήρησε τον κυματισμό της ανησυχίας, όταν έφτασε στη Φόσσα – τελικά αυτή την ενοχλεί πολύ περισσότερα, απ` ότι η Τόρα νόμιζε στην αρχή... Θα μιλήσουν αύριο – ας τους συστήσει ο Τραππ. Αλλά πάνω στην ανησυχία προστέθηκε και η έξαρση από την στενή συναναστροφή με έναν τόσο ασυνήθιστο άνθρωπο, ακόμα και πάνω στο φόντο των άλλων κομάντος. Για παράδειγμα, τον Τσακ και τον Νόρτον τους ήξερε ήδη από την εκπαίδευση στους κομάντος – εκείνοι ήταν δάσκαλοι σε κάποια μαθήματα, και ήταν αυστηρά τυπικοί στην επικοινωνία με τους μαθητές. Φυσικά, στην πραγματική εργασία ήταν περισσότερο παθιασμένοι και ορμητικοί, σίγουρα, όμως, ούτε η Φόσσα, ούτε τα μέλη της ομάδας της δεν διδάσκουν σε καμία σχολή. Ουσιαστικά, είναι τόσο βαθιά απομονωμένοι, ότι οι πορείες τους δεν διασταυρώνονται ποτέ με τους συνηθισμένους δύτες, έτσι το τελευταίο «θηριοτροφείο» με τη δική της συμμετοχή ήταν η μοναδική εξαίρεση. Υπάρχει και κάτι ανησυχητικό, μυστηριώδες, ελκυστικό σε αυτό. Αύριο. Αύριο η Τόρα θα την σκουντήξει.

 Ο ήλιος ξύπνησε τη Τόρα ήδη στις οκτώ. Τη νύχτα ξυπνούσε αρκετές φορές – στην αρχή, όταν στο σπιτάκι της ήρθαν τα παιδιά. Κάποιος χάιδεψε τη γυμνή της πλατούλα, κάποιος άλλος άρχισε να φιλάει τον ποπό της, απ` ότι φαίνεται – κάποιο κορίτσι... Όταν ξύπνησε την επόμενη φορά, επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Σε απόσταση δυο μέτρων από το κρεβάτι της βογκούσε κάποιο κορίτσι, όλο και πιο δυνατά, και ξαφνικά πέρασε στις κραυγές. Νυσταγμένη, η Τόρα δεν κατάλαβε αμέσως, τι συμβαίνει, αλλά από τον χαρακτηριστικό ρυθμό φάνηκε, ότι το κορίτσι ουρλιάζει από απόλαυση – δυο η τρία αγόρια την έπαιρναν ταυτόχρονα, ακούγονταν ξεκάθαρα τα χτυπήματα των κορμιών. Πέρασε η σκέψη, ότι η ίδια θα ντρεπόταν να ουρλιάζει έτσι – σίγουρα, τόσο δυνατές κραυγές μέσα στην ησυχία της νύχτας θα ακούγονται μακριά και θα γίνουν αντιληπτές σε πολλά γειτονικά σπιτάκια. Το κορίτσι μια βογκούσε, μια ούρλιαζε. Η Τόρα ένοιωσε ένα ελαφρύ τσιμπηματάκι της ζήλιας: αν το κορίτσι θα έφτανε στον οργασμό, θα είχε πια ουρλιάξει και τελειώσει, αλλά εκείνη συνέχιζε τις φωνές, άρα, δεν τελειώνει, δηλαδή, έμαθε να πηδιέται με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε στο όριο του οργασμού βιώνει τόσο δυνατή και παρατεταμένη απόλαυση... Τέλεια... και εγώ θέλω έτσι! Ίσως, για αυτό είναι τόσο χαλαρή, επειδή ουρλιάζει με όλη τη ψυχή της, και αυτό της δίνει τέτοιες αισθήσεις; Η Τόρα είχε μια παρόμοια εμπειρία.

Στο σπίτι δεν βρισκόταν πια κανείς. Η Τόρα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε το τεράστιο, στο μισό του τοίχου, παράθυρο. Κάτι κόλλησε στην ξυπόλυτη πατούσα της – το προφυλακτικό! Τρία χρησιμοποιημένα προφυλακτικά ήταν στο πάτωμα – δηλαδή, όντως τη πήραν τρία αγόρια ταυτόχρονα... το μουνάκι της άρχισε να πάλλεται, θέλησε να το πιάσει, και τότε η Τόρα είδε, ότι ένα από τα προφυλακτικά είναι γεμάτο. Σπέρμα! Δεν πίστευε στα μάτια της! Την ερέθιζε η σεξουαλική φαντασία από μόνη της, και εδώ υπήρξε ακόμα το σπέρμα. Η Τόρα πίεσε με τα δάχτυλα το προφυλακτικό, και μέσα του το υγρό κύλησε μαλακά. Λύνοντας προσεκτικά το δέσιμο, η Τόρα κάθισε πάνω στο κρεβάτι, με τα ποδαράκια της ανοιχτά, και χαϊδεύοντας τα γεμάτα χειλάκια, έβαλε τη γλώσσα μέσα στο προφυλακτικό, έτσι ώστε η άκρη της γλώσσας της βυθίσθηκε μέσα στο σπέρμα. Γύρισε τη γλώσσα, και την έβγαλε σιγά-σιγά έξω – στην άκρη της έμεινε μια σταγόνα. Μόλις μια σταγόνα, και η γεύση απλώθηκε γρήγορα σε όλο το στόμα της – καταπληκτικά ερεθιστική, δεν έμοιαζε με τίποτε άλλο...

Η παράλια ήταν γεμάτη με κόσμο. Δεκάδες άνθρωποι – κάποιος βάζει τα βατραχοπέδιλα, πλατσουρίζοντας με τη φιάλη οξυγόνου στην ακτή, κάποιος μόλις δοκιμάζει BCD, ενώ  κάποιον άλλον μπορείς να καταλάβεις μόνο από τις φουσκάλες, που ανέβηκαν. Οι καταδύσεις είναι το πιο δημοφιλές χόμπι σε αυτά τα μέρη. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα και η Τόρα έπλεε πάνω από τον ύφαλο. Λίγα λεπτά ακόμα, και από κάτω της βρίσκεται το σκοτεινό χάσμα της υποβρύχιας χαράδρας, όπου ένα ζευγάρι μετά το άλλο φεύγουν οι σιλουέτες των δυτών. Χωρίς προσαρμογή η Τόρα δεν μπορεί να πάει χαμηλότερα από πενήντα μέτρα, καλύτερα να ερευνήσει τη σπηλιά. Πιάνοντας την φιάλη ασφαλείας και δένοντας τη στη ζώνη, η Τόρα άναψε τον φακό πάνω στο κεφάλι της και κολύμπησε μέσα στη σπηλιά. Η φαρδιά είσοδος συνεχιζόταν με στενά περάσματα προς τα μέσα, και μετά οι σήραγγες λύγιζαν, πολλαπλασίαζαν, έμπλεκαν μεταξύ τους. Η Τόρα έμπαινε σε πλαϊνά περάσματα, βουτούσε στο απλωμένο προς το βάθος σκοτάδι, όπου ούτε δυο δύτες δεν θα περνούσαν μαζί, και μέσα σε δέκα λεπτά είχε χαθεί εντελώς. Ακόμα δέκα λεπτά πέρασαν, όσο αυτή προσπαθούσε να βρει την έξοδο. Οι σκελετοί των τεράστιων χελωνών έκαναν το περιβάλλον κάπως εχθρικό; το φως του φακού τη μια στιγμή έβγαζε ένα κοπάδι ασυνήθιστων μικρών κόκκινων ψαριών, την άλλη - περίτεχνους σωρούς από πέτρες, και έπειτα – τις φούσκες με αέρα, κολλημένες στο ταβάνι, σαν μικρές λίμνες από υδράργυρο. Κάποια στιγμή η Τόρα πήρε μια αδέξια στροφή και χτύπησε το μέτωπο της σε μια πέτρινη μαρκίζα. Ο φακός έσβησε. Δύσκολο να φανταστείς, ότι κάποιο μέρος μπορεί να είναι ΤΟΣΟ σκοτεινό! Κολλημένη στο υγρό σκοτάδι της σπηλιάς, έχοντας χάσει τον κάθε προσανατολισμό, η Τόρα σημείωσε μια σκέψη : «κάποτε έτσι πέθαιναν». Η Τόρα για λίγη ώρα απολάμβανε τις ασυνήθιστες αισθήσεις, και μετά, αν και όχι χωρίς λύπηση, πάτησε το μπαλόνι ασφαλείας, στιγμιαία άναψαν τα φώτα σε όλη τη σπηλιά, και τα σημαδάκια, που τρεμόπαιζαν, της υπέδειξαν την έξοδο. Δίπλα στην είσοδο της σπηλιάς πάνω στην άμμο ξάπλωνε ένας τεράστιος καρχαρίας. Σηκώνοντας τη μύτη του ψηλά, ο καρχαρίας άφησε τη θέση του και έφυγε.

Έξω ακούστηκε, ότι ο Τραππ έφτασε ήδη στο νησί. Η Τόρα έβγαλε τη στολή, και έτρεξε να τον βρει, όμως, μετά από ένα λεπτό τον είδε πεσμένο στην άμμο, να συζητάει κάτι με... διάολε, αυτή είναι η Φόσσα! Και πάλι την έπιασε η ανησυχία.

Από κοντά η αριστερή πλευρά του Τραππ έκανε βαριά εντύπωση – το δέρμα ήταν μπλε-μαύρο-κίτρινο, η μελανιά φαινόταν ακόμα και με το μαύρισμα του. Καθίζοντας δίπλα, η Τόρα καρφώθηκε στο απευθείας βλέμμα της Φόσσας. Να πάρει, αυτή ήταν μια ιδιαίτερη ματιά. Με κάποιον τρόπο η Τόρα κατάλαβε αμέσως – τι σκέφτεται η Φόσσα: αν θα ήταν δεκτή η παρουσία της Τόρας στη συζήτηση τους. Και ήταν έτοιμη να ορκιστεί, ότι αν η Φόσσα θα ήθελε να την απομακρύνει, δεν θα είχε αρκετή δύναμη να της φέρει καμία αντίρρηση. Κάπως μυστήριο πράγμα. Από που ο άνθρωπος αυτός έχει τόση δύναμη; Και γενικώς, τι είναι – η «δύναμη»?

Η έκφραση στα μάτια της Φόσσας άλλαξε - από εκτίμηση (να την αποστείλει η να την αφήσει) πέρασε σε μελέτη. Φαινόταν – δεν άλλαξε τίποτα, η Φόσσα απλώς συνεχίζει να κοιτάζει κατάματα την Τόρα, και όμως, ήταν ολοφάνερο, ότι την μελετά. Άραγε – τι σκέφτεται για μένα;

- Ήθελες να μου μιλήσεις για κάτι, τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή, - ολοκληρώνοντας αυτή τη φράση, η Φόσσα απλώς έκλεισε το στόμα της και περίμενε.

- Ναι, ήθελα... θέλω. - η Τόρα επέλεγε τις λέξεις αργά, αλλά είχε την ασυγκράτητη παρόρμηση να κάνει τελείως διαφορετικές ερωτήσεις, από αυτές, για τις οποίες σκεφτόταν χτες. - Γιατί έχεις τέτοιο βλέμμα; Πώς το καταφέρνεις;

 - Ειλικρίνεια. Περιεκτική, ασυμβίβαστη, γνωστική. Και αυτά δεν είναι επίθετα.

- Όχι επίθετα; Με ποια έννοια;

- «Περιεκτική», δηλαδή, σημειώνει τα πάντα, ο, τι ξεχωρίζει η διακριτική συνείδηση. Χωρίς εξαιρέσεις. Εξαιρέσεις σχεδόν απόλυτα σημαίνουν, ότι υπάρχουν οι εκτοπισμοί, αυταπάτη. Οι εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο έπειτα από εκτέλεση των ειδικών δοκιμασιών αυτοελέγχου. «Ασυμβίβαστη» - σημαίνει, ότι βαθμολογεί τα γεγονότα με απρόσωπη απάθεια, σαν να εκτιμάς τις εκδηλώσεις κάποιου άλλου. «Γνωστική» - δηλαδή, αυτή, η οποία δεν ξεχνάει τον ενιαίο σκοπό, και αναμένει με χαρά τις ανακαλύψεις.

- Άρα – ο βαθμός της αδυναμίας της δικής μου ματιάς αντανακλά τον βαθμό της ανειλικρίνειας μου;

Η Φόσσα δεν απάντησε, και η Τόρα κατάλαβε σαφώς, ότι δεν θα πάρει απάντηση σε αυτή την ερώτηση.

- Είναι μάλλον χαζή απορία, και όμως, θέλω να σε ρωτήσω... - και τότε από το βλέμμα της Φόσσας κατάλαβε, πόσο ανούσιοι ακούγονται αυτοί οι πρόλογοι. - Ξέρω, ότι οι κομάντος κρατάνε αποστάσεις, και η δική σου ομάδα – ιδιαίτερα. Και όμως – υπάρχει κάποια πιθανότητα να μείνω με σας;

- Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα.

- Γενικώς?

- Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα για σένα, και όσο αφορά την «απομόνωση», αυτό είναι άλλο ζήτημα – ποιος κρατάει αποστάσεις από ποιον... Πώς το φαντάζεσαι - μια στρατιά από ειλικρινείς και δυναμικούς ανθρώπους θέλει να γίνει κομάντος, και δεν τους αφήνουν; Έτσι νομίζεις;

- Δεν ξέρω, δεν έχω φανταστεί ποτέ αυτό το πράγμα... Φόσσα, ανησυχώ για το πείραμα μας. Εσύ θα μας προστατεύεις, αλλά πώς θα μάθεις, ότι είναι αναγκαία η επέμβαση τους; Και πώς μπορούμε να ορίσουμε τον βαθμό αυτής της επέμβασης; Με τον χρόνο;

- Τα βουνά δεν νιώθουν φόβο, και δεν υπάρχουν διστακτικά ποτάμια.

- Αχα... - Τραππ, το καταλαβαίνεις?

- Νομίζω, πως ναι – ο Τραππ μιλούσε αργά, συχνά κάνοντας παύσεις λόγο του πόνου ακόμα και από τις μικρές απότομες κινήσεις. - Η κατάσταση, στην οποία θα βρίσκεται η Φόσσα με την ομάδα της, εξ αρχής δεν μπορεί να επηρεαστεί ούτε από τον φόβο, ούτε από τον δισταγμό. Έχουν ένα στόχο μπροστά τους – να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική κάλυψη από τους άγνωστους μέχρι στιγμής κινδύνους, και η λαμπερή διάκριση θα τους δώσει τα πάντα – και την εκτίμηση των καταστάσεων, και τους τρόπους αντίδρασης, και τα λοιπά. Αυτοί θα δράσουν χωρίς καθυστέρηση, χωρίς να προβληματιστούν με οτιδήποτε άλλο, εκτός από την αποτελεσματικότητα των πράξεων τους – ούτε και για την μετέπειτα εκτίμηση της δουλειάς τους, ενώ αναμφίβολα αυτό θα γίνει, και φυσικά, ο καθένας θα έχει τη δική του γνώμη, αλλά μέχρι τότε αυτοί θα ασχολούνται πλέον με την επόμενη εργασία τους, και το πιο πιθανό απ` όλα, δεν θα ενδιαφερθούν καν – πόσο χαμηλά η ψηλά είχαν βαθμολογηθεί. Όταν σκέφτομαι για όλα τα αυτά, μπορώ να φανταστώ το τάδε η το εκείνο, μπορώ να το εγκρίνω η όχι, να προτείνω διάφορα πράγματα, να συμφωνώ η να διαφωνώ, όμως, όταν θα είναι κρίσιμη η ερώτηση – ποιος θα προσέξει την πλάτη μου εν όψη του άγνωστου, τότε…

- Εσύ θα επιλέξεις τη Φόσσα.

- Ακριβώς.

- Φόσσα, εσένα γενικώς σε ενδιαφέρει το πείραμα μας?

- Με ενδιαφέρει οτιδήποτε πράγμα, με το οποίο εγώ ασχολούμαι. Όσον αφορά το πείραμα, αμφιβάλλω, ότι θα λάβουμε το αποτέλεσμα, που θα μας οδηγήσει στην ραγδαία πρόοδο.

- Γιατί?

- Όσο εμείς χειριζόμαστε τις τυπικές άξιες, δεν θα βγούμε από τον κύκλο των φαινομένων, περιορισμένων με την ίδια φύση αυτών των φαινομένων. Μιλώντας απλά, αν επιθετικός άνθρωπος εκτελεί κάποιο πείραμα, τελικά η επιθετικότητα του θα αλλάξει την κατεύθυνση η τον χαρακτήρα της εκδήλωσης, ωστόσο θα παραμείνει ίδια επιθετικότητα. Επιθετικός υπάλληλος μπορεί να μετατραπεί σε επιθετικό προϊστάμενο, θα δείχνει και θα φέρεται αλλιώς, αλλά θα είναι το ίδιο σαπισμένο πτώμα. Για να λάβουμε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα, πρέπει να αλλάξουμε οι ίδιοι – όχι η πρόσοψη, αλλά το σύνολο των αντιλήψεων – εκεί πρέπει να εμφανιστεί κάτι το εντελώς νέο, το οποίο δεν υπήρξε πριν. Ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να είναι άνθρωπος, για να γίνει πιο ολοκληρωμένο και βαθύ πλάσμα. Και πρέπει να εκδηλωθεί μέσα το όχι απλώς κάτι «νέο», αλλά αυτό, που εμφανίσθηκε σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης των δημιουργικών του δυνάμεων, των χαρούμενων προσδοκιών του. Δεν λέω, ότι είναι αδύνατον, πόσο μάλλον, αφού αυτό είχε συμβεί στην ιστορία τουλάχιστον δυο φορές, πολύ πιθανόν και πάρα πολλές φορές, αλλά αναρωτιέμαι, αν έχουμε τις αφορμές να υποθέσουμε, πως κάτι τέτοιο θα συμβεί ακριβώς τώρα;

- Μα εκτός από τις διασπάσεις…

- Ναι, εκτός από τις διασπάσεις υπάρχει και η συνηθισμένη προοδευτική ανάπτυξη, είναι πολύ καλό και ωραίο. Αλλά εμείς – η Φόσσα τόνισε τη λέξη «εμείς», για να φανεί, ότι μιλάει για την ομάδα της – θέτουμε ως στόχο μόνο τις διασπάσεις – αυτή είναι η ειδικότητα μας, τέτοιοι έχουμε μαζευτεί.

- Τι εννοείς, λέγοντας, ότι κάτι τέτοιο είχε ήδη συμβεί?

- Για παράδειγμα, - είπε ο Τραππ, - είναι εκείνη η αλλαγή της ανθρωπότητας, η οποία συνέβη στο τέλος της πρώτης χιλιετίας προ Χριστού. Αν αναλύσουμε προσεκτικά τα αρχεία, μπορούμε να δούμε εύκολα, πως κατά διάρκεια αυτής της χιλιετίας δημιουργήθηκε η έννοια της «αγάπης», η οποία, πιθανόν, ακολούθησε της πιο συχνές εκδηλώσεις εκείνων των αντιλήψεων, που ονομάστηκαν με αυτή τη λέξη. Και όσο περισσότερο πλησιάζουμε στην δική μας εποχή, τόσο πιο δυνατά το δόγμα για την ύψιστη σημασία της «αγάπης» διαπερνάει ολόκληρο τον πολιτισμό – για παράδειγμα, αυτό φαίνεται από το πόσο γρήγορα εξαπλώθηκε ο χριστιανισμός στη δύση, όπως το έκανε ο βουδισμός στην ανατολή. Και αν η λογοτεχνία του 19-20 αιώνα σχεδόν παντού εκμεταλλεύεται αυτό το θέμα, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό για τα βιβλία, γραμμένα ας πούμε, στον 17ο αιώνα, ενώ στα παλιότερα κείμενα δεν υπάρχει ούτε λέξη για τα τρυφερά αισθήματα, πιο πολύ αναφέρονται στα χρέη και τα κοινωνικά γεγονότα. Ξεφύλλισε την «Ιλιάδα», κοίταξε – για εκατοντάδες πράξεις της επιθετικότητας, απληστίας, εχθρικότητας – μια και μοναδική περιγραφή ούτε καν αγάπης, αλλά επιθυμίας της κτίσης για το αντικείμενο του πόθου. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά, ως εκ τούτου και η υπόθεση, ότι τέτοιες ΦΑ, όπως η συμπάθεια, τρυφερότητα, για κάποιο λόγο ήταν άγνωστες στους αρχαίους ανθρώπους, αλλά κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης τους, με την εξέλιξη αυτές οι αντιλήψεις εμφανίστηκαν.

- Και το άλλο παράδειγμα?

- Βασικά η εμφάνιση των ανθρώπων, απασχολημένων με την πρακτική του ευθύ δρόμου, και η εξάπλωση, αν και πάρα πολύ αργή, της σαφήνειας για την υπέρτατη άξια των ΦΑ. Ειλικρίνεια, αφοσίωση και άλλες πολλές ΦΑ μόνο τα τελευταία εκατό χρόνια μετατράπηκαν αν όχι σε κανόνα, όμως, τουλάχιστον, σε πρωτότυπο, σε στόχο.

- Και τι μπορεί να εμφανιστεί... ναι, δεν είχα καν σκεφτεί, ότι οι ΦΑ – δεν είναι το τέλος της εξέλιξης τους ανθρώπου! Παράξενη σκέψη... - η Τόρα γέλασε. - Τι μπορεί να είναι ...

- Δεν ξέρουμε, - η Φόσσα ξάπλωσε ανάσκελα και άνοιξε τα ποδαράκια της. Η Τόρα εξέτασε με περιέργεια το σώμα της – πριν δεν την έβλεπε ακριβώς σαν ένα κοριτσάκι. - Όμως, ακόμα και αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο δρόμος περνάει από τα εκστατικά ΦΑ – δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό.

- Τυχαίνει κατά καιρούς να τις βιώνω - η Τόρα θυμήθηκε μερικά πρόσφατα περιστατικά. - Αλλά μου φαινόταν σαν κάτι... ακραίο να το πω, ακόμα και να ονειρευτώ να επιδιώξω την εμφάνιση τους σκόπιμα.

- Εμείς δεν το θεωρούμε ακραίο, - είπε η Φόσσα σκληρά. - Εμείς δουλεύουμε πάνω σε αυτό.

- Μπορεί η ενσωμάτωση των αντιλήψεων των μουσούδων της Γης, η του ίδιου πλανήτη...

- Δεν ξέρω, - διέκοψε η Φόσσα. – Αλλά αν υπάρχει έστω πια επιπλέον πιθανότητα εδώ, δεν θα την χάσουμε.

 Στο δρόμο για το κέντρο η Τόρα συνάντησε μια παρείτσα από παιδιά – εκείνα έπιασαν μια μεγάλη σαύρα, χάιδευαν τη κοιλιά της, άγγιζαν τα δυνατά ποδαράκια, την κοίταζαν προσεκτικά, μόνο που δεν τη φιλούσαν.

- Θέλετε να αγγίξετε έναν βαράνο?

- Ναι, καλά, να τον αγγίξουμε - απάντησε ένα από τα πιτσιρίκια, απλώνοντας και δείχνοντας τη παλάμη του – σε όλο το μήκος της περνούσε μια ούλη, από άκρη σε άκρη, - Να, τον άγγιξα

- Σου επιτέθηκε?, - παραξενεύτηκε η Τόρα.

- Όχι βέβαια, δεν επιτίθενται αυτά. Απλώς αποφάσισα να το ταΐσω με τα χέρια μου. Το αίμα έτρεξε ποτάμι!

- Και στριγκλιές… - χαχάνισε το κοριτσάκι με αστεία πεταχτά κοτσιδάκια

- Εντάξει, και εγώ δεν θα έδειχνα και πολύ ηρωικά, αν θα με είχαν δαγκώσει έτσι – υποστήριξε η Τόρα το αγόρι. - Είστε πολύ καιρό εδώ?

- Σε λίγο θα κλείσουμε χρόνο.

- Τι κάνετε?

- Σπουδάζουμε, - ο πιτσιρικάς με μεγάλα μάτια και γυμνασμένα ποδαράκια κοίταξε προσεκτικά την Τόρα. - Εσύ ποια είσαι?

- Τι μάθατε σήμερα? – η Τόρα έκανε, ότι δεν άκουσε την ερώτηση.

- Να, - το ίδιο κοριτσάκι έδειξε το τσιρότο στο δεξί της μπουτάκι, και τότε η Τόρα παρατήρησε, ότι σε όλη την πεντάδα και στα δυο μπούτια υπάρχουν συμμετρικά κολλημένα τσιρότα.

- Και εσάς δάγκωσαν οι βαράνοι? – γέλασε η Τόρα.

- Πρώτες ιατρικές βοήθειες, - εξήγησε το παλικαράκι με την ούλη. - Και στα δυο πόδια γίνονται μικρές τομές, μετά ξεπλένουμε δυνατά με την απόλαυση το αριστερό πόδι, και το δεξί - όχι, και παρατηρούμε τη διαφορά. Το αριστερό πόδι γιάνει σε τρεις μέρες – αυτός είναι ο κανόνας, ενώ το δεξί θα πονάει τουλάχιστον για δέκα μέρες, κοίτα – το αγόρι ξεκόλλησε το μισό του τσιρότου από το μπούτι του.

Η πληγή έδειχνε σημάδια ανάρρωσης.

– Και στο δεξί.

Η δεξιά τομή ήταν ακόμα υγρή, ερεθισμένη στις άκρες, έσταζε με λυμφατικό υγρό. Προς έκπληξη της Τόρας, ήταν πραγματική «πληγή», και όχι μια γρατσουνιά, ούτε καν κόψιμο. Βαθιά – μάλλον, με βάθος ένα εκατοστό.

- Σήμερα τελειώνει η τρίτη μέρα, και ως το βράδυ θα βγάλουμε τα αυτοκόλλητα από το αριστερό πόδι... μάλλον, και τώρα δεν χρειάζεται πια – με μια απότομη κίνηση εκείνος έβγαλε το τσιρότο και το πέταξε στους θάμνους.

- Και πώς κάνατε τις τομές?

- Με το μαχαίρι, φυσικά.

- Μόνοι σας??

- Βέβαια, μα ποιος άλλος?

- Δεν φοβόσασταν?

- Φοβόμασταν:) Ακόμα μαθαίναμε σήμερα για τη θεωρία της σχετικότητας – το κοριτσάκι με σχιστά ματάκια έκανε έναν ζουμερό ήχο με τα χειλάκια της, - και εγώ ήδη ξέρω τα πάντα, για ο, τι μας έλεγαν σήμερα, μου αρέσει η φυσική... εσύ ξέρεις για το νοητικό πείραμα με τα φωτορολόγια στο κινούμενο τρένο, από το οποίο βγαίνει, ότι υπό τον όρο της αναλλοίωσης ταχύτητας του φωτός, ο χρόνος στο κινούμενο τρένο θα επιβραδύνει?

- Κάτι παρόμοιο θυμάμαι... αν και δεν είμαι σίγουρη, ότι είναι ακριβώς αυτό, για το οποίο μου λες, αλλά βασικά καταλαβαίνω, ότι η μόνιμη ταχύτητα του φωτός... το τρένο εν κινήσει... άρα, η απόσταση, την οποία περνάει το φως, είναι μεγαλύτερη... και πρέπει να υπολογίσεις, ότι στο σύστημα της μέτρησης, το οποίο κινείται χωρίς επιτάχυνση, εμείς δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι κινούμαστε, δηλαδή, ο μοναδικός τρόπος να λύσεις το παράδοξο – είναι να υποθέσεις, ότι ο χρόνος επιβραδύνει με αποτέλεσμα το φως να περνάει μεγαλύτερη απόσταση σε ίδιο χρονικό διάστημα... και από εδώ είναι εύκολο να φανταστείς και το ίδιο πείραμα, σωστά?:)

- Θέλεις, να σου εξηγήσω, πως το καταλαβαίνω εγώ? – το κοριτσάκι έκατσε στα πόδια της, πήρε στο χέρι ένα κλαδάκι και άρχισε να ζωγραφίζει στο χώμα. Στρογγυλό γυμνό ποπουδάκι, λαμπερά ματάκια, αναμμένα με την ανυπομονησία να πει τα πάντα, να μοιραστεί γρηγορότερα – ένα συνεπαρμένο κοριτσάκι. Ενθουσιασμένο. Κάποια σαν και αυτή μπορεί να σηκωθεί μες τη νύχτα για να διαβάσει ένα ενδιαφέρον βιβλίο η να βγει ραντεβού.

- Έλα. – κοιτάζοντας σε αυτό το κουκλί, η Τόρα ξαφνικά ένοιωσε το κάλεσμα, την αφοσίωση. Ήθελε απλώς να καθίσει εδώ, να απορροφήσει τη φωνή της, να χαϊδέψει με το βλέμμα το κορμάκι της.

- Κοίτα, - το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει γρήγορα με το κλαδάκι της. Τα υπόλοιπα πιτσιρίκια ξάπλωσαν η κάθισαν γύρω-γύρω. - Ας φανταστούμε ένα οθονοπλάνο, που πετάει με μια μόνιμη ταχύτητα. Μέσα του είναι ένα ενυδρείο, γεμάτο με κολλώδη υγρό. Στο κέντρο του πυθμένα και του ταβανιού στο ενυδρείο τοποθετήθηκαν ελατήρια, που σπρώχνουν ένα μπαλάκι. Έτσι, αυτό το μπαλάκι αναπηδάει πάνω-κάτω. Για πέντε δευτερόλεπτα περίπου το μπαλάκι ανεβαίνει αργά προς τα πάνω, και το ίδιο χρόνο κάνει, για να κατεβεί κάτω. Τώρα θα δούμε, πως αυτό φαίνεται για έναν παρατηρητή, που βρίσκεται στη Γη, - αυτή μεταφέρθηκε πιο κοντά στην Τόρα και άρχισε να φτιάχνει νέο σχέδιο. - Για παρατηρητή στη Γη το μπαλάκι όχι μόνο κινείται πάνω-κάτω, αλλά και πετάει οριζόντια μαζί με το οθονοπλάνο, και σε αυτά τα πέντε δευτερόλεπτα περνάει, ας πούμε, ένα χιλιόμετρο.

- Πολύ παλιό το οθονοπλάνο…, - μουρμούρισε η Τόρα, - λίγο θέλει να διαλυθεί.

Κάποιος δεν συγκράτησε το γέλιο. Το κοριτσάκι σήκωσε το πρόσωπο στον ουρανό.

- Ένα λεπτό – δώδεκα... μια ώρα – εφτακόσια είκοσι... ναι, τρία χιλιόμετρα θα πετάξει, και όχι ένα. Αλλά εδώ είναι ξεκάθαρα όλα, αφού η κάθετη ταχύτητα της μπάλας προστίθεται στην οριζόντια, έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο, ότι περνάει με αυτή την ταχύτητα την απόσταση των τριών χιλιομέτρων. Και τώρα – εκείνη έριξε στην Τόρα μια μάτια – αντί της μπάλας ας τρέξει εδώ ένα φωτόνιο, κβάντα του φωτός. – Η φωνή της ανέβηκε δραματικά – Η ταχύτητα του φωτονίου – μόνιμη άξια,  είναι περίπου 299792,458 μέτρα το δευτερόλεπτο. Το γεγονός, ότι είναι μόνιμη, αποδεικνύεται εύκολα πειραματικά – το πείραμα του Μάικελσον-Μόρλεϋ, για παράδειγμα, και με πάρα πολλά άλλα πειράματα. Από εδώ βγαίνει – η ομιλία της επιβράδυνε συνωμοτικά – ότι στο οθονοπλάνο εν πτήση η ταχύτητα του φωτονίου ΔΕΝ προστίθεται στην ταχύτητα της πτήσης του οχήματος – στη φωνή του κοριτσιού ακούσθηκαν θριαμβευτικές νότες. Δεν μπορεί η ταχύτητα του φωτονίου να συναθροιστεί με τίποτα – είναι όπως είναι – πάντοτε ίδια. Άρα, το φωτόνιο θα χρειαστεί καμπόσο καιρό, ώστε από την οπτική γωνία του παρατηρητή από τη Γη, μέσω μιας μακρότατης διαγώνιας πορείας (αφού το όχημα πετάει) να φτάσει από το κάτω στο πάνω μέρος του ενυδρείου. Ταυτόχρονα με όλα τα αυτά μέσα στο οθονοπλάνο είναι όλα όπως συνήθως – όπως και την ώρα της αδράνειας του, στο αεροδρόμιο, διότι σύμφωνα με τη φυσική, ομοιόμορφη κίνηση είναι ισοδύναμη με ανάπαυση. Ως προς τη Γη το όχημα πετάει, ενώ ως προς το κινούμενα δίπλα άλλο όχημα – είναι ακίνητο. Εδώ και εμφανίζεται η ουσία του παράδοξου. Από την άποψη του ανθρώπου μέσα στο ιπτάμενο οθονοπλάνο το φωτόνιο περνάει μόλις τριάντα εκατοστά – απόσταση από κάτω ως πάνω στο ενυδρείο. Ενώ για τον άνθρωπο στη Γη το ίδιο φωτόνιο καλύπτει πολύ μεγαλύτερη απόσταση λόγο του ότι το οθονοπλάνο πετάει. Και η ταχύτητα του φωτονίου – ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΑ! - το κλαδάκι πετάχτηκε στη γη. Άρα, ο μοναδικός τρόπος να λύσεις αυτό το παράδοξο – να κάνεις κάτι με τον χρόνο, διότι στη φόρμουλα «απόσταση ίσον ταχύτητα επί τον χρόνο», μόνο ο χρόνος μπορεί να αλλαχθεί, εφόσον η ταχύτητα και απόσταση παραμείνουν αυστηρά ορισμένα. Από εδώ και βγήκε η υπόθεση για το ότι στο κινούμενο σύστημα μέτρησης ο χρόνος επιβραδύνει συγκριτικά με το σύστημα, με το οποίο το πρώτο κινείται σχετικά. Τότε μέχρι τη στιγμή, όταν το οθονοπλάνο θα πετάξει κάπα απόσταση, στη Γη θα περάσει λίγο περισσότερος χρόνος, απ` ότι στο ίδιο οθονοπλάνο – ακριβώς τόσο, όσο θα χρειαστεί στο φωτόνιο να καλύψει τη διαγώνια πορεία του. Εγώ τα κατάλαβα όλα, εσύ?

- Ναι, όλα σωστά, - έγνεψε το δεύτερο κοριτσάκι με κύρος.

- Τα κατάλαβες ΑΠΟΛΥΤΩΣ καλά? – επέμενε το κορίτσι, κοιτάζοντας τη Τόρα.

- Ναι, εντελώς. Αν και ...

Το κοριτσάκι κάρφωσε το βλέμμα της με απορία στην Τόρα

- Πώς δεν το καταλαβαίνεις? Πού? – το κλαδάκι ήδη ήταν σφιγμένο μέσα στο χέρι της.

- Εσύ είπες : «ο μοναδικός τρόπος να λυθεί το παράδοξο». Θεωρώ, ότι δεν είναι έτσι. Το να υποθέσουμε την επιβράδυνση του χρόνου είναι μόνο μια από τις πιθανές εξηγήσεις. Με την ίδια επιτυχία μπορούμε να υποθέσουμε, ότι στο κινούμενο σύστημα της μέτρησης με κάποιο ασυνήθιστο τρόπο ο χώρος αλλοιώνεται, και εμείς, παρεμπιπτόντως, γνωρίζουμε, ότι αυτός όντως αλλάζει – τουλάχιστον, συστέλλεται προς την κατεύθυνση της κίνησης, ίσως και όχι μόνο. Και για την ίδια έννοια της «ταχύτητας»…

- Περίμενε, - διέκοψε το κορίτσι, - αφού το ξέρουμε με ακρίβεια, ότι ο χρόνος επιβραδύνεται στα κινούμενα συστήματα. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα με τα πειράματα, χρησιμοποιώντας τα στοιχειώδη σωματίδια σε επιταχυντές.

- Αυτό είναι άλλο, εγώ σου λέω για τις πιθανές εξηγήσεις. Εκτός από αυτό – η Τόρα έβαλε το χέρι της στο γόνατο του κοριτσιού – το σωματίδιο μέσα στον επιταχυντή ΕΚΔΗΛΩΝΕΙ τον εαυτό του έτσι, σαν να είναι μικρότερο σε ηλικία από εκείνο, που δεν έτρεχε γύρω-γύρω. Αλλά τι συμβαίνει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ εκεί – δεν το γνωρίζουμε. Δεν κάνει να ανακατεύουμε την έννοια «εκδηλώνεται έτσι, ότι είναι εύκολο να το περιγράψεις με τις λέξεις «ο χρόνος επιβράδυνε»» με την έννοια «ο χρόνος επιβράδυνε». Η διαφορά μπορεί να είναι οποιαδήποτε μεγάλη. Ποιος ξέρει, ίσως η θεωρία των χορδών αργά η γρήγορα θα μας οδηγήσει στην πλήρη επανεξέταση των εννοιών του χώρου και του χρόνο, όπως συνέβη στην αρχή του εικοστού αιώνα, όταν ο Αϊνστάιν έγραψε τη θεωρία του, και έπειτα στο τέλος του ίδιου αιώνα, όταν ουσιαστικά είχαν σχηματιστεί οι βάσεις της θεωρίας των χορδών, και όπως στα μισά του περασμένου, εικοστού πέμπτου αιώνα, όταν οι άνθρωποι κατάφεραν τη θεμελιώδη διάσπαση, βασισμένη στα αποτελέσματα των πειραμάτων με τον επιταχυντή δύνης.

- Θεωρία χορδών..., -αναστέναξε το αγόρι με ούλη, - αυτό δεν θα το δούμε σύντομα, πρέπει ακόμα να μάθουμε τη τοπολογία, σαν προπαίδεια, απ` έξω. Ο Κρέμερ είπε, ότι για τρία χρόνια ακόμα σίγουρα δεν θα φτάσουμε σε αυτήν.

- Μα και εγώ δεν ξέρω και τόσο πολλά ακόμα, θα το μελετήσω.

- Σου αρέσει η φυσική? – το κοριτσάκι κοίταξε την Τόρα με κάποιο σεβασμό. - Ακόμα μου αρέσει να παίζω με τα χταπόδια, το ήξερες, ότι αυτά μπορούν και μιλάνε?

- ?

- Κάνουν διάφορα μοτίβα στο δέρμα τους, φτιάχνουν ολόκληρους πίνακες. Είναι έξυπνα. Και λατρεύουν το παιχνίδι. Τι λες, θα μπορέσουμε να μάθουμε να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας; Αγαπώ και τα δελφίνια!

- Εμένα με πήδηξε ένα δελφίνι! – είπε με γέλια ένα άλλο κοριτσάκι.

- Έλα τώρα, δεν σε πήρε, απλώς σηκώθηκε το πουλί του, και τρίφτηκε πάνω σου.

- Τον μαλάκιζα…

- Όλοι το κάνουν! - τα παιδιά άρχισαν να ρίχνουν κλοτσιές και να παίζουν.

- Και τα καλαμάρια αλλάζουν χρώματα – συνέχιζε το ίδιο κοριτσάκι – αλλά δεν παίζουν και τα μάτια τους είναι ξένα, βαρετά. Ενώ οι σουπιές – σε κοιτάνε με τις ματάρες τους, κυλάνε με όλο το κορμί τους, και φεύγουν. Μόνο τα χταπόδια και δελφίνια λατρεύουν το παιχνίδι!

- Πώς σε λένε? – η Τόρα τράβηξε το κοριτσάκι κοντά της.

- Όμελα. Γεννήθηκα στην Λάσα, αλλά μετακομίσαμε στο Κο-Ταο, και ένα χρόνο πριν ήρθαμε εδώ.

- Δηλαδή είσαι θιβετιανούλα?

- Η μάνα μου είναι θιβετιανή, και από ποιον με έκανε, δεν ξέρει, μα και δεν ενδιαφέρει κανέναν, τι διαφορά έχει; Μάλλον από κάποιο νεπαλέζικο αγόρι. Αυτό είναι το ωραίο – μπορεί να είναι οποιοδήποτε παλικάρι στο χωριό – είναι το ίδιο αισθησιακή με μένα!

- Σαν και εσένα, ε? – η Τόρα χαμογέλασε. – Ξέρεις τίποτα στα θιβετιανά? Εγώ έζησα αρκετό καιρό στα Ιμαλάια, διάβαζα τα βιβλία, άκουγα τη γλώσσα τους – είναι πολύ ωραία, και τραγουδάνε πάρα πολύ ωραία στις προσευχές.

- Φυσικά, μπορώ να μιλάω στα θιβετιανά και να διαβάζω λιγάκι. Θέλεις να διαβάσουμε μαζί?

- Θέλω! Και με τα χταπόδια θέλω να παίξω, και με τα δελφίνια, θα μου τα γνωρίσετε?

- Θα σου τους δείξουμε. Τα χταπόδια πάντα είναι στο ίδιο μέρος, το καθένα έχει δική του φωλιά στα υποβρύχια βράχια.

- Εικοστή τρίτη δεκάδα! – ξαφνικά φώναξε ο πιτσιρικάς με γυμνασμένα πόδια.

Τα παιδιά για ένα-δυο δευτερόλεπτα σκέφτηκαν κάτι έντονα, και ύστερα ένα μετά το άλλο, διακόπτοντας και προσπαθώντας να το προφέρουν πρώτοι, φώναξαν : 2847564823.

- Αρχή της τέταρτης εκατοντάδας! – και πάλι φώναξε το ίδιο παλικαράκι.

Απρόσμενα για τα παιδιά η Τόρα πρόλαβε τους πάντες:

- 72458700660631558817. Σας αρέσει να προπονείτε τη μνήμη σας? – χαμογέλασε εκείνη. - Και εμένα. Ξέρω τον αριθμό «Π» έως ογδοηκοστό ψηφίο... περίπου.

- Εγώ μαθαίνω την «Θεϊκή Κωμωδία», ξέρω τα πρώτα έξι τραγούδια.

- Και εγώ την «Ιλιάδα»!

- Και εγώ ξέρω την έκταση των πενήντα μεγαλύτερων νησιών της Γης!

Όλοι μιλούσαν ταυτόχρονα και σχεδόν αναπηδούσαν, τόσο ζωηρά, τέλεια κουκλιά. Το παιδί με την ούλη όντως άρχισε να πηδάει, και η Τόρα παρατήρησε, ότι το πουλί του είναι αρκετά μεγάλο για την ηλικία του. Η Όμελα επίσης χάζεψε με το πουλί και μπαλάκια του, που κουνιόνταν παιχνιδιάρικα.

Η Τόρα θυμήθηκε, πως ξύπνησε τη νύχτα από τους παθιασμένους αναστεναγμούς, και ξαφνικά θέλησε πάρα πολύ να τη πηδήξει ένα τέτοιο παλικαράκι.

- Εσύ πηδιέσαι ήδη? – η Τόρα τον έπιασε από τον ποπό και τράβηξε κοντά της. - Θέλεις να το κάνεις μαζί μου; Να με πάρεις?

- Θέλω, θέλω! – το παλικάρι και πάλι άρχισε να αναπηδάει ανυπόμονα.

- Και εγώ, και εγώ! – δυο αγόρια ακόμα έπιασαν τη Τόρα.

- Θέλω να σας γλείψω και να σας χαϊδέψω όλους, και μετά θα με πηδήξετε, σαν κουνέλια. Θα είστε κουνέλια?

- Ναι, ναι! – τα αγοράκια, σπρώχνοντας για πλάκα ο ένας τον άλλο, άρχισαν να πολεμάνε μεταξύ τους.

- Είμαι στο σπιτάκι δεκαεφτά, θα κοιμάμαι στην αιώρα. Θέλω να με πιάσετε κοιμισμένη, να με βγάλετε στο πάτωμα και να με βιάσετε. Εντάξει?

- Θα έρθουμε!

- Να φέρετε και τους φίλους σας:) Θα έχει αρκετό για όλους.

Πίσω ακούστηκαν βήματα. Η Τόρα βγήκε από το μονοπάτι, και ο ερχόμενος σταμάτησε. Γυρνώντας, η Τόρα είδε έναν αρκετά μεγάλο άντρα. Από τότε, που οι φωτισμένες αντιλήψεις έγιναν πια ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας, και η διάρκεια ζωής τριπλασιάστηκε, ήταν αρκετά δύσκολο να ορίζεις την ηλικία των ανθρώπων από την εμφάνιση τους, συνήθως και τελείως αδύνατον, ειδικά όταν αυτό αφορούσε εκείνους, οι οποίοι ασχολούνταν με τα ταξίδια στις ΦΑ και στα σύμπαντα των συνειδητοποιήσεων επαγγελματικά. Η Τόρα υπέθεσε, ότι ο άντρας είναι περίπου εκατό πενήντα χρονών.

- Σήμερα θα ξεπεράσουμε τα εξήντα, έτσι το βράδυ κάποιοι θα έχουν το τρέξιμο στην παραλία :), - είπε εκείνος με χαμόγελο, απευθυνόμενος στα παιδιά.

- Εγώ έχω μια ερώτηση – το κοριτσάκι με κοτσίδες τράβηξε τον άντρα από τα σορτς,- Δεν μπορώ να προσδιορίσω μια φωτισμένη αντίληψη. Έχω συνοψίσει σε ένα αρχείο όλες τις ΦΑ μου, αλλά από τη βασική λίστα των ΦΑ δεν ταιριάζει καμία.

- Αδύνατον να γίνει κάτι τέτοιο. Έλα, - ο άνδρας έβγαλε από τη τσέπη τζόιστικ ασυνήθιστης μορφής, η Τόρα δεν έχει ξαναδεί κάτι σαν και αυτό. Πιέζοντας το κουπί, εκείνος το έδωσε στο κορίτσι, αυτή, βρίσκοντας γρήγορα το αρχείο της, άνοιξε την ολογραφική προβολή. Διαβάζοντας γρήγορα το κείμενο, ο άντρας άρχισε να το κοιτάζει ξανά, ανοίγοντας ταυτόχρονα το κανάλι της επικοινωνίας.

- Παιδιά, οποίος θέλει να συζητήσει μια ΦΑ – να συνδεθείτε.

Μιάμιση δεκάδα ημιδιαφανών παιδικών μορφών εμφανίστηκε και ετοιμάσθηκε να ακούσει.

- Δεν γίνεται να μην υπάρχει η ΦΑ σου στην βασική λίστα. Ας το δούμε – ο άντρας απευθυνόταν πλέον σε όλους. – Θέλω να διαβάσω την περιγραφή δυνατά:

«Είμαι ένα μικρό κοριτσάκι τριών χρονών. Ηλιόλουστη φθινοπωρινή μέρα, μεγάλα κίτρινα φύλλα. Είμαι γεμάτη με προσμονή. Κοιτάζω στα φύλλα, στα δρομάκια. Ξέρω σίγουρα, πως κάτι θα συμβεί. Και κάθε λεπτό παγώνω. Αυτό με τραβάει πάρα πολύ. Και νομίζω, ότι είναι αδύνατον πια να το βιώνω, να το αντέχω. Η κοντινότητα του μυστηρίου, κάτι θριαμβευτικό και κάτι, το οποίο δεν μπορεί να αποφευχθεί. Μια τεράστια δύναμη ξαφνικά έγινε φανερή, αισθητή. Τη νιώθω να με πλησιάζει. Άγνωστο, από που – απ` έξω, η από μέσα, η και από τα δυο. Αυτή είναι η αίσθηση της έλξης, όταν σε τραβάει κάτι δυνατά, σε ελκύει, δεν ξέρω, που. Εμφανίζεται σύγχυση, μια επώδυνη αίσθηση, πως πρέπει να πάω κάπου, το θέλω τόσο πολύ. Θέλω να κάνω κάτι, να πάω κάπου, να μιλήσω για κάτι σημαντικό. Δεν ξέρω – πώς και τι να κάνω, αλλά πρέπει να είμαι εκεί. Μοιάζει με το λιοντάρι, μεγαλωμένο στο ζωολογικό κήπο. Ξαφνικά αυτό αρχίζει να πιάνει τις νυχτερινές μυρωδιές, να περπατάει στο κλουβί του. Δεν ξέρει – τι είναι η «ελευθερία» και δεν καταλαβαίνει – τι του συμβαίνει, τι το τραβάει τόσο αυταρχικά και τον καλεί. Μια άγνωστη, κατανόηση επιθυμία το κυριεύει. Εδώ υπάρχει και αίσθηση του μυστηρίου, και ανακατεύεται η απόσπαση.»

- Είναι το «κάλεσμα», - είπε ένα από τα αγόρια και αποσυνδέθηκε αμέσως.

- Όχι, διάβασα τις περιγραφές για το «κάλεσμα», δεν είναι το ίδιο. Την ονόμασα πρόχειρα αυτήν τη ΦΑ με τη λέξη «έλξη», - επέμενε το κοριτσάκι στα δικά της.

- Ωραία, - ύψωσε το χέρι του ο άντρας, - τότε ας κάνουμε απλώς αυτό, που μπορούμε να κάνουμε, και να δούμε τι θα μας βγει. Θα χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο της εξαίρεσης, προσέχοντας ιδιαίτερα τον χαρακτήρα εκείνων των λέξεων, για τις οποίες διέκρινες αντίκτυπο με την «έλξη», και τις έβαλες στην περιγραφή σου. Κοίταξε – υπάρχουν πολλές λέξεις εκεί, οι οποίες σημαίνουν κίνηση: «πρέπει να είμαι εκεί», «να πάω κάπου» και τα λοιπά. Είναι προφανές, ότι αυτές είναι η σημασιολογικές μορφές, βασικές. Και ως εκ τούτου καταλαβαίνουμε αμέσως, ότι μπορούμε σίγουρα να εξαιρέσουμε τους τομείς της Ευδαιμονίας, Διαύγειας, Ύπαρξης και της Ομόνοιας.

- Ναι, - συμφώνησε το κοριτσάκι. - Φαίνεται, ότι είναι ο τομέας της Επιδίωξης.

- Κοίταξε για άλλη μια φορά στις περιγραφές του «καλέσματος», - ο άντρας την κοίταξε με προσδοκία.

Το κορίτσι τράβηξε κοντά της το ολόγραμμα, ανέπτυξε τις περιγραφές. Δυο λεπτά περίπου πέρασαν μέσα στη σιωπή.

- Όχι, τελικά το «κάλεσμα» - είναι κάτι πιο διαπεραστικό, βαθύ, απ` ότι η δική μου «έλξη».

- Είναι οι ιδιότητες, - επενέβησαν μερικές φωνές ταυτόχρονα. - η ΦΑ μπορεί να είναι λιγότερα η περισσότερα διαπεραστική, βαθιά, καθολική, και όμως, παραμένει η ίδια ΦΑ, και όχι κάποια άλλη.

- Τώρα, - άλλο ένα λεπτό της σιωπής πέρασε, και ακόμα μερικά παιδιά αποσυνδέθηκαν.

- Δεν τους ενδιαφέρει? – ρώτησε η Τόρα ψιθυριστά τον άντρα?

- Το πιο πιθανόν απ` όλα, τα κατάλαβαν όλα, και νομίζουν, ότι και η ίδια θα ξεμπερδέψει τώρα, έτσι αυτοί...

- Ναι! – Το κορίτσι αυτή τη φορά έδειχνε σίγουρη και χαρούμενα-ικανοποιημένη. - Είναι το «κάλεσμα». Με μπέρδεψε το γεγονός, ότι ανακατεύτηκαν και άλλες ΦΑ, αν και θα έπρεπε να καταλάβω να τις διαχωρίσω πρώτα.

- Ελεύθεροι όλοι. – Ο άντρας έκλεισε το ολόγραμμα, διαλύοντας την ακρόαση.

Τσιρίζοντας και χοροπηδώντας, ολόκληρη η πεντάδα έτρεξε  μακριά στο δρομάκι, και η Τόρα ένιωθε τον εαυτό της υπερβολικά αργοκίνητο σε σύγκριση με αυτούς. Ωστόσο, ο άντρας της κίνησε την περιέργεια

- Εξήντα – προφανώς, είναι το βάθος, και το τρέξιμο θα περιμένει αυτούς, που θα παρουσιάσουν σημάδια της νόσου αποσυμπίεσης; - υπέθεσε η Τόρα, επιστρέφοντας στη φράση του.

- Ναι, για να φύγει το περίσσιο άζωτο από τους ιστούς, είναι ωφέλιμη η έντονη άσκηση. Ήδη ξεκινήσαμε τα μαθήματα της μετρημένης αναπνοής με κλασματική εκπνοή, αλλά και πάλι καμιά φορά τα παιδιά αναδύονται με ζαλάδα και τάση για εμετό. Δεν πειράζει, θα μάθουν να εκπνέουν με δεκαέξι-είκοσι μερίδες του αέρα, θα νιώθουν τους εαυτούς τους πολύ πιο σίγουρα. Το πιο σημαντικό σε αυτό είναι να βρίσκεις την χρυσή τομή: λίγο οξυγόνο – κακή ροή του οξυγόνου προς τον εγκέφαλο – θα αρχίσει να χάνει την συνείδηση του. Υπερβολική ποσότητα του οξυγόνου - πάει μαζί με το άζωτο, αυτά είναι τα στοιχειώδη πράγματα, πολλά εξαρτώνται από τον εγκλιματισμό και από τις ΦΑ – μόλις φτάσουμε στα εξήντα μέτρα, θα ξεκινήσουμε την άσκηση των αδιάκοπων ΦΑ στο βάθος, - κατά τις δυνατές ΦΑ αν και δημιουργούνται οι φουσκάλες του αζώτου, είναι μικροσκοπικές, τα αιμοφόρα αγγεία δεν φράζονται... μάλλον, παρασύρθηκα, - ο άντρας γέλασε. - Με λίγα λόγια, κάποιος από αυτούς θα χρειαστεί να κινηθεί πολύ σήμερα.

- Το εγγυούμαι, ότι απόψε καμιά δεκαριά από αυτά τα πιτσιρίκια θα ασκηθεί για τα καλά, - γέλασε η Τόρα. - Με ερεθίζει να φαντάζομαι, πως αυτά τα ζιζάνια με πηδάνε, σαν κουνέλια. Τους μαθαίνεις να γίνουν δύτες?

- Όχι μόνο. Λίγα απ` όλα. Ειδικεύομαι στην φυσική, μαθηματικά, ιστορία, ιατρική. Ωστόσο, όταν κάποιος έρχεται με μια ερώτηση από την οργανική χημεία, η για τις τυπικές πρακτικές, φυσικά, δεν θα μείνει χωρίς εξηγήσεις.

- Την περασμένη εβδομάδα ... παρεμπιπτόντως, με λένε Τόρα, είμαι μια από τους Ειδικούς Ιστορικούς, έφτασα εδώ για να λάβω μέρος στο πείραμα. Έχεις ακούσει κάτι γι αυτό;

- Κρέμερ. Ράινχαρτ Κρέμερ – χαμογέλασε ο άντρας, - εδώ γίνονται πολλά πειράματα. Μπορείς να συναντήσεις οποιονδήποτε. Λοιπόν, τι έγινε τη περασμένη εβδομάδα?

- Κοίταξα, πως λειτουργούσαν τα σχολεία πεντακόσια χρόνια πριν. Δύσκολο να πιστέψεις, ότι κάποτε υπήρξε κάτι τέτοιο!

- Εμ... έτσι ήταν η ζωή τότε, σε πάρα πολλά είναι δύσκολο να πιστέψεις, - συμφώνησε ο Κρέμερ. - Και όχι μόνο πεντακόσια χρόνια πριν, αρκεί να πας πίσω εκατό πενήντα, για να βρεις υπεραρκετούς λόγους να εκπλαγείς.

- Στρίμωχναν τα παιδιά στο σχολείο, σαν ζώα, - συνέχισε η Τόρα. - Τους ανάγκαζαν! Ανάγκαζαν να μαθαίνουν ο, τι να` ναι, αρέσει – δεν αρέσει... Τα δικά σου πιτσιρίκια τρέχουν στο νησί, όπου μαζευτούν, εκεί θα είναι και η τάξη τους. Ο, τι θέλουν να μάθουν – αυτό θα είναι και το «πρόγραμμα της εκπαίδευσης». Αν θα θελήσουν να στέκονται στα κεφάλια τους, η να χαζεύουν τον ουρανό και να παίζουν σκάκι ταυτόχρονα, αυτή και θα είναι η «σωστή διαδικασία της εκμάθησης». Φυσικό είναι να έχουν πάθος για μαθήματα, για εξερεύνηση, και τελικά αυτό γίνεται τέτοιο εξίσου αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, όπως και ο ύπνος, ΦΑ, φαγητό και σεξ. Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ να σκεφτείς κάτι τέτοιο - να διδάξεις το παιδί με το ζόρι! - η Τόρα, μάλλον, με τίποτα δεν μπορούσε να συνηθίσει σε αυτά τα «μαργαριτάρια» από το παρελθόν. Ανάγκασε τον άνθρωπο να πηδηχτεί, και περίμενε από αυτόν, ότι θα γίνει αισθησιακός, τρυφερός και παθιασμένος. Ανάγκασε τον να τρέχει και να κολυμπά, και περίμενε, ότι θα γίνει δυναμικός, ότι θα αθλείται με προσμονή και απόλαυση. Αυτή είναι απόλυτη ηλιθιότητα! – η Τόρα χτύπησε με τα χέρια τα μπούτια και γέλασε με τον εαυτό της. – Και το βασικότερο – το έβλεπαν, μια γενιά μετά την άλλη, πως από τα σχολεία τους βγαίνουν ηλίθια, νεκρά παιδιά, που δεν θέλουν ποτέ στη ζωή τους να μάθουν κάτι άλλο. Εξαγριωμένοι, διψασμένοι μόνο για την επάρκεια και λήθη. Όλοι τους, μάλλον, ουσιαστικά συνεχεία θα ήθελαν να πεθάνουν! Άραγε – το καταλάβαιναν οι ίδιοι αυτό; Αμφιβάλλω... Βέβαια, γιατί να μην θέλουν μόνο τη λήθη, την «αληθινή ξεκούραση», αφού την ώρα της συνηθισμένης ξεκούρασης τους απλώς κουράζονταν ακόμα πιο πολύ. Μπύρα, μάσα, τηλεόραση, ρουτίνα, ανέλπιστες προσπάθειες να βγάλουν από τους εαυτούς τους τα θετικά συναισθήματα, οι ίδιοι τσακωμοί, τα αρνητικά συναισθήματα. Και τι είναι τότε – η «αληθινή ξεκούραση», στην οποία λησμονιούνται οι πάντες και τα πάντα? «Να καρφωθείς και να ξεχαστείς» - αυτό ήταν το όριο των ονείρων τους. Ίσως, για αυτό και πέθαναν τόσο νωρίς? Αν επιθυμείς τη λήθη τόσο δυνατά και τόσο μακροχρόνια, δηλητηριάζεσαι με τα αρνητικά συναισθήματα, τότε ο θάνατος – είναι το μοναδικό «φως στο τούνελ». Και όσο περισσότερο ο άνθρωπος γερνούσε από την ηλιθιότητα του, μιζέρια και ΑΣ, από τη δυσαρμονία ανάμεσα στη ζωή και ατελείωτες θεωρίες του, τόσο πιο βασανιστική ήταν η ζωή για αυτόν. Είναι τρελό – πώς μπορούσαν και ζούσαν έτσι? Όχι, δεν θα το καταλάβω ποτέ.

Η κοπέλα σώπασε, και για λίγη ώρα εκείνοι απλώς στέκονταν δίπλα. Η δηλητηριώδη ομίχλη, που κάλυψε την Τόρα, όταν εκείνη προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό της στο πετσί του συνηθισμένου ανθρώπου του εικοστού αιώνα, διαλυόταν σιγά-σιγά.

- Νομίζω, ότι αυτοί δεν μπορούσαν να φανταστούν κάτι διαφορετικό, μα δεν ήθελαν κιόλας να σκέφτονται για αυτό, - είπε ο Κρέμερ – ήταν απολύτως σίγουροι, ότι αυτή είναι η ουσιαστική φύση του ανθρώπου - να είναι ηλίθιος, νωθρός, βαριεστημένος. Πίστευαν, ότι αν δεν τον αναγκάσεις να μάθει, δεν θα το θέλει ποτέ από μόνος του. Και εν μέρει είχαν δίκιο σε αυτό – όντως, αν αμέσως μετά τη γέννηση οι άνθρωποι βιάζονται τόσο αλύπητα, όπως γινόταν συνήθως εκείνη την εποχή, τότε, πράγματι – δεν θα θέλει τίποτα πλέον. Δεν θα υπάρξει κανείς να θέλει – δεν θα μείνει καμία ζωντανή ψυχή. Από τα σχολεία και ινστιτούτα αποφοιτούσαν πτώματα. Χωρίς χαρούμενες επιθυμίες, χωρίς ικανότητα να βιώσουν αίσθηση του μυστηρίου, προσμονής, δημιουργίας.

Η Τόρα τινάχτηκε με όλο της το κορμί, σαν σκυλί.

- Ποσών ετών είσαι? Εκατό πενήντα?

- Εκατό τριάντα δυο. Και εσύ?

- Είκοσι πέντε. Ασχολείσαι με κάτι άλλο, εκτός από την εκπαίδευση των μικρών?

- Γενικώς μάλλον – με τίποτα. Με την αυτοεκπαίδευση, φυσικά.

- Δηλαδή, πώς – με τίποτα?

- Έτσι, με τίποτα. Σαράντα χρόνια πριν έπαψα να παίρνω μέρος στις έρευνες. Πετύχαινα τις «καταδύσεις» με δυσκολία - ίσως επειδή δεν με ελκύουν και τόσο πολύ αυτά τα ταξίδια, μου αρέσει να ασχολούμαι με τα μικράκια. Τους μαθαίνω εδώ... μαθαίνω και ο ίδιος για αυτά, που με ενδιαφέρουν – διαβάζω πάρα πολύ, και τα υλικά των ειδικών ιστορικών επίσης, προσπαθώ να μην χάνω τίποτα, όμως, δεν είμαι δυνατός στις λεπτομέρειες, προτιμώ να παρακολουθώ τις προσαρμοσμένες ειδήσεις, για να μην μείνω πίσω από την εποχή μου. Αυτή η ομάδα – είκοσι παιδιά – ήρθε εδώ ένα χρόνο πριν. Τελείωσαν τη σχολή των «σεν» και πέρασαν με επιτυχία στους «σκαντζόχοιρους»…

- Α, δηλαδή, είναι «σκαντζόχοιροι»…, - μουρμούρισε η Τόρα, - τέλεια παιδιά... ζωηρούληδες.

- Τους μάζεψαν από διάφορα μέρη και έφεραν εδώ. Θα σπουδάσουν για ένα-δυο, μάξιμουμ – πέντε χρόνια – αυτό το αποφασίζουν άλλοι. Δεν ξέρω, για ποιο λόγο φέρνουν κάποιον εδώ, και κάποιον άλλον τον παίρνουν και μεταφέρουν σε άλλα σχολεία. Μου αρέσει να ασχολούμαι μαζί τους και αυτό κάνω. Μου αρέσει να τους δίνω τα πάντα, ο, τι έχω – τις γνώσεις, τα ενδιαφέροντα, τις δεξιότητες μου. Μου αρέσει να τους μεταδίδω τον ενθουσιασμό μου, να τους συναρπάζω. Αρέσει επίσης να βιώνω την αφοσίωση σε αυτούς. Θα πάρουν από εμένα ο, τι μπορούν και θέλουν, και θα προχωρήσουν παραπέρα. Εγώ αισθάνομαι έξαρση, όταν φαντάζομαι, πως αυτοί θα πραγματοποιήσουν τις χαρούμενες αποθυμιές τους, θα γίνουν ερευνητές, ταξιδευτές, ίσως κάποιος από αυτούς θα είναι κομάντος, κάποιος άλλος θα πάει στα ινστιτούτα, και οι άλλοι θα ασχολούνται με άλλα πιτσιρίκια. Θα βιώνουν την προσμονή και επιδίωξη.

- Δεν λυπάσαι να αποχωρίζεσαι με αυτούς?

- Αν λυπάμαι?? – Ο Κρέμερ γέλασε δυνατά. - Έχεις πολύ ιδιότροπη αντίληψη για αυτούς, που δεν επιλέγουν να είναι στην μετωπική γραμμή της επιστήμης και της πρακτικής. Όχι, αν και δεν είμαι κομάντος, δεν είμαι καν δύτης, όμως, δεν είμαι και δεινόσαυρος. Μου αρέσει να βιώνω την αφοσίωση. Τα πιτσιρίκια-σκαντζόχοιροι – είναι ο φωτισμένος παράγοντας για μένα. Όταν από το πρωί ως το βράδυ τους αφιερώνω όλον μου τον χρόνο, για μένα είναι ταυτόχρονα και πρακτική της αίσθησης αφοσίωσης. Ασχολούμαι με αυτό σαράντα χρόνια. Ίσως θα ξυπνήσω αύριο, και καταλάβω, ότι με τραβάει κάτι άλλο. Τότε πιθανόν να πάω στην Ανταρκτική, να την καθαρίσω από τα σκουπίδια, η θα πάω να φτιάξω ένα ορυχείο στη Σελήνη, όμως, εδώ και σαράντα χρόνια ξυπνάω και κοιμάμαι με ενθουσιασμό, αφοσίωση και προσμονή, επειδή θα δουλέψω με τους μικρούληδες-σκαντζόχοιρους. Και μπορεί να ζήσω για σαράντα ακόμα χρόνια έτσι. Δεν ξέρω. Αλλά η ζωή μου είναι γεμάτη ως τις άκρες αυτή τη στιγμή. Δεν είμαι ειδικός στην αφοσίωση, είμαι – ερασιτέχνης. Ωστόσο, μεγάλος ερασιτέχνης!:) – εκείνος γέλασε και πάλι, και γονάτισε, ξαναπιάνοντας τη πλάτη του. Οι μύες δυνατά και σύγχρονα κουνήθηκαν κάτω από το δέρμα του.

- Κατάλαβα τώρα, ότι ποτέ πριν δεν είχα πηδηχτεί με έναν άντρα της δικής σου ηλικίας, - είπε σκεπτικά η Τόρα. - Και όχι επειδή αυτό δεν με ανάβει, αλλά λόγο της θεωρίας για το ότι εκατό πενήντα – είναι κάπως πολλά... Αν με θέλεις, έλα, τα αγόρια θα σου δείξουν το δρόμο, εντάξει?

- Εντάξει. – ο Κρέμερ κοίταξε το κορμί της Τόρας, το βλέμμα του σταμάτησε στις μεγάλες ρόγες, στη κοιλιά και τον ποπό της, ο ίδιος, όμως, δεν είπε τίποτα. Σηκώθηκε γρήγορα στα πόδια του, τίναξε την άμμο από τα γόνατα. - Να έρθεις στα μαθήματα μας. Πολλοί έρχονται. Καταλαβαίνω, ότι δεν θα μάθεις τίποτα εξ αρχής καινούριο στα μαθήματα μας, αλλά θα απολαύσεις νοητικά, για παράδειγμα, κάποιο όμορφο πρόβλημα της φυσικής των κβάντα, - αυτό είναι εύκολο.

- Πώς, μιας και το λέμε, τα παιδιά σου μαθαίνουν να κατευθύνουν την απόλαυση για κλείσιμο των πληγών; Ποιο είδος της απόλαυσης χρησιμοποιείτε; Από τι αρχίζετε?

- Οτιδήποτε μας κάνει. Η πιο απλή μέθοδος – τα αγόρια ξαπλώνουν πάνω στα κορίτσια – τα πουλιά στα στόματα, οι γλώσσες γλείφουν τα μουνάκια. Αν και η σεξουαλική απόλαυση δεν είναι πάντοτε πρόχειρη, αφού δεν θέλουμε συνεχεία να κάνουμε σεξ, για αυτό τους μαθαίνουμε να χρησιμοποιήσουν και την νοητική απόλαυση, και την απευθείας δημιουργία μέσα στην καρδιά – εδώ, βέβαια, προτεραιότητα έχουν αυτοί, οι οποίοι πετυχαίνουν ευκολότερα τις ΦΑ. Αλλά χαίρομαι πολύ, ότι τα νέα παιδιά μπαίνουν πολύ πιο εύκολα σε αυτές, απ` ότι οι άνθρωποι της δικής μου γενιάς. - Ο Κρέμερ κοίταξε κάπου πίσω από την πλάτη της Τόρας, την έριξε μια είτε χαϊδευτική, είτε φιλική ξυλιά στον ώμο, πήρε μεταβολή και έτρεξε στο δρομάκι, ελαφρύς, γεμάτος χάρη.

«Και αυτός είναι ζωηρούλης», σκέφτηκε η Τόρα, χαμογελώντας, και ξαφνικά ένοιωσε κάποια παρουσία πίσω από τη πλάτη της. Γυρίζοντας απότομα, η κοπέλα βρέθηκε μύτη με μύτη με τη ... Φόσσα! Εκείνη έκανε ένα βήμα ακόμα πιο κοντά, έπιασε τη Τόρα από τον ώμο και τη τράβηξε λίγο πιο πέρα από το μονοπάτι. Η Τόρα θέλησε να τη ρωτήσει κάτι, αλλά η Φόσσα τη διέκοψε με την ερώτηση, η οποία την κατέπληξε απίστευτα: «Και τώρα εγώ θέλω να μάθω – σε ποια πλευρά είσαι».

 



<< Back Forward >>