« Μάγια »

Τόμος 2: « Προέλευση των ειδών »

Κεφάλαιο 11


Το κεφάλαιο αυτό είχε λογοκριθεί και μεταποιηθεί λόγο δήθεν ακατάλληλου περιεχομένου. Το Ίδρυμα “Φιλικό Ρουνέτ” [ το οποίο ασχολείται μεταξύ άλλων με την καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας στο διαδίκτυο – παρ. του μεταφραστή] κατήγγειλε το κείμενο στον διακομιστή, έτσι υπό την απειλή της απαγόρευσης της ιστοσελίδας αναγκάστηκα να προσθέσω τις μεταποιήσεις. Τέλος πάντων, η επεξεργασία του κεφαλαίου έγινε. Οι πολέμιοι περί της ηθικής δυσαρεστήθηκαν με τις ηλικίες των ηρώων, που συμμετέχουν στα γεγονότα, τα οποία εγώ περιέγραψα. Ελπίζω, τώρα όλοι θα μείνουν ευχαριστημένοι.

 

Τσιρίζοντας και αναπηδώντας, η Λού έτρεξε έξω στην αυλή. Θυμόταν, πως ακριβώς πριν από δυο χρόνια, εκείνη γιόρταζε τα εκατό τρίτα της γενέθλια, και τότε έκανε την αίτηση να παρακολουθήσει τα σεμινάρια των «σεν» [η ονομασία της σχολής προέρχεται από τη ρώσικη λέξη «σενόκ», που σημαίνει «κουτάβι» - παρ. του μεταφρ.]. Δυο εβδομάδες αργότερα την κάλεσαν για συνέντευξη - πόση πλάκα είχε να παίξει σε μια μεγάλη πολύχρωμη παρέα, και έπειτα από μια ακόμη εβδομάδα εκείνη άρχισε τα μαθήματα κιόλας. Πόσα πολλά συνέβησαν σε αυτά τα δυο χρόνια! Μια ολόκληρη ζωή!

Δεν μπορούμε να πούμε, ότι η Πούρνα πάντα ήταν ενθουσιασμένη με την ιδέα να μπει η κόρη της στη σχολή των σεν, αλλά ο Μαξ υποστήριξε τη Λού αποφασιστικά και άνευ όρων. Ο Μαξ ήρθε εδώ, στην κοιλάδα Τσουκχούνγκ, εφτά χρόνια πριν, με το πρόγραμμα της αναδόμησης των Ιμαλαΐων. Εφτά χρόνια χαρούμενης εργασίας για την αποκατάσταση όλων των ζημιών, που έφερε εδώ ο «πολιτισμός». Κάθε φορά, όταν έβγαζε προσεκτικά άλλο ένα κομμάτι του νάνο-πυριτικού άλατος, και στη θέση του τοποθετούσε το εύφορο χώμα, μαζί με το υπόστρωμα του, ένοιωσε δυνατό κυματισμό της αφοσίωσης και του ενθουσιασμού. Ένα κομματάκι, άλλο ένα... μέτρο προς μέτρο εδώ θα σηκωθεί η βλάστηση – η γη θα διεκδικήσει αυτά, που τις ανήκουν. Καταπληκτικό, αλλά δεν το βαριόταν ποτέ, μα και πώς μπορεί να βαρεθεί κανείς τις φωτισμένες αντιλήψεις; Τον τελευταίο καιρό στον ενθουσιασμό του άρχισε να προστίθεται και ο θρίαμβος, και λόγο αυτού, δυνάμωσε η προσμονή για τις μελλοντικές αλλαγές. Ο Μαξ ανακάλυψε όλα τα αυτά παντελώς τυχαία – κάποτε, περπατώντας στο διπλανό δασάκι, έπιασε ένα κομμάτι γυαλί, σκοπεύοντας να το πετάξει στα σκουπίδια, και την ίδια στιγμή παρατήρησε, ότι εμφανίστηκε μέσα του μια δροσερή πηγή της αφοσίωσης και του ενθουσιασμού. Τις επόμενες δυο εβδομάδες εκείνος πέρναγε στο δάσος όλη την ήμερα από το πρωί ως το βράδυ, και μάζευε ο, τι σκουπίδι κατάφερνε να βρει. Κάποτε είχε φτάσει πολύ μακριά, και βρέθηκε σε ένα ξέφωτο, γεμάτο με πλαστικές σακουλές, θραύσματα γυαλιού, σιδερένια καπάκια, καρφιά και διάφορα άλλα σκουπίδια, τα οποία κάποτε κάλυπταν με παχύ στρώμα ολόκληρο τον πλανήτη. Παρά τις μόνιμες προσπάθειες της εκκαθάρισης, τις οποίες κατέβαλλαν οι άνθρωποι, έμειναν αμάζευτα πάρα πολλά σκουπίδια, ακόμα και δίπλα στις κατοικημένες περιοχές. Αυτό το ξέφωτο έγινε το αγαπημένο του κομμάτι - αναγκάστηκε να σώζει τη γη κυριολεκτικά εκατοστό προς εκατοστό, απελευθερώνοντας τη από το απίστευτο χάλι, και το κάθε μαζεμένο κομμάτι σκουπιδιών μετατρεπόταν σε δυνατό φωτισμένο παράγοντα - ειδικά όταν κάτω από την επόμενη σαβούρα φαινόταν το ζωντανό χώμα. Για αυτές τις μικροσκοπικές περιοχές του εύφορου εδάφους εκείνος ένοιωσε τρυφερότητα τέτοιας έντασης, την οποία και ο ίδιος δεν περίμενε. Και τότε ο Μαξ αποφάσισε να συμμετάσχει σε ένα από τα πολλά προγράμματα της ανοικοδόμησης της Γης, και πήγε στα Ιμαλάια. Όταν η ομάδα του μεταφέρθηκε στην κοιλάδα Τσουκχούνγκ, οι ντόπιες Θιβετιανές και Νεπαλέζες άρχισαν να τους επισκέπτονται συχνά – μια τους έφερναν πίτες από καλαμπόκι, την άλλη, τσιρίζοντας ζωηρά, βοηθούσαν στα αγόρια να ξεπλύνουν τα σκονισμένα τους κορμιά κάτω από το νερό, ζεσταμένο στον ήλιο, η απλώς κάθονταν δίπλα. Το σεξ με αυτές ήταν πολύ ασυνήθιστο. Η απλότητα και το εκρηκτικό πάθος, με το οποίο οι κοπέλες έπαιρναν τα αγόρια, αναστάτωνε πάρα πολύ τον Μαξ. Δεκάδες σφικτά κορμιά, όλα κινούνται ασυνάρτητα - σαν ένας ωκεανός. Κάποιοι τελείωναν αρκετές φορές, ενώ κάποιος άλλος κρατιόταν για πολλή ώρα στο όριο του οργασμού. Υπήρξαν και κάποιο άλλοι, οι οποίοι δεν σκόπευαν καν να ολοκληρώσουν. Όταν η Πούρνα για πρώτη φορά ήρθε κοντά του, και έκατσε πάνω στο πέος του, τρίβοντας και αναστενάζοντας, για πρώτη φορά στη ζωή του εκείνος θέλησε πραγματικά να μάθει να μην τελειώνει ποτέ – τόσο καταπληκτική ήταν αυτή η αίσθηση, τόσο δυνατή ήταν η τρυφερότητα του. Βάζοντας τις παλάμες στη μέση της, με τις άκρες των δάχτυλων του εκείνος ένιωθε τις κινήσεις του ποπού της. Τραβώντας την κοντά, άγγιζε με τα χείλη τις σκληρές της ρώγες, σήκωνε το χέρι της και φιλούσε μέσα στη μασχάλη – και το ίδιο λακκάκι, και γύρω από αυτό, πάγωνε, αφηρημένος στις δικές τις κινήσεις. Πιέζοντας τα χέρια του στα εξαιρετικά κομψά πέλματα της, τα έσφιγγε με δύναμη, και μετά ανέβαζε τα χέρια στα πόδια - ψηλά, στους λιγάκι υγρούς, ζεστούς, αφράτους μηρούς της. Ενίοτε δεν την άγγιζε καν – απλώς καθόταν, στηρίζοντας την πλάτη του στον τοίχο, και την κοίταζε στα μάτια, κοιτούσε τα βυζάκια, κοιλίτσα, ποδαράκια της, και νόμιζε, ότι τώρα το κεφάλι του θα σκάσει από τρυφερότητα. Εκείνη έπιανε και με τα δυο χέρια το κεφάλι του, και, συνεχίζοντας την κίνηση με το ποπό της, φιλούσε το πρόσωπο του, μια αγγίζοντας με τα χείλη της το στόμα του, μια ψιθυρίζοντας, η σχεδόν φωνάζοντας κάτι στη δική της γλώσσα. Αργότερα, όταν εκείνη έπαιρνε άλλα αγόρια, ο Μαξ την ακολουθούσε και έβλεπε, καμιά φορά ακουμπώντας τους ώμους, τη πλάτη, τα ποδαράκια της, και η τρυφερότητα του ήταν το ίδιο δυνατή και σταθερή, όπως και η αφοσίωση από την απελευθέρωση της γης. Ενίοτε, ανεβαίνοντας πάνω σε κάποιο πέος, αυτή τον καλούσε κοντά, λύγιζε την πλάτη της, για να φανεί ο ποπός, και εκείνος στην αρχή έβαζε το δάκτυλο του στην τρυπούλα, νιώθοντας ξεκάθαρα, πως μέσα στο μουνάκι της κινείται δυνατά το πουλί του άλλου, και μετά την έσκυβε λίγο χαμηλότερα, και προσεκτικά έσπρωχνε πρώτα το κεφαλάκι, και μετά ολόκληρο το πέος του μέσα στον πισινό της. Με το λεπτό εμπόδιο ανάμεσα στο μουνάκι και τον ποπό, τα δυο πέη ένιωθαν ξεκάθαρα την κίνηση του άλλου, σαν να έπαιζαν. Κάποτε γινόταν το αντίθετο – εκείνη γλιστρούσε κάτω από το άλλο αγόρι, άνοιγε με τα χέρια τον πισινό του και τραβούσε τον Μαξ κοντά – ήξερε για την έλξη, που εκείνος ένιωθε για τα θιβετιανά και νεπαλέζικα αγόρια κοντά στα εκατό δεκατέσσερα τους – πράγματι, εκείνοι τον διέγειραν πάρα πολύ και πολύ συχνά τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, το πέος του έμπαινε μέσα στον ποπό του αγοριού, και εκείνος άρχιζε να πηδάει την Πούρνα δυνατά, με την ίδια κίνηση καρφώνοντας τον εαυτό του πάνω στο πέος του Μαξ. Σφίγγοντας ανάμεσα τους το αγόρι, ξετρελαμένο από την ηδονή, εκείνοι μοίραζαν φιλιά, δυο η τρεις μαζί. Όταν το μουτράκι της ήταν γεμάτο πια με σπέρμα, τα ματάκια της έλαμπαν τόσο αθώα και τόσο παθιάρικα - εκείνος νόμιζε, ότι είναι το πιο υπέροχο πράγμα, που είχε δει ποτέ.

Η ιδέα να γεννήσουν ένα παιδί ήρθε για πρώτη φορά στο κεφάλι του Κουρτ – οι δυο τους γνωρίζονταν ακόμα από τον δρόμο για την κοιλάδα, διότι και ήταν από την Βαυαρία και βρέθηκαν στο ίδιο όχημα. Ο Κουρτ είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ με αυτή τη σκέψη, ότι περιέγραφε – πόσο τέλεια μουσούδα μπορεί να βγει από την ένωση της Πούρνα και του Μαξ, τελικά και εκείνοι άρχισαν να σκέφτονται για αυτό. Μην περιμένοντας από τον Μαξ και τη Πούρνα να ενδώσουν στις παρακλήσεις, ο Κουρτ χωρίς πολλά-πολλά υπέκυψε στα χάδια της Σερένας, έτσι σε λίγο η κοιλίτσα της στρογγύλεψε, και έπρεπε να την πηδάνε με πολύ μεγάλη προσοχή πια. Η τελική απόφαση πάρθηκε ξαφνικά – εκείνο το πρωί η Πούρνα θέλησε να πηδήξει όσο πιο πολλά αγόρια μπορούσε, έπαιρνε τον καθένα από ένα-δυο λεπτά, και ανέβαινε στον επόμενο, αλλάζοντας τις στάσεις – μια ξαπλώνοντας από κάτω, με τα ποδαράκια της ανοιχτά, μια ανεβαίνοντας πάνω. Όταν εκείνη κάθισε με το ποπό της σε κάποιο πέος, το βλέμμα της συνάντησε το βλέμμα του Μαξ. Χώνοντας τρυφερά το πέος στο μουνάκι της, νιώθοντας πάρα πολύ καλά, πως το πουλί του άλλου αγοριού γλιστράει μέσα στον ποπό της, σχεδόν χωρίς λέξεις την ρώτησε – «εντάξει;» Η Πούρνα τον κατάλαβε και έγνεψε. Αυτή ήταν η στιγμή, εκείνη έμεινε έγκυος με το παιδί του.

Όσο η Λού μεγάλωνε μέσα στην κοιλιά, το πάθος της Πούρνας όλο και δυνάμωνε – σχεδόν κάθε μέρα ερχόταν στα παιδιά, άνοιγε τα ποδαράκια της, και τα αγόρια την πηδούσαν σιγά-σιγά – όχι πολύ βαθιά, συνήθως μόνο με το κεφαλάκι, κάτι που καμιά φορά φαινόταν ακόμα πιο διεγερτικό. Την ώρα της γέννας η Πούρνα δεν κρατήθηκε και είχε οργασμό. Ένα κύμα μετά το άλλο η απόλαυση την έπιανε όλο και πιο ισχυρά, και όταν η Λού βγήκε επιτέλους, η Πούρνα λιποθύμησε από την θυελλώδη έκσταση. Δεν είναι και παράξενο, ότι ήδη κοντά στα εκατοστά πρώτα της γενέθλια η Λού κολλούσε για τα καλά στα αγόρια όλων τον ηλικιών. Ωστόσο, σε αυτό της έδινε το παράδειγμα η κολλητή της φίλη – Μάϊκα, η κόρη του Κουρτ, το αγαπημένο παιχνίδι της οποίας ήταν το όρθιο πέος. Της άρεσε ακόμα να κοιμάται με το χοντρό πέος του Κουρτ μέσα στο στόμα της, έτσι δεν ήταν λίγες οι φορές, όταν η Σερένα δεν τολμούσε να ενοχλήσει την κόρη της, και πήγαινε στα άλλα αγόρια. Πιάνοντας με δυο παλάμες το πέος του Κουρτ κοντά στο σώμα του, με το στόμα, πρησμένο από το μεγάλο κεφαλάκι, η Μάϊκα έδειχνε καταπληκτικά αισθησιακή, και τα ολογράμματα με το προσωπάκι της κοσμούσαν πολλές οθόνες.

Όταν δίπλα στον οικισμό τους άνοιξε η βάση των Ειδικών Ιστορικών, ο Μαξ έγινε συχνός τους επισκέπτης. Φυσικά, αυτός δεν μπορούσε να συμμετάσχει στα πειράματά τους, αλλά με μεγάλη χαρά ξάπλωνε στο ξύλινο πάτωμα ή στο γρασίδι και άκουγε τις συζητήσεις τους. Του άρεσε πολύ απλώς να τους κοιτάζει, να ακούει τις φωνές τους – φαινόταν, σαν να μοιράζονταν μαζί τους την αποφασιστικότητα, την μανιασμένη αδιαλλαξία για τους σκοτισμούς, τη συγκέντρωση στον στόχο, το κάλεσμα τους. Μόλις η Λού μεγάλωσε λιγάκι, εκείνος άρχισε να την παίρνει μαζί του. Παρά το ότι η Πούρνα συμπαθούσε πολύ τους δύτες, δεν ερχόταν συχνά εδώ – οι σπουδές απαιτούσαν πολύ χρόνο, και εκείνη πριν και μετά από τα μαθήματα προτιμούσε να πηγαίνει στο βουδιστικό ναό, κτισμένο εκεί κοντά, και να μιλάει με τους μοναχούς και μοναχές, να διαβάζει τα αρχαία κείμενα, να συμμετέχει στις προσευχές. Από τις φωτισμένες αντιλήψεις εκείνη κατάφερνε πιο καλά να μπει στην απόσπαση και σοβαρότητα, και αυτές ενώνονταν με καταπληκτική αρμονία με το πάθος της.

Για αυτό, όταν η Λού δήλωσε αποφασιστικά, ότι θέλει να γίνει ένα «σεν», η Πούρνα κατάλαβε, ότι αυτό είναι το πρώτο, και προφανώς, όχι τελευταίο σκαλί στον δρόμο της Λού προς τους δύτες, ίσως και για τους κομάντος, και αν η ίδια αυτή δεν τον θεωρούσε ιδιαίτερα ενδιαφέρον, λόγο της δυνατής συμπάθειας για τη Λού, η Πούρνα αναγκάστηκε να συμπράξει στις επιδιώξεις της, μιας και ο Μαξ είχε ξετρελαθεί με αυτή την ιδέα. Η Πούρνα προσπάθησε να μάθει όσο πιο πολλά μπορούσε για αυτή την αρχική στο εκπαιδευτικό σύστημα των κομάντος σχολή, ώστε να μπορεί να μιλάει στην ίδια γλώσσα με τη Λού, να καταλαβαίνει τα ενδιαφέροντα της, ίσως και να τη βοηθάει σε κάτι.

Πολύ συχνά η Λού καθόταν στα ξέφωτα και χάζευε ή τον άγριο φλοιό των δέντρων, ή τις μουσούδες των σύννεφων, ή κάποιο μυρμήγκι, που περπατούσε πάνω στα γυμνά της άκρα. Τα βράδια ακριβώς στο ίδιο σημείο στους θάμνους του άγριου οξυάκανθου έβγαινε μια μεγάλη αράχνη με κίτρινο-μαύρη κοιλιά, και άρχιζε να πλέκει τον ιστό της. Στην αρχή το έντομο σκαρφάλωνε σε κάποιο κλαδί του δέντρου, και από εκεί έπεφτε πάνω στον θάμνο, τραβώντας πίσω το πρώτο νήμα. Με τον ίδιο τρόπο εμφανιζόταν και το δεύτερο περιφερειακό νηματάκι, έπειτα η αράχνη έφτιαχνε το εξωτερικό περίγραμμα, και δουλεύοντας μεθοδικά και γρήγορα, έπλεκε τον έναν κύκλο μετά το άλλο. Η Λού ποτέ δεν είχε αρκετή υπομονή, για να δει όλη τη διαδικασία μέχρι τέλος, κάτι οπωσδήποτε τραβούσε την προσοχή, και όταν μισή ώρα αργότερα επέστρεφε στον θάμνο, ο αραχνοιστός ήταν πια έτοιμος. Με θαυμασμό το κοριτσάκι παρατηρούσε, πως αποτελειώνει η αράχνη τη λεία της, πιασμένη στον ιστό. Κάνοντας κύκλους δίπλα στη πεταλούδα, η αράχνη έκοβε τα νήματα γύρω-γύρω, μετατρέποντας τη σε ένα θρεπτικό κουκούλι. Μέχρι το πρωί ο ιστός εξαφανιζόταν, και η Λού σκεφτόταν, πως η αράχνη τον τυλίγει μέσα σε ένα μικροσκοπικό σακίδιο, και την κάνει για να κοιμηθεί. Οι πεταλούδες ήταν όμορφες, αλλά η Λού δεν αντιπαθούσε την αράχνη. Στο σχολείο των σεν κάποτε τους έκαναν ένα πολύ απλό, αλλά αποτελεσματικό μάθημα - πήγαν όλοι μαζί με τους «σκαντζόχοιρους» [μεγαλύτερους μαθητές] για κολύμπι σε μια τεχνητή λίμνη, το νερό στην οποία ήταν ζεστό από τους πυρηνικούς θερμαντήρες. Η Λού λάτρευε, όταν τους επισκέπτονταν οι «σκαντζόχοιροι» - αγόρια και κορίτσια από εκατό εφτά έως και εκατό δώδεκα χρονών, οι οποίοι κάποτε αποφοίτησαν από το σχολείο των σεν. Κοιτάζοντας τους, η Λού άρχιζε να φαντάζεται και τον εαυτό της το ίδιο – δυνατό, έξυπνο, με ένα ιδιαίτερο βάθος στο βλέμμα. Πλατσουρίζοντας στη λίμνη, η Λού δεν είδε, πως ένας από τους σκαντζόχοιρους έφτασε κοντά της και την κάρφωσε στον πυθμένα. Στην αρχή η Λού ξάπλωνε απλά, χαζεύοντας τα πετραδάκια στο βάθος. Δυο λεπτά αργότερα ο αέρας στα πνευμονία της άρχισε να τελειώνει, και η Λού ανακάλυψε, ότι ο σκαντζόχοιρος δεν την αφήνει να ανέβει. Την έπιασε ελαφρύς πανικός, το κορίτσι σπαρτάρισε, σαν ψάρι, όμως μετά συγκράτησε τον εαυτό της, έχοντας αντίληψη, ότι είναι στα χέρια ενός σκαντζόχοιρου, και όχι οποίου να` ναι, και αν την κρατάνε εδώ, έχουν κάποιο σκοπό για αυτό.

Συγκεντρωμένη στην εμπιστοσύνη και τρυφερότητα, αυτή χαλάρωσε και κοίταζε μόνο να μην κάνει την σπασμωδική εισπνοή – ακόμα και αν λιποθυμήσει, τα πνευμόνια της δεν θα γεμίσουν νερό – αυτά, και πολλά άλλα πράγματα εκείνη έμαθε εδώ και πολύ καιρό στο σχολείο. Οι σεν εκτελούν τα πρώτα πειράματα της κατάδυσης με στολή και οξυγόνο και μαθαίνουν τις αντίστοιχες δεξιότητες της υποβρύχιας συμπεριφοράς στην ηλικία των εκατόν τριών ετών. Η συνείδηση της ήδη άρχισε να θολώνει, όταν μαζί με τους άλλους σεν την έβγαλαν στην επιφάνεια. Μόλις συνήλθαν, ένα άγνωστο αγόρι-σκαντζόχοιρος είπε, κουνώντας τα πόδια του στο νερό: να το νερό. Τρυφερό, ορμητικό, πυκνό, μυστηριώδης στα συνειδητοποιημένα οράματα, χαϊδεύει παιχνιδιάρικα τις κοιλίτσες σας κάτω από τον ήλιο, τόσο διαφορετικό. Αλλά, αν θα μείνεις κάτω από το νερό πέντε λεπτά, θα πνιγείς και θα πεθάνεις. Αυτό σημαίνει, ότι το νερό είναι επιθετικό? Εχθρικό? Όχι. Απλώς ζήστε ξανά αυτή την εμπειρία, για να μην βρεθείτε υπό την εξουσία των πρωτόγονων θεωριών. Σταματήστε τις χαοτικές σκέψεις, και ζήστε το απλά για άλλη μια φορά – θα έρθει η σαφήνεια, και σε ποιες σκέψεις αυτή θα καταλήξει – δεν έχει ιδιαίτερη σημασία – θα μπορέσετε αργότερα να τις συγκρίνετε και να τις συζητήσετε.

Και τώρα, παρατηρώντας την αράχνη, που τραβούσε τα ζουμιά από την πεταλούδα, η Λού θυμήθηκε εκείνη την ιστορία με το νερό. Ο φόβος χάθηκε. Αντί αυτού, εμφανίστηκε σοβαρότητα και θρίαμβος, τα διαπεραστικά νήματα βγήκαν από την καρδιά της έξω, στους θάμνους, στο δέντρο, στην αράχνη, πεταλούδα, μακρινές κορυφές των μεγαλόπρεπων βουνών.

Τα δέντρα γύρω της συμπεριφέρονταν ακριβώς σαν τα παιχνιδιάρικα αλεπουδάκια – έπαιζαν με τα κλαδιά στον άνεμο, τσίριζαν, τρίβονταν μεταξύ τους, ακόμα και τινάζονταν, σαν ένα βρεγμένο σκυλί, ρίχνοντας κιτρινισμένα φύλλα. Αυτά τα παράξενα πλάσματα μιλούσαν σε μια άγνωστη γλώσσα, συνέχεια ψιθύριζαν και αντάλλαζαν σφυρίγματα. Η γλώσσα παρέμενε παράξενη, ακόμα και όταν η Λού κρυβόταν πίσω από μια πέτρα και κρυφάκουγε – ίσως τα δέντρα αρχίσουν να μιλάνε κατανοητά. Καμιά φορά η Λού φανταζόταν, ότι εκείνη είναι ένα μεγάλο δέντρο, και μιλάει με άλλες πράσινες μουσούδες.

Αυτή την πρωινή ώρα, όταν η Λού βγήκε στην αυλή, κανένα από τα παιδιά δεν ήταν έξω – μα και δεν χρειαζόταν να είναι – ήθελε να μείνει μόνη της. Βγαίνοντας στον χωματόδρομο, εκείνη κοίταξε γύρω-γύρω και αναστέναξε βαριά. Σήμερα είδε ένα όνειρο, και ήταν πάρα πολύ λυπημένη σε αυτό. Το όνειρο ήδη άρχισε να καλύπτεται από ελαφριά ομίχλη, σαν ένα ημιδιάφανο γυαλί, και δεν την πλήγωνε τόσο δυνατά. Η Λού ήξερε, ότι θα περάσουν ακόμα πέντε η δέκα λεπτά, και θα μείνει μόνο λίγη πικρή αίσθηση κάπου πολύ-πολύ βαθιά, ήξερε ακόμα, ότι η αίσθηση αυτή είναι δυσάρεστη – όποτε αυτή υπάρχει, τα πάντα δείχνουν διαφορετικά, γίνονται θολά, καμιά φορά και χειρότερα… Για παράδειγμα, τότε, εκείνη την φρικτή Δευτέρα, μια εβδομάδα πριν... Η Λού είχε την ίδια διάθεση, και περπατούσε σε ένα μονοπάτι προς την χαράδρα. Δίπλα στο πεσμένο δέντρο, ως συνήθως, έπαιζαν δυο σκυλιά των γειτόνων – ο μικρός χνουδωτός Τσάπι και ο Ρεξ, το κουτάβι τσόου-τσόου. Σε λίγο καιρό αυτός θα γίνει μεγάλος και δυνατός, ενώ τώρα περπατάει αστεία πάνω στα χοντρά του ποδαράκια, δαγκώνει λιγάκι τα χέρια, πόδια, αυτιά, όταν παίζει μαζί της ή με τα άλλα κουτάβια. Μόλις είδε τη Λού, ο Ρεξ αμέσως κύλησε κοντά της, σαν μια παιχνιδιάρικη μπάλα, άρχισε να αναπηδάει, να γαβγίζει, να γρυλίζει αστεία, προσκαλώντας την να παίξουν μαζί, αλλά εκείνη ήταν σκυθρωπή και δεν ήθελε να μπει στο παιχνίδι. Τον παραμέρισε, ο Ρεξ όμως, δεν την άφηνε, έτρεχε πίσω της και προσπαθούσε να δαγκώσει τα πόδια της, όταν ξαφνικά εκείνη θέλησε να τον χτυπήσει! Τρομερό... και για όλα φταίει αυτή η διαβρωτική αίσθηση. Ευτυχώς, εκείνη συγκρατήθηκε και δεν κλότσησε τον Ρεξ... μα όχι, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο... μάλλον, εκείνο δεν κατάλαβε τίποτα, ενώ θα μπορούσε σε μια στιγμή να χάσει έναν φίλο, μιας και τα μικρά κουτάβια είναι πολύ, πολύ ευαίσθητα. Αρκεί μια φορά να δείξεις αγριάδα, και ποτέ πια δεν θα υπάρξει στη σχέση ανάμεσά τους εκείνη η απέραντη ανοιχτοσύνη και ζεστασιά, που της αρέσει τόσο πολύ.

Το καλύτερο απ` όλα είναι τώρα να μείνει μόνη της, να καθίσει κάτω από τα δέντρα, να ακούσει, πως τα φύλλα μιλάνε μεταξύ τους, να επιτρέψει στο ζεστό αεράκι να μπει μέσα της και να βγάλει όλα τα υπολείμματα των δυσάρεστων αισθήσεων. Όχι, όχι, δεν πάει έτσι! Η Λού πετάχτηκε και πάτησε δυνατά το πόδι της. Αυτή δεν είναι απλώς ένα κοριτσάκι, είναι πια στην τελευταία τάξη του σχολείου της! Ήδη για μια ολόκληρη εβδομάδα εκείνοι μελετούν λεπτομερώς τις βάσεις της άψογης απομάκρυνσης των αρνητικών συναισθημάτων, και τι αξίζουν όλα τα μαθήματα της, αν δε χρησιμοποιήσει αυτή τη στιγμή τις δικές της γνώσεις? Η αποφασιστικότητα της ήταν τόσο μεγάλη, η επιθυμία να σταματήσει να νιώσει αυτή την λέρα – τόσο ειλικρινής, έτσι δεν έμεινε ούτε ένα ίχνος από το αρνητικό φόντο. Καταπληκτικό! Κάπου εκεί τρέχει το αγαπημένο της ζουζούνι με το μεταλλικό-μπλε χρώμα, πολύ σοβαρό, πετάει από ένα λουλούδι στο άλλο, μεγάλο, σχεδόν όπως το μισό της παλάμης της – για κάποιο λόγο, κάθε φορά, όταν έβλεπε αυτό το ζουζούνι, η Λού ένιωθε δυνατή και σχεδόν επίπονη τρυφερότητα – όχι για αυτό, για την ακρίβεια, όχι μόνο για αυτό, αλλά γενικώς..., παράξενο... παράξενη τρυφερότητα, η οποία σε γεμίζει τελείως, σε κάνει ακόμα και να δακρύζεις...

Η Λού αναστέναξε ξανά, με ανακούφιση αυτή τη φορά, και προσμένοντας χαρούμενα τη συνάντηση με το αγαπημένο της ξέφωτο, ακολούθησε ένα μονοπάτι, που οδηγούσε στην άκρη του δάσους. Τα πάντα εκεί ήταν όπως συνήθως - ένα μικρό ξέφωτο, κατάφυτο με πυκνό χορτάρι, περικυκλωμένο από δέντρα με τραχύ φλοιό. Στην μακρινή γωνία υπάρχει μια παρέα από διάσπαρτους θάμνους, και αν χωθείς ακριβώς στη μέση και ξαπλώσεις πάνω στο γρασίδι, εξαφανίζεσαι εντελώς για ολόκληρο τον κόσμο - μπορείς να δεις τα πάντα γύρω, και εσένα δεν σε βλέπει κανείς, ακόμη και αν σε πλησιάσει πολύ. Μα και δεν έρχεται κανένας εδώ. Τα μικρά παιδιά δεν φθάνουν τόσο μακριά, ενώ τα μεγαλύτερα πιτσιρίκια πηγαίνουν στην αντίθετη πλευρά της πόλης, κοντά στη λίμνη - είναι πιο άνετα, υπάρχει περισσότερος χώρος, η Λού, όμως, προτιμάει το δάσος. Αυτό απλώνεται, σαν μια φαρδιά και υγρή λωρίδα, επίπεδη στην αρχή, που μετά παίρνει όλο και πιο απότομη κλίση, ωσότου δεν αντικατασταθεί από τα δύσβατα πουρνάρια, πάνω από τα οποία υψώνονται ακόμα τα βράχια. Τα πάντα εδώ είναι ξεχωριστά, τόσο ζωντανά και ήσυχα, και όταν απλώς ξαπλώνεις εκεί και αφήνεσαι στα συναισθήματά σου, τότε σιγά-σιγά αρχίζεις να πιάνεις όλο και πιο λεπτές μυρωδιές και ήχους, που σου φέρνει ένα αδύναμο αεράκι από το δάσος – όλους τους ψιθύρους, τριξίματα, σφυρίγματα και συριγμούς, τις φωνές των πουλιών και πάρα πολλά άλλα ακόμα, για τα οποία η Λού απλώς δεν είχε λόγια, και μερικές φορές έρχεται ξαφνικά μια περίεργη δυσφορία, μια συναίσθηση... αν εκείνη τη στιγμή ανταποκριθείς με όλο σου το είναι σε αυτούς τους ήχους, οσμές, τούτα γλιστρούν κάπου πολύ βαθιά, στην ίδια την καρδιά σου, ή ακόμη και στο στομάχι, και στη συνέχεια, γεννιέται ένα καταπληκτικό συναίσθημα – νιώθεις, σαν να γίνεται ο εαυτός σου ένα μέρος του δάσους, σαν να το μαθαίνεις από μέσα. Μόλις πρόσφατα σε μια από εκείνες τις στιγμές η Λού ανακάλυψε ξαφνικά, ότι γνωρίζει - αν θα πάει εκεί, σύντομα θα βρει ένα πεύκο με στριμμένο κορμό, και από κάτω του φυτρώνει μανιτάρι με κόκκινο καπελάκι. Το συναίσθημα αυτό ήταν τόσο ασυνήθιστο, ότι η Λού δεν δίστασε και πήγε να το ελέγξει. Για να το κάνει αυτό, αναγκάστηκε να περάσει σκυφτά μέσα από πυκνό παραπέτασμα των κλαδιών του πεύκου, σχεδόν σερνάμενη από κάτω, και όταν βγήκε από την πράσινη, ευωδιαστή, χνουδωτή θάλασσα, είδε αμέσως μπροστά της, κοντά στα είκοσι μέτρα, εκείνο το πεύκο. Στην αρχή φοβήθηκε λιγάκι, αλλά ύστερα σκέφτηκε, ότι ίσως είχε δει το πεύκο πριν, κατά την περιπλάνηση της σε αυτή τη ζούγκλα, έπειτα το ξέχασε, και τώρα απλώς το θυμήθηκε ξανά. Ο φόβος έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ, ακόμα και όταν η Λού με απορία στεκόταν και χάζευε το μεγάλο κόκκινο καπέλο, το οποίο κοσμούσε ένα υπέροχο μανιτάρι, που φύτρωνε καμαρωτό ανάμεσα στις ρίζες.

Φτάνοντας στο αγαπημένο της μέρος, η Λού έπεσε στο γρασίδι, απλώνοντας τα χέρια και τεντώνοντας τα πόδια της. Τράβηξε από τις πατούσες παπούτσια και τα λευκά καλτσάκια, και τα έφερε κοντά στη μύτη. Μυρίζουν, σαν τα πόδια της ... και λίγο σαν τα χόρτα και χώμα ακόμα... γενικώς, έχουν ένα πολύ ευχάριστο άρωμα. Βάζοντας τα καλτσάκια μέσα στα παπούτσια της, εκείνη έπιασε πιο κοντά το δεξί της πόδι, κοίταξε προσεκτικά το πέλμα, το χάιδεψε με την παλάμη της, άλλη μια φορά, ξανά και ξανά. Αυτή είναι μια τόσο ωραία αίσθηση... πολύ ενδιαφέρον, σαν να διχάζεσαι. Στην αρχή η Λού επικεντρώθηκε στις αισθήσεις, που έρχονταν από το ποδαράκι της – το χαϊδεύει μια ζεστή, τρυφερή παλάμη, τα δάχτυλα αγγίζουν δαχτυλάκια, γλιστράνε ελαφριά πάνω, κάτω, μια σφίγγουν με τρυφερή δύναμη τη φτέρνα, και την άλλη ίσα-ίσα που ακουμπούν, περνώντας... έπειτα αλλάζει το παιχνίδι, ακούει τις αισθήσεις στο χέρι της – τόσο τρυφερό, λιγάκι δροσερό δέρμα, τελείως λεπτό κάτω από τα δάχτυλα, πιο σκληρό στη φτέρνα, πόσο κομψή είναι η καμάρα του πέλματος της, με το οποίο εκείνη ενώνει το χέρι της... και πάλι επιστρέφει στις αισθήσεις του ποδαρακιού, και ξανά – του χεριού, ωραία... ξαφνικά δυο κρίσεις απότομης απόλαυσης κύλησαν πάνω στο χέρι της, μέχρι τον ώμο, και στο πόδι, και τα δυο κύματα ενώθηκαν κάπου στην κοιλιά, και σκορπίστηκαν σε λεπτές-λεπτές σπίθες, αφήνοντας την αίσθηση της ευχάριστης ζεστασιάς σε όλο το κορμί. Απίστευτο... άλλη μια ανακάλυψη... δεν θα το φανταζόταν ποτέ.

Η Λού λάτρευε να εξερευνά το σώμα της. Παλιότερα δεν σκεφτόταν καν, ότι το έχει – αυτό φαινόταν τόσο φυσικό, τι να σκεφτεί? Όμως, περίπου δυο μήνες πριν, όταν η Πούρνα έκανε μπάνιο μαζί της, η Λού κοίταξε κάτω στην δική της κοιλιά, στα ποδαράκια της, και ξαφνικά ένοιωσε μια έντονη αίσθηση της ομορφιάς, της απόλαυσης από την ομορφιά. Από εκείνη τη στιγμή, πολύ συχνά εξέταζε τον εαυτό της, άγγιζε, χάιδευε, έπιανε, και όταν πήγαινε για ύπνο, ακουμπώντας το κορμί της σε διάφορα σημεία, και όταν ξύπναγε, χουζουρεύοντας στο κρεβάτι – ξανά, έτσι το σώμα σιγά-σιγά άρχισε να ανταποκρίνεται με καινούριο τρόπο, όχι όπως παλιά, είναι τόσο ασυνήθιστο... αφού αγγίζεις τον «εαυτό σου», από την άλλη, όμως, αισθάνεσαι κάτι άλλο, άγνωστο, ζωντανό. Αφουγκράζεσαι και πλέεις στις παράξενες αισθήσεις... και έγινε πολύ πιο ωραίο το παιχνίδι με τις κολλητές και τα φιλαράκια της.

Η Λού τράβηξε το ποδαράκι της κοντά στη μύτη και μύρισε. Και αυτό μυρίζει, αλλά όχι όπως τα καλτσάκια. Νόστιμα. Ενδιαφέρον – η φτέρνα μυρίζει τελείως διαφορετικά, απ` ότι το πελματάκι, και τα δαχτυλάκια έχουν το δικό τους, ξεχωριστό άρωμα... για να δω – και η γεύση? Έγλειψε, γαργαλίστηκε, με γέλια απελευθερώθηκε από τα ίδια της τα χέρια, χαχάνισε και ξάπλωσε και πάλι στα χόρτα.

Μάλλον, θα μπορούσε κανείς να ξαπλώνει έτσι για όλη την ημέρα, να κοιτάζει τον ουρανό μέσα από το πλέγμα των χόρτων... οι σκέψεις... ναι, τελικά έρχονται διάφορες σκέψεις... τι παράξενο, είναι τόσο διαφορετικές... για παράδειγμα, αυτές, που εμφανίστηκαν το περασμένο σαββατοκύριακο. Όλη την εβδομάδα, όταν η Λού σκεφτόταν για αυτό, ένα βαθύ ρίγος περνούσε μέσα από το κορμί της, αφήνοντας την γλυκερή αίσθηση, σαν να έχει πιαστεί ολόκληρο το σώμα στην κολλώδη-στυφή γεύση των μούρων. Κάπως τρομακτικό, αλλά τόσο ελκυστικό για εκείνη... και άγνωστο – τι είναι το τρομακτικό, και άγνωστο - τι την ελκύει, αλλά η Λού θυμόταν πάρα πολύ καλά εκείνα τα λόγια, καταπληκτικό, για να μάθει την προπαίδεια, χρειάστηκε μια ολόκληρη εβδομάδα επαναλήψεων, και αυτές τις ακαταλαβίστικες λέξεις... πως γίνεται, τις άκουσε μόνο μια φορά, αλλά θυμάται όλα, σαν να το ήξερε ανέκαθεν; Πώς θα βρει τώρα – τι σημαίνουν; Από που ήρθαν στη μνήμη της; Ίσως, να τις άκουσε στο θιβετιανό μοναστήρι, όπου πήγαινε πολύ συχνά για να φωνάξει την Πούρνα; Μέσα σε αυτές υπάρχει κάποιος κρυφός ρυθμός, μια σιωπηλή μελωδία... η Λού αφέθηκε και πάλι στις αναμνήσεις της... τότε, μετά από πολύ παιχνίδι στην πίσω αυλή, εκείνη δεν ακολούθησε τους άλλους για φαγητό, αλλά ξάπλωσε στα ζεσταμένα από τον ήλιο σκαλιά. Μέσα από τα κρεμαστά κλαδιά του δέντρου φαινόταν διαπεραστικής ομορφιάς ουρανός, τα κλαδιά αυτά έλαμπαν δυνατά μέσα στις ακτίνες του ήλιου, και μεγάλα τσαμπιά από κατακόκκινα μούρα... ναι, αυτό συνέβη, όταν το βλέμμα της Λού καρφώθηκε στα μούρα στο φόντο του καταγάλανου ουρανού, το κοριτσάκι πάγωσε, και ξαφνικά ένοιωσε τόσο καλά, τόσο αναπάντεχα καλά, δεν γίνεται καλύτερα... τότε ήχησαν εκείνες οι λέξεις, αυτή μπορεί να τις επαναλάβει με ακρίβεια οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα και τώρα: « και έβγαλε εκείνος το σκότος από παντού, όπως γδέρνουν το δέρμα, για να απλώσει τη δική μας γη κάτω από τον Δικό Του λαμπερό Ήλιο. Οι άλλες φωτιές – είναι απλώς τα κλαδιά του κορμού σου, ο, Φωτιά. Ο Άγκνι, θεότητα του σύμπαντος, εσύ είσαι το κέντρο όλων των κόσμων και των κατοίκων τους; εσύ εξουσιάζεις όλους τους ανθρώπους, που έχουν γεννηθεί και τους υποστηρίζεις, εσύ είσαι ο πυλώνας τους. Είσαι το κεφάλι του ουρανού και ο ομφαλός της Γης. Είσαι η δύναμη, που κινείται και δρα στους δυο κόσμους. Το μεγαλείο σου, Φωτιά, είναι – στους ουρανούς και στην γη, και στα φυτά, και στα ύδατα, και με αυτό άπλωσες τον απέραντο κόσμο ανάμεσα στη γη και ουρανό; είναι – ένας ζωντανός ωκεανός του φωτός, ο οποίος έχει την θεϊκή όραση. Ο Άγκνι εισήλθε στη γη και στα ουράνια, σαν να ήταν ένα. Ο, Φωτιά – αμέτρητοι είναι οι θησαυροί σου!»

Η Λού έμεινε ακίνητη, καρφωμένη με την ασυνήθιστη αίσθηση στην καρδιά. Στην αρχή ήταν μαλακή, σαν τα μαξιλαράκια στις πατούσες του Τσάρλι, και σαν να την έσπρωχνε με απαλή παιχνιδιάρικη μυτούλα. Ήταν κάτι καινούριο και καταπληκτικό. Ξαφνικά η απόλαυση αυξήθηκε, σχεδόν έγινε ανυπόφορη, η Λού πάγωσε, σαν να έπιασε μια αόρατη δύναμη όλο το σωματάκι της, τα χειλάκια της άνοιξαν, το κορίτσι ανάσαινε βαριά και δεν μπορούσε να κουνηθεί. «Δεν γίνεται αυτό», «αδύνατον να γίνει» - οι σκέψεις πετάχτηκαν και σιώπησαν γρήγορα, κυριάρχησε η σιωπή, γεμάτη με θρίαμβο και ευδαιμονία. Και στα τέσσερα της άκρα άναψε η θέρμη, όπως και στο στήθος και στον αριστερό της ώμο, αλλά ακόμα πιο έντονα, απ` ότι στις πατούσες της, δυνάμωσε η πίεση στον θώρακα, σαν να προσπαθούσε απελπισμένα να βγει κάτι από το κέντρο του. Όταν λίγα λεπτά αργότερα η Λού απελευθερώθηκε από την αγκαλιά της ευδαιμονίας, η παύση κράτησε μόλις για ένα-δυο δευτερόλεπτα, και μετά εκείνη δεν κατάφερε να σωπάσει, είπε ολόκληρη την φράση ξανά. Αυτή τη φορά η κάθε λέξη ανταποκρινόταν με έντονο κυματισμό της ευδαιμονίας, το στήθος άνοιγε ακόμα πιο δυνατά, μανιασμένα, έτρεχαν δάκρυα, ένιωθε αφοσίωση, τρυφερότητα, ευγνωμοσύνη. Η Λού προσπάθησε να σηκωθεί, να αγγίξει με ξυπόλυτα ποδαράκια τη γη, αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει – κάθε φορά, όταν εκείνη στηριζόταν στο γόνατο της και ένιωθε, πως πιέζεται το τρυφερό χορτάρι, πως χαϊδεύει το υγρό χώμα το δέρμα της, αμέσως η αφοσίωση και η απόλαυση έφταναν στο εκρηκτικό επίπεδο, και την ίδια στιγμή δεν χρειαζόταν πια τίποτε άλλο. Υπήρξαν τα πάντα σε αυτές τις συναισθήσεις. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί, πως υπάρχει περίπτωση να επιθυμήσει έστω ακόμα κάτι.

Εμφανίστηκε μούδιασμα στο μουτράκι – σαν να έτρεχαν ζωηρά κλωσοπουλάκια. Στα ποδαράκια χύθηκε η αίσθηση της φρεσκάδας, αυτά ζωντάνεψαν, και σε όλη την επιφάνεια τους κυλούσε η τρυφερότητα. Το σώμα τεντώθηκε από μόνο του, η πλάτη ίσιωσε, την έπιασε δόνηση παντού, στις άκρες των δάχτυλων – μαλακό κολλώδη μείγμα, σκέψεις «έτσι βιώνεται η τρυφερότητα». Τα δαχτυλάκια της Λού βούτηξαν μέσα της, όπως στο μαλακό νερό του ρυακιού. Η τρυφερότητα την έλιωσε, σκόρπισε παιχνιδιάρικα τις σκέψεις και τις αισθήσεις, μέσα και έξω – τα πάντα γύρω λες και άρχισαν να ρέουν, να αναδύουν αρώματα, να ξεπαγώνουν μετά από μια μακριά χειμερία νάρκη. Είχε φαγούρα στις μασχάλες, και οι αισθήσεις της κάψας έτρεξαν προς όλες τις μεριές, σαν τα άτακτα κουτάβια, όμως, αμέσως συσσωρεύτηκαν όλα μαζί, στην ίδια θέση, πλέον με καινούρια κουταβάκια.

Μέσα στο στήθος φάνηκε κάτι σαν τσιμπήματα, στην αρχή αναβόσβηναν, μα σχεδόν αμέσως δυνάμωσαν, μετατράπηκαν σε απότομη, επίμονη διάσπαση – σαν να προσπαθούσε ένα πολύ μεγάλο πράγμα να ξεφύγει μέσα από μικροσκοπική οπή. Δεν μπορεί να βγει ακόμα – είναι υπερβολικά μεγάλο, δυνατό, λαμπερό, για να περάσει από τόσο μικρή τρυπούλα. Η πλάτη καίει σχεδόν ολόκληρη πια – ειδικά η αριστερή πλευρά, η κάψα απλώνεται στον αριστερό ώμο. Είναι δυνατόν αυτό – να νιώσεις ΕΤΣΙ την τρυφερότητα; Απρόσμενα – ξανά η λέξη-φωνή, ίδια, – «μπορείς να το βιώνεις πάντα». Μπορώ να το βιώνω πάντα: Μπορώ να το αισθάνομαι πάντα! Σαν να σκίστηκε ένα παραπέτασμα, το ξέρω τόσο καλά – μπορώ να το αισθάνομαι πάντα! «Θα πολεμήσεις». Θα πολεμήσω. «Θα δώσεις όλες τις δυνάμεις». Θα δώσω όλες τις δυνάμεις. «Αυτό αξίζει τέτοια προσπάθεια». Αυτό αξίζει τέτοια προσπάθεια.! Ποιος μιλάει με ποιον τώρα? Αυτές είναι η δεν είναι σκέψεις? Δεν είναι σκέψεις, είναι.... είναι η τροφή, θέλεις να τη πιάνεις με κουτάλι, να τη μασήσεις, να τη καταπιείς, να την χύσεις μέσα σου μέχρι τελευταία σταγόνα, να καταβρόχθισης με τρίξιμο και θόρυβο, να εμποτιστείς ολόκληρος, για να στάζεις με αυτήν, να γίνεις και εσύ το ίδιο. «Το κορμί σου θα γίνει το κορμί του Βούδα». Το κορμί μου θα γίνει το κορμί του Βούδα! «Το μυαλό σου θα είναι μυαλό του Βούδα». Το μυαλό μου θα είναι μυαλό του Βούδα! «Το πάθος σου θα είναι πάθος του Βούδα». Ποιος είναι ο Βούδα??

Ξαφνικά η Λού κατάλαβε, ότι ακούει ένα θόρυβο – κάπου εκεί, δεξιά, ανάμεσα στις σημύδες, λίγα μέτρα μακριά από εκείνη. Να και πάλι! Μετέφερε το βλέμμα της αργά και παρέλυσε. Η ευδαιμονία μετατράπηκε σε έκπληξη και ενθουσιασμό. Η αίσθηση της ομορφιάς κοκάλωσε το κορμί της, ακριβώς όπως και πριν από ένα λεπτό – αφοσίωση και ευδαιμονία: δυο βήματα μακριά από εκείνη στεκόταν και την κοιτούσε στα μάτια ένας ανατριχιασμένος, έτοιμος να επιτεθεί τίγρης.

 



<< Back Forward >>