Ť Μάγια ť

Τόμος 2: Ť Προέλευση των ειδών ť

Κεφάλαιο 20


 Η μέρα πέρασε στις πυρετώδεις προετοιμασίες. Με το που καταλάγιασε η καταιγίδα της αφοσίωσης – το ίδιο ξαφνικά, όπως και άρχισε, επικράτησε ηρεμία στην αρχή– γεμάτη, φορτισμένη ηρεμία. Και μετά ήρθε η επιθυμία για δράση, αμέσως, αυτή τη στιγμή, ούτε ένα λεπτό καθυστέρησης. Καταπληκτικό… διαβάζοντας βιβλία για αρχαίους Ťφωτισμένουςť, η Τόρα ένιωθε συνέχεια μια απορία – για ποιο λόγο, αν κάποιος άνθρωπος ονόμαζε τον εαυτό του Ťφωτισμένοť, οπωσδήποτε έπρεπε να υποκριθεί, πως ο, τι κόσμιο και επίγειο δεν τον αφορά ιδιαίτερα; Το να κάθεσαι στη στάση του λωτού και να μην κάνεις τίποτα – αυτό θεωρείται χαρακτηριστικό της αληθινής φώτισης. Εντάξει, καμιά φορά μπορούσαν να κάνουν αργές βόλτες στον κήπο, και να συζητάνε με βαρυσήμαντο ύφος με τους Ťμαθητέςť. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα τέτοιων φωτισμένων – η υποχρεωτική έκφραση της επάρκειας και γλυκανάλατης καλοσύνης. Ποιος βλάκας το σκέφτηκε, πως η απόσπαση – είναι απραξία; Ότι η ευδαιμονία εκδηλώνεται με γλυκερά χαμόγελα; Αυτό αναμφισβήτητα σημαίνει, ότι οι Ťφωτισμένοιť αυτοί δεν είχαν αισθανθεί ποτέ τους τις φωτισμένες αντιλήψεις, αλλιώς θα καταλάβαιναν την ίδια στιγμή, ότι οι ΦΑ προκαλούν αμέσως έντονη δίψα για δραστηριότητα, για γνώση, για πειραματισμό. Επινόησαν τον μπαμπούλα – Ťεξάρτησηť. Δηλαδή, αν ο άνθρωπος έχει ένα σορό από επιθυμίες, αυτό σημαίνει, πως δεν είναι φωτισμένος και γενικώς είναι γεμάτος σκοτισμούς. Τους ήταν τόσο δύσκολο να παρατηρήσουν, ότι οι χαρούμενες επιθυμίες δεν έχουν τίποτα κοινό με εκείνο το σύνολο των αρνητικών συναισθημάτων, μηχανικών συνηθειών, δογματικών δηλώσεων, από τις οποίες στην ουσία αποτελείται μια εξάρτηση? Αν και υπήρξαν εξαιρέσεις. Ο Ραμακρίσνα μιλούσε για ολόκληρα εικοσιτετράωρα με τους ανθρώπους. Δεν υπήρξε διαδίκτυο τότε, και αυτός δεν είχε ευκαιρία να τυπώνει και να διανέμει τα βιβλία του, αλλά και στον περίγυρο του δεν υπήρχαν πολλοί, που να ήξεραν ανάγνωση – ήταν σχεδόν όλοι αγράμματοι στη δική του εποχή, - έτσι εκείνος έκανε ο, τι μπορούσε να κάνει – μιλούσε με δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες ανθρώπους. Και ο Βιβεκανάντα είχε άκρως δραστήρια ζωή – ταξίδεψε στην Αμερική, έδινε διαλέξεις, έκτιζε ναούς, που τότε ήταν ένα από τα μέσα για την εξάπλωση της πρακτικής. Άλλο είναι άγνωστο - για ποιο λόγο αυτοί δεν ανέλυσαν τα αποτελέσματα της δραστηριότητας τους, γιατί δεν αντιλήφθηκαν, ότι η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών τους είναι μηδαμινή …

Πρώτα απ` όλα η Τόρα βρήκε την Πούρνα. Η κουβέντα τους βγήκε παρορμητική, γεμάτη αναστάτωση, διέκοπταν η μια την άλλη και τους εαυτούς τους, μπερδεύονταν στα σχέδια τους, και τελικά, μια ώρα αργότερα, εξαντλήθηκαν και οι δυο και αποσυνδέθηκαν, παίρνοντας μια παύση για να τα σκεφτούν όλα ήρεμα. Σβήνοντας τη μεγάλη οθόνη, στην οποία μετατρεπόταν ένας από τους τοίχους του σπιτιού, η Τόρα ξαφνικά ένοιωσε αναπάντεχη επιθυμία να πηδήξει κάποιον με χοντρό πουλί. Θυμήθηκε την προηγούμενη νύχτα, όταν μέσα στο σκοτάδι μια δεκάδα από αγορίστικα χέρια τη τράβηξε από την αιώρα κάτω στο πάτωμα, την έπιαναν παθιάρικα, άνοιξαν τα πόδια της και τη Ťβίασανť - δυο αγοράκια κρατούσαν τα χέρια της, άλλα δυο – τα σηκωμένα της πόδια, έτσι εκείνη Ťδεν μπορούσεť να αντισταθεί. Την άναβε τρομερά εκείνη η φασαρία, την οποία τα πιτσιρικά σήκωσαν γύρω της – έσπρωχναν ο ένας τον άλλο, ψιθύριζαν, χώνοντας εναλλάξ τα πέη τους μέσα στο μουνάκι της. Την ερέθιζε, ότι κάποιος είχε μικρό πουλί, κάποιος άλλος – αρκετά μεγάλο. Ερέθιζε, ότι δεν τους ενδιέφερε ιδιαίτερα – που θα μπει το πέος τους – στο μουνάκι η στον ποπό. Ερέθιζε, ότι δεν ήθελαν να περιμένουν τη σειρά τους – στο τέλος την έβαλαν στα γόνατα, να καθίσει με το μουνάκι της πάνω σε έναν, την ώρα που οι άλλοι πηδούσαν το στόμα και το ποπό της. Κάποια στιγμή την γαμούσαν πέντε ταυτόχρονα – στο μουνάκι, ποπό, στόμα, και κρατούσε στις χούφτες της από ένα ανήσυχο πέος. Την ίδια στιγμή κάποιος έγλειφε τα ποδαράκια της, έπιανε τα στηθάκια - μια τα ζούλαγε, μια έσφιγγε τα ρώγες. Αν δεν είχε προπονηθεί τόσο καλά να συγκρατείται στο όριο του οργασμού, θα είχε τελειώσει ήδη δέκα φορές. Σε όλο της το κορμί – αρχίζοντας από τα πόδια, μέσα από το μουνάκι και ποπό – πάνω στη σπονδυλική στήλη, έτρεχαν κύματα απόλαυσης – σαν ένας μαλακός ηλεκτρισμός. Ο ερεθισμός απογειώθηκε, όταν ανακαλύφθηκε, ότι τα πιτσιρίκια δεν είναι δέκα, αλλά περισσότερα, και δεν μπορούσαν να τη φτάσουν όλοι – που να χώσουν και τι να πιάσουν, εκείνοι άρχισαν να τρέχουν σε όλο το σπίτι, έφεραν τη κοπέλα και ένα από τα παλικάρια, που έπαιζαν σκάκι το βράδυ, τους ξάπλωσαν δίπλα στην Τόρα και άρχισαν να τους πηδάνε ασύστολα. Εκμεταλλευόμενη τη σχετική ελευθερία, η Τόρα σύρθηκε κοντά στο παλικάρι και κοίταζε, πως τα αγόρια, ένας μετά τον άλλο, τον πηδάνε από πίσω. Ύστερα το παλικάρι έπιασε έναν από τα αγόρια, το τράβηξε κοντά και χώθηκε, ενώ κάποιος άλλος κόλλησε στον δικό του ποπό – και η όψη των τεσσάρων αγοριών, που στέκονται στα γόνατα και πηδιούνται, την είχε ξετρελάνει τόσο πολύ, ότι η Τόρα αναγκάστηκε να κοιτάξει αλλού. Μετά το βουνό διασπάστηκε σε ζεύγη και τριάδες, τα αγόρια άρχισαν να πηδιούνται και μεταξύ τους, όχι μόνο την Τόρα με τους άλλους, να χύνουν, το δωμάτιο μύρισε σπέρμα, κάποιος τελείωσε μέσα στο στόμα της… οι αναμνήσεις δεν μείωσαν την όρεξη της, η Τόρα πετάχτηκε και έτρεξε έξω, να βρει έστω κάποιον για να την πηδήξει. Δεν υπήρξε κανένας μέσα στο σπίτι, γι` αυτό έξω η Τόρα κρεμάστηκε στον πρώτο τυχαίο περαστικό, κατέβασε τα σορτς του και μισό λεπτό αργότερα ανατρίχιαζε απολαυστικά από τα χτυπήματα του πέους μέσα στο μουνάκι της..

Το πιο σημαντικό, που κατάφερε να μάθει η Τόρα από τη συζήτηση με τη Πούρνα, ήταν το ότι εκείνη ήταν απόλυτα ξετρελαμένη με την επικείμενη ευκαιρία να γίνει δύτης. Αποκαλύφθηκε, ότι η κοπέλα δεν είχε σκεφτεί ποτέ για κάτι τέτοιο, διότι την ώρα της εκπαίδευσης της στους κομάντος (που και για εκείνη τότε ήρθε εντελώς απρόσμενα, όπως και για τη Τόρα) αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες με τις καταδύσεις. Ερμηνεύοντας το γεγονός αυτό σαν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, η Πούρνα τελικά εγκατέλειψε το εκπαιδευτικό κέντρο. Όμως τώρα, όταν μίλησε για τη φύση των δυσκολιών της, εκείνη – μετά από έντονες αντιδράσεις και παρορμητικές κατηγορίες για την αναποφασιστικότητα, ηττοπάθεια και ανικανότητα, δεν ήταν πια τόσο σίγουρη, ότι τα εμπόδια εκείνα ήταν τελικά τόσο ανυπέρβλητα. Στο τέλος συμφώνησε με το ότι εκείνη δεν κατέβαλλε αρκετές προσπάθειες, και σε αυτήν μεταδόθηκε ο ενθουσιασμός της Τόρας, και η Τόρα ορκίστηκε σε όλους τους πλανήτες του ηλιακού συστήματος, ότι θα αρχίσει σήμερα κιόλας τη σύσταση του σχεδίου των εργασιών. Το βασικό πρόβλημα ήταν, ότι η Πούρνα, που κατάφερε μόλις σε ένα μήνα να ελέγχει την είσοδο στα συνειδητοποιημένα οράματα, με τίποτα δεν μπορούσε να στερεώσει τη συνείδηση της μέσα σε αυτά, και παρά πολύ γρήγορα έβγαινε εκτός, στα συνηθισμένα όνειρα. Για έναν μήνα περίπου ακόμη εκείνη προσπαθούσε με όλους τους τρόπους να λύσει αυτό το πρόβλημα, αλλά, απ` ότι φαίνεται, αυτό είχε κάποιο ηθικό χαρακτήρα, δηλαδή, κάποιος σκοτισμός, τον οποίο εκείνη δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει, έκανε αδύνατη την σταθερή στερέωση. Η Πούρνα υπολόγιζε, ότι σαν αποτέλεσμα όλων εκείνων των πρακτικών, με τις οποίες αυτή ασχολιόταν στο κέντρο, ο σκοτισμός αυτός η θα απομακρυνθεί η έστω θα κλονιστεί, αλλά δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος. Τέλος πάντων, έπειτα από τρεις μήνες και κάτι μέρες ακόμα η κοπέλα έφυγε από το κέντρο. Παρεμπιπτόντως, τα λεγόμενα της Πούρας, ότι ο Μένγκες ήταν ένας από τους προπονητές και γι` αυτήν, και για άλλους εκπαιδευόμενους, έκαναν μεγάλη έκπληξη στην Τόρα. Δηλαδή, βγαίνει, ότι ο Μένγκες ήταν κομάντος; Αδύνατον - αφού ο Μένγκες, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Τόρας, σπούδασε μόνο για έναν χρόνο στους κομάντος, και μετά επέστρεψε στη βάση του να συνεχίσει τις έρευνες. Παράξενο… πρέπει να τα ξεκαθαρίσει μετά. Ένας άνθρωπος, που δεν έφτασε στην επιτυχία σε κάτι, δεν θα μπορούσε να εκπαιδεύει τους άλλους να το πετυχαίνουν…

Η Τόρα ένιωθε ερεθισμένη, επειδή επιφανειακά δεν συμμετείχε καθόλου στο σεξ – ήταν ξαπλωμένη, σκεφτόταν για τα δικά της, και το κορμάκι της παραδινόταν στην ηδονή και απολάμβανε.

32 ώρες μέχρι το πείραμα. Όλα ξεκάθαρα με την προοδευτικότητα, ο Τόμας αντιπροσωπεύει αυτή την πλευρά, τουλάχιστον… Τώρα πρέπει να συναντήσει και να κουβεντιάσει με εκείνους, τους οποίους ενδιαφέρει περισσότερα απ` όλα να βρουν απάντηση στην ερώτηση – είναι πιθανή η ουσιαστική επαφή με τα ζώα? Η εξέλιξη τους όντως έκανε με κάποιο καταπληκτικό τρόπο ένα τόσο απότομο άλμα, ότι δεν το παρατήρησε κανείς? Ίσως να ζούσαμε όλον αυτόν τον καιρό με αυτούς και δεν βλέπαμε, ότι τα ζώα – δεν είναι απλώς αστεία χνουδοτούλια? Ποιος θα μπορούσε να ασχοληθεί με αυτό το θέμα; Θέλω να πάω στο ŤΚέντροť για να μάθω...

Την ίδια στιγμή, όταν η ιδέα αυτή της ήρθε στο μυαλό, η Τόρα ήταν στημένη στους αγκώνες και στα γόνατα της, και κουνιόταν στο ρυθμό, που της έδινε το πέος, που την κάρφωνε. Απλώς πετάχτηκε, και έτρεξε στο δρομάκι, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Στη βασική ροή των πληροφοριών δεν βρέθηκαν ονόματα των μελών του πειράματος. Αυτό ήταν αναμενόμενο…. Ο Τόμας – βρίσκεται εκτός σύνδεσης. Η Φόσσα – όχι. Για λίγα δευτερόλεπτα η Τόρα σκεφτόταν – αν είναι σωστό να ενοχλήσει τον Μοράν και Μερκ – επειδή δεν ένιωθε για εκείνους την ίδια αίσθηση συνεργασίας, την οποία είχε για τον Τόμας. Και οι δυο εκτός σύνδεσης. Ο Μένγκες… ίσως, ο Μένγκες; Ο Μένγκες απάντησε.

- Ποιος ασχολείται με τα ζώα? – φώναξε εκείνη, μόλις λειτούργησε η σύνδεση. – ο Μένγκες καθόταν στη βεράντα, και κρίνοντας απ` όλα, είχε παρέα. Πίσω από τη πλάτη του φαινόταν η Άμα-Νταμπλάμ.

- Με ποια ζώα, - εκείνος γούρλωσε με έκπληξη τα μάτια.

- Με τα δελφίνια, τους τίγρεις.

- Δελφίνια – εννοείς εκείνα τα δελφίνια; Το ξέρεις ήδη – ο Τσοκ με την ομάδα του. Ο τίγρης…

- Όχι, εγώ εννοώ – ποιος από αυτούς, που θα πάρουν μέρος στο πείραμα, ενδιαφέρεται πρώτα απ` όλα για την διαλεύκανση αυτού του ερωτήματος.

- Ποιου ερωτήματος? – Ο Μένγκες έδειχνε ήρεμος, όμως, ένα ελαφρύ χαμόγελο υπήρξε στο πρόσωπο του. – Βράζει η ζωή σου εκεί, απ` ότι βλέπω;

- Τι να πω, - γέλασε η Τόρα. – Βράζει. Ο Τόμας μου πρότεινε να μαζέψω δική μου ομάδα – μια ομάδα δυτών, που θα ασχοληθεί με τη δημιουργία της κοινότητας δραπετών στον κόσμο των Σεγιεν, δεν είναι τέλειο αυτό?

- Τέλειο. – συμφώνησε ο Μένγκες.

- Άκου, - η Τόρα σάστισε για μια στιγμή, κάτι, που φυσικά, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τον Σέρλοκ Χολμς – πώς εκπαίδευες τους δόκιμους στα κέντρα των κομάντος, αν εσύ ο ίδιος … είσαι κατά κάποιο τρόπο αποτυχημένος?

Ο Μένγκες έγειρε λιγάκι στη πλάτη της καρέκλας του, και κοίταξε αφηρημένα κάπου πάνω από την οθόνη.

- Οι πληροφορίες, που έχεις, δεν είναι ακριβώς σωστές.

- Δηλαδή?

- Είμαι ένας κομάντος.

- Χα…

- Πρώτου επιπέδου.

- ??!!

Δηλαδή, όλον αυτόν τον καιρό την κορόιδευε, υποκρινόταν τον αρχάριο, που δεν κατάφερε καν να περάσει από τυπική εκπαίδευση… γιατί; Πρώτο επίπεδο – άρα, είναι ένας από τους αρχηγούς. Ένας από αυτούς, που βράζουν όλο αυτό το καζάνι.

- Και γιατί με κοροϊδεύεις τόσο καιρό, δεν είσαι γουρούνι μετά από κάτι τέτοιο?

Ο Μένγκες χαμογέλασε.

- Δεν ήθελα να μου γίνεις τσιμπούρι.

- Τσιμπούρι?

- Δεν κάνεις εντύπωση του πολεμιστή – περισσότερα ενός μαμάκα, δηλαδή, του κοριτσιού του μπαμπά. Δεν ξέρω, τι σκεφτόταν ο Τόμας, όταν σου πρότεινε να μαζέψεις την ομάδα. Μάλλον, αποφάσισε να σε ξεφορτωθεί με αυτόν τον τρόπο. Είναι σίγουρο, ότι θα τα παρατήσεις στα μισά… ποια μισά, σε ένα εκατοστό του δρόμου, γιατί λοιπόν να μην διασκεδάσεις έτσι – μέσα στις άκαρπες ομιχλώδεις φαντασίες σου – αυτό ταιριάζει, για να περάσεις τις επόμενες δυο μέρες μέχρι το πείραμα.

- Δεν θα τα παρατήσω στα μισά.

- Θα τα παρατήσεις.

- Δεν θα παρατήσω. – η Τόρα κοίταζε τον Μένγκες κατάματα. Η φιλική της διάθεση εξατμίστηκε – τώρα μπροστά της δεν καθόταν ο παλιός καλός της φίλος Μένγκες, αλλά… ένας κομάντος, να τον πάρει ο διάολος, αναγνώριζε τις συνήθειες του… απρόβλεπτος, παρατηρητικός, αλύπητος για δέκα, αν και χαμογελαστός, αλλά και σοβαρός. Πόσο χαζή ήταν… μόλις έπαιξε μια μικρή σκηνή μπροστά της, εκείνη τον πίστεψε, και εκτόπισε τα πάντα, που δεν κολλούσαν με αυτή την χαζή ιστορία. – Δεν θα τα παρατήσω.

Ο Μένγκες τη κοίταζε σιωπηλά. Άραγε – ποιος είναι εκεί δίπλα του…

- Προσκάλεσα τη Πούρνα. Εκείνη συμφωνεί.

- Είναι μαλακή.

- ?

- Μαλακή. – ο Μένγκες σηκώθηκε και άρχισε να τεντώνει τους μύες. – Όσο θα είναι τόσο μαλακή, δεν θα πετύχει τίποτα – έτσι και θα πετάγεται έξω από τα συνειδητοποιημένα οράματα, σαν φελλός.

- Τι πρέπει να αλλάξουμε?

- Την αυτοπεποίθηση. Πρέπει να γίνει αρχηγός – έστω για τον εαυτό της. Πρέπει να μάθει να παίρνει αποφάσεις γρήγορα και με σιγουριά. Για αυτό ωφελεί να της αναθέτεις όσο πιο πολλές δουλειές μπορείς, και να επεμβαίνεις όσο το δυνατόν λιγότερα στο πως αυτή τις ολοκληρώνει. – Ο Μένγκες έγειρε στην πλάτη της καρέκλας ξανά, και σιώπησε για μερικά δευτερόλεπτα. – Σκοπεύεις να δημιουργήσεις δική σου ομάδα – πολύ ωραία, ας πάρει εκείνη υπό τον έλεγχο της το κτίσιμο της βάσης. Μην παίρνεις τις ήδη υπάρχουσες – φτιάξε μια νέα,– αυτό, παρεμπιπτόντως, από μόνο του έχει πολύ ενδιαφέρον. Εκτός από αυτό, όπως γνωρίζεις ήδη, οι βάσεις, που έχουμε, δεν είναι αρκετές. Θα εμφανιστούν πάρα πολλά καθαρά οικιακά, καθημερινά προβλήματα, θα χρειαστεί να κάνεις εκατοντάδες, χιλιάδες μικρές δουλειές – το σχέδιο του σπιτιού, το σχέδιο του περιβάλλοντος χώρου – πάρτε ένα άγριο κομμάτι της επιφάνειας.

- Πολύ καλά. Αυτό θα κάνουμε. Θα κτίσουμε τη βάση… ας πούμε, στην Ιαπωνία – είναι αρκετά άγριο περιβάλλον; Εκεί είναι καλυμμένα με τσιμέντο τα πάντα μέχρι το τελευταίο εκατοστό – οι προγονοί μας, οι Ιάπωνες, έβαλαν το μεράκι τους… Θα φτιάξουμε εύφορο έδαφος εκεί…

- Αφού σου το` πα ήδη. Ας ασχοληθεί εκείνη. Μην επεμβαίνεις. Ας επιλέξει η ίδια το μέρος, το σχέδιο, τη διακόσμηση, ποιο έδαφος θα δημιουργηθεί, ποια βλάστηση θα φυτευτεί, πως θα περαστούν οι επικοινωνίες – ας το αποφασίσει εκείνη. Να την τσιγκλάς, μα μην την αφήνεις να μείνει στάσιμη. Μην την αφήνεις να σκέφτεται περισσότερο, απ` ότι χρειάζεται για την ανάλυση όλων των παραγόντων. Πίεσε την – ανάγκασε τη να παίρνει αποφάσεις τόσο γρήγορα, ώστε να τρομάξει και η ίδια. Δεν τρέχει τίποτα, αν κάνει βλακείες – δεν πειράζει, να τα ξανακάνει σωστά. Πρέπει να γίνει πολιτικός μηχανικός, οικοδόμος, μάνατζερ, επιχειρηματίας…

- Επιχειρηματίας??

- Δεν υπάρχουν οι επιχειρήσεις τώρα, όμως, η αγορά έμεινε. Όταν εγώ προτείνω σε κάποιον τη συμμετοχή στο δικό μου σχέδιο – κάνω μάρκετινγκ, - του παρουσιάζω την ιδέα μου με τον τρόπο, που θα τον κάνει να ενδιαφερθεί, και να κερδίσει τον διαγωνισμό με τις άλλες δικές του επιθυμίες. Ανέθεσε της να βρει έναν η δυο ακόμα μέλη για την μελλοντική σας ομάδα. Όχι. Να της αναθέσεις καλύτερα να δελεάσει κάποιον από τους τωρινούς δύτες να μεταφερθεί σε σας – έτσι θα προπονηθεί στο να πείθει και να προσελκύει τον κόσμο, και ταυτόχρονα θα μάθει καλύτερα – τι θέλει η ίδια …

- Ενδιαφέρον… - η Τόρα ένιωθε, ότι η προσμονή λόγο μιας τέτοιας επιρροής στην Πούρνα αυξήθηκε στο 7 και με αυτόν τον τρόπο έφτασε στ όριο της εκστατικότητας.

- Εκείνη έχει αρκετή υπομονή – δεν έχει αποφασιστικότητα. Είναι ΠΟΛΥ επίμονη, αλλά αναποφάσιστη. Αν δεν διορθώσει αυτό το σφάλμα – δεν θα πετύχει τίποτα. Αν θα μπορέσει να ξεπεράσει αυτό το ελάττωμα – θα είναι ανεκτίμητη.

- Θα γίνει ανεκτίμητη, στο υπόσχομαι, Μένγκες. Θα την κάνω να φτύσει αίμα, αλλά θα αναγκαστεί να ξεπεράσει αυτή τη μαλακία.

- Εντάξει. Θα δούμε. Να τη πιέσεις με όλες τις δυνάμεις. Η αποξένωση, το παράπονο δεν είναι χαρακτηριστικά για εκείνη, έτσι να τη πιέζεις για τα καλά. Η ηττοπάθεια – είναι αναπόφευκτη συνέπεια της αναποφασιστικότητας – ναι, θα το δεις αυτό. Πίεσε την. Μάθετε να δουλεύετε μαζί, μάθετε να προχωράτε μαζί, σαν ομάδα.

- Ποιος θα ασχοληθεί με τα ζώα?

- Θα το κάνω εγώ.

- Εσύ?! Συμμετέχεις και εσύ? Αν και… ναι, βέβαια, τώρα κατάλαβα…

- Όχι μόνο με τα ζώα, όπως καταλαβαίνεις. Με ενδιαφέρει η επαφή με το Μεγάλο Κορίτσι – το πιο πιθανόν – περισσότερα από τα δελφίνια, τίγρεις, περισσότερα από όλους τους άλλους. Έτσι, εφόσον δεν με έχεις μόνο ακουστά, ξέρεις περίπου, τι μπορείς να περιμένεις. Καλύτερα να…

- Τι?

- Καλύτερα να συναντήσεις τον Νόρτον.

- Τι αυτός …

- Το φόρτε του – η εξέλιξη του ανθρώπου. Εξέλιξη με χρίση εκστατικών φωτισμένων αντιλήψεων. Μπορώ να σου πω σίγουρα, ότι ο Νόρτον είναι σκληρό καρύδι. Να έχεις υπ` όψιν σου, λοιπόν… όχι, μην ρωτάς, - διέκοψε εκείνος τη Τόρα, βλέποντας, ότι εκείνη άνοιξε το στόμα της για ερώτηση, - άντε να ξεμπερδεύεις μόνη σου. Μπορώ μόνο να σου πω, ότι ο Νόρτον είναι μαθητής του Μπόντχι..

- ? – το στόμα της Τόρας άνοιξε. – Τώρα είναι μαθητής?? – Εννοείς – ήταν μαθητής? Όλοι γνωρίζουν, ότι εσύ ΗΣΟΥΝ μαθητής τους, είναι λίγοι που το πιστεύουν αυτό, όμως …

- Εγώ εννοούσα αυτό, που είπα. Αλλά και εσύ να ξέρεις – εκείνος δεν θα στο πει και αν τον ρωτήσεις – δεν θα το παραδεχτεί. Αντίστοιχα – αν υπάρχει κάποιος, που μπορεί αληθινά να επέμβει στο πείραμα και να το παρασύρει εκεί, όπου εκείνος θέλει, και να παραγκωνίσει όλους τους ανταγωνιστές – είναι αυτός. Δεν νομίζω, ότι θα σε συναντούσε… όχι, είμαι σίγουρος, ότι δεν θα πήγαινε να σε συναντήσει, αλλά εφόσον εσύ συμμετέχεις στο πείραμα, δεν θα μπορέσει να σου πει όχι – άδραξε την ευκαιρία σου λοιπόν, δεν αποκλείεται, ότι θα είναι πρώτη και η τελευταία.

 

Φτάνοντας στο σπίτι, η Τόρα ανακάλυψε, ότι ήρθε μήνυμα από την Πούρνα, Ναι… μέχρι στιγμής με τίποτε δεν θα μπορούσε να την ονομάσει ανίκανη– εκείνη ήδη κατάφερε να καταδυθεί! Άρα – παρότι η Πούρνα δεν καταφέρνει να εκτελέσει τη στερέωση στα συνειδητοποιημένα οράματα, όμως, έμαθε να ελέγχει απολύτως την διαδικασία της εισόδου – αν κρίνει σωστά, δεν παραδόθηκε έτσι απλά τότε στο κέντρο εκπαίδευσης των κομάντος. Αν ακόμα – μετά από ένα η δυο χρόνια – με τέτοια ευκολία μπορεί να περάσει όλα τα σταδία της εισόδου, αυτό σημαίνει πολλά…

 

ŤΑποφάσισα να δω – πως είναι η κατάσταση για την ώρα. Δεν υπάρχουν προβλήματα με την είσοδο – όμως, με τα υπόλοιπα – όπως και πριν, η συνείδηση μου εξατμίζεται, ο, τι και αν κάνω. Αλλά θα πολεμήσω. Δεν ξέρω ακόμα, πώς, όμως, θα το κάνω. Συνδέθηκα με το κέντρο, κανόνισα, ότι θα πετάξω εκεί αύριο, θέλω να μπω ξανά σε κείνη την ατμόσφαιρα, να γνωρίζω τους αρχάριους, ίσως να βρω κάποιον ενδιαφέρον. Διάβασε – τι κατάφερα να κάνω σήμερα - τέτοιο χαλί έχω σχεδόν πάντοτε. Ακόμα – δεν σου το είχα πει … λόγο της αίσθησης της αυτοχωλότητας, το θέμα είναι, ότι για κάποιο λόγο στα συνειδητοποιημένα οράματα μου πολύ συχνά εμφανίζεται ο Μπόντχι. Μάλλον, αυτό με σκότωσε τελικά – μου φαινόταν, ότι όλοι γελάνε μαζί μου – επειδή γενικώς είμαι τόσο ψόφια, δεν ξέρω τίποτα, όμως, όταν εγώ έχω τα συνειδητοποιημένα οράματα, και εκεί εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, μα οπωσδήποτε βλέπω τον Μπόντχι… σε κανέναν δεν έρχεται, δηλαδή, μα έρχεται σε μένα, όμως…βέβαια, αυτή είναι κάποια εκδήλωση της ανειλικρίνειας, - ίσως να θέλω να δω τον εαυτό μου σημαντικό, πολύ σημαντική προσωπικότητα, η οποία ενδιαφέρει τον Μπόντχι τόσο πολύ, ότι χώνεται στα όνειρά της. Παρεμπιπτόντως, εγώ πιστεύω, ότι αυτός υπάρχει, εσύ? Όπως και να έχει – αφού θα δουλέψουμε μαζί τελικά, εγώ δεν θέλω να κρύψω τίποτα από εσένα. Να το ξέρεις – εκείνος εμφανίζεται πάντα στα συνειδητοποιημένα οράματα μου – δηλαδή, θα τα περιγράφω έτσι, ότι εκείνος θα εμφανίζεται συχνά. Ακόμα και τώρα – λόγο του ότι στα εξηγώ με τέτοια πολυλογία – φαίνεται αμέσως, πόσο μεγάλη αίσθηση αυτοχωλότητας αισθάνομαι από αυτό. Μήπως αυτή είναι η αιτία, για την οποία εγώ δεν καταφέρνω να στερεώσω τον εαυτό μου μέσα στα οράματα? Διότι αν εγώ θα μάθω να στερεώνομαι, αυτό σημαίνει, ότι θα καταφέρω να εκτελέσω τη σύνδεση, και τότε εκείνος, με τον οποίο εγώ θα έχω από κοινού κατάδυση, θα δει, ότι δεν υπάρχει κανένας Μπόντχι, είναι απλά τα φαντάσματα μου, γεννημένα με την σημαντικότητα μου. Ίσως να τα φοβάμαι όλα αυτά απλώς. Μα έχω όμως τον πραγματικό Μπόντχι – φανταστικός, επινοημένος, στον οποίο και εγώ πιστεύω, σαν σε ένα πραγματικό άνθρωπο, ο οποίος υπάρχει κάπου αυτή τη στιγμή. Δεν ξέρω. Έτσι η αλλιώς – δεν θέλω πια να χαϊδεύω αυτό το απόστημα, - θέλω τόσο πολύ να ασχοληθώ με την προοδευτικότητα μαζί σου. Από εδώ και εμπρός – αυτό, που έζησα στις καταδύσεις μου. Μπέρδεμα τρομερό.

Όλα έδειχναν, σαν να είχα ξαπλώσει, άρχισα να εκτελώ τις διαδικασίες τις εισόδου, έμεινα λιγάκι ξαπλωμένη και μετά σηκώθηκα, κάπως νυσταγμένη. Περπατούσα στο δωμάτιο, και ξαφνικά από την διπλανή πόρτα βγήκε ο Μπόντχι. Το πρώτο δευτερόλεπτο, όταν του έλεγα κάτι, δεν συνειδητοποιούσα τον εαυτό μου καλά ακόμα. Και δεν θα είχα θυμηθεί, ότι αυτή η κατάσταση του συνειδητοποιημένου οράματος είναι για μένα για κάποιο λόγο ελκυστική. Του είπα: Μπόντχι, το ξέρω, ξέρω, ότι κοιμάμαι. Τότε κατάλαβα ήδη, ότι είναι το ΣΟ, όμως, η συνειδητοποίηση - όπως πάντα, για 2-3, και είμαι σαν μεθυσμένη. Άρχισα να γκρινιάζω, κάτι σαν: Μπόντχι, δεν γίνεται τίποτα. Εκείνος συμπεριφερόταν, λες και αδιαφορεί παντελώς για μένα. Μετά κάτι συνέβη, μάλλον, τα κατάλαβα όλα και εμφανίστηκε συνειδητοποίηση-10 – σαν να πέρασα μέσα από διάφανο κουκούλι, το οποίο με έκρυβε από τον έξω κόσμο. Αμέσως ξεκίνησαν δυνατές σωματικές συναισθήσεις – σαν να μου έκαναν ένεση με ζωηράδα, το σώμα γέμισε με δύναμη ως επάνω. Εμφανίστηκαν δυνατές φωτισμένες αντιλήψεις – δεν θυμάμαι, ποιες συγκεκριμένα, αλλά σκέφτηκα, ότι τις έλαβα από τον Μπόντχι, διότι δεν καταλαβαίνω, από πού αλλού θα μπορούσε να εμφανιστεί τέτοιο πράγμα σε αυτό το μέρος. Σαν να ήμουν μια ελεεινή κατσαρίδα πριν, η οποία το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να γκρινιάζει, και μετά αυτό το πλάσμα ξαφνικά έγινε αλύπητο για τον εαυτό του-10, να βιώνει προσμονή -7-10: μπροστά μου βρίσκονται τόσα μυστήρια, θέλω να σηκώσω τα πανιά μου και να τρέξω προς αναζήτηση τους. Ένιωθα τον εαυτό μου πλήρης με μια ακλόνητη βεβαιότητα για το ότι δεν υπάρχουν τέτοιες συνθήκες, τις οποίες θα μπορούσα να φοβηθώ. Αυτό το συνειδητοποιημένο όραμα ήταν σχετικά μακροχρόνιο για μένα. Μετά θυμάμαι, ότι βρέθηκα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο Μπόντχι μου έλεγε: ŤΨάξεť. Εγώ έπιανα τα πράγματα, του είπα: δεν βλέπω τίποτα. Μόνο τα συνηθισμένα πράγματα υπάρχουν εδώ. Εκείνος: ψάξε, σκύλα. Εγώ: όχι, όχι, δεν βλέπω.

Δεν ήξερα, τι αναζητούσα. Είχα προσμονή για δέκα, και ένιωθα, ότι δεν είναι η πρώτη φορά, που εγώ δυσκολεύομαι να λύσω αυτό το πρόβλημα. Όταν συνειδητοποίησα τον εαυτό μου για άλλη μια φορά, - εκείνος γύρισε σε μένα μόνος του. Και μετά σαν να με έσπρωξε κάπου, αφότου δεν βρήκα τίποτα, και βρέθηκα να αιωρούμαι, δίπλα μου πέρναγαν διάφορα τοπία, + υπήρξαν σειρές από φωτογραφίες η αποκόμματα από κάποια ντοκιμαντέρ. Δεν μπορώ να περιγράψω, πως όλα τα αυτά είχαν τοποθετηθεί στο διάστημα, δεν κατανοώ, με ποιον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί κάτι τέτοιο. Μια πρόχειρη σύντομη περιγραφή: ένα βουνό, και πάνω του σε διάφορα σημεία οθόνες. Όσο εγώ τα κοίταζα όλα αυτά και πετούσα, εμφανίστηκαν συναισθήσεις – άγνωστες και έντονες για δέκα.

Άλλη μια ιδιαιτερότητα αυτού του συνειδητοποιημένου οράματος – δεν ήμουν εκεί ως Πούρνα, αλλά σαν ένα άλλο κορίτσι, το οποίο είχα δει και σε παλιότερα ΣΟ. Νομίζω, ότι θυμάμαι καμιά φορά κάτι από τη ζωή μου, σαν κάτι το αυτονόητο, αλλά γενικώς οι αναμνήσεις δεν ήταν δικές μου. Το κορίτσι εκείνο τείνει πιο πολύ προς επάρκεια, μου φάνηκε, πως δεν έχει λύπηση για τον εαυτό της, είναι πιο σίγουρη, πιο επίμονη – υπήρξε κάποια κατάσταση, στην οποία ο Μπόντχι μου έλεγε να πάω να γαμηθώ. Δεν εμφανίστηκε κανένα ίχνος λύπησης για τον εαυτό μου + είχα μια ξεροκέφαλη διάθεση: δεν θα φύγω, μέχρι να το καταλάβω.

Οι συναισθήσεις εμφανίζονταν σε αυτό το μέρος και άλλαζαν, φαινόταν, ότι αυτό γίνεται χωρίς δικές μου προσπάθειες η προσπάθειες του κάποιου άλλου. Όταν συνέβαινε αυτό, σκεφτόμουν, πως δεν θα μπορούσε να μου συμβεί κάτι πιο μεγαλειώδης, πως αυτό είναι ο, τι θέλω και κατά τη σκέψη τούτη ένιωθα επιμονη-10. Καμιά φορά η ένταση των συναισθήσεων αυξανόταν τόσο πολύ, ότι νόμιζα, πως θα με σκίσει σε κομμάτια, αλλά δεν φοβήθηκα ούτε μια φορά – είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτές. Οι σειρές των φωτογραφιών, τις οποίες έβλεπα, όλες είχαν ένα θέμα – την καταστροφή. Θυμάμαι μόνο μια σειρά από την αρχή ως το τέλος: μια ηλιόλουστη μέρα στα βουνά, σκούρες πλαγιές, ένα κομμάτι του τοπίου, οπίου φαίνεται η απότομη πλευρά και αρχή μιας πέτρινης γέφυρας. Πάνω σε όλα τα αυτά πέφτει μια σφαίρα – δεν κατάλαβα, από τι είναι φτιαγμένη - ίσως, από πυρίτιο, γυαλίζει πολύ δυνατά. Η σφαίρα καθυστερεί λιγάκι, και μετά πέφτει κάτω και γίνεται μια μεγάλη έκρηξη – ήταν μια βόμβα. Δεν ήξερα εκείνη τη στιγμή, πώς να το ερμηνεύσω, όμως, είχα τη βεβαιότητα, ότι δεν είναι απλώς κάποιος χαοτικές εικόνες, αυτά σημαίνουν κάτι.

Το επόμενο κομμάτι δεν το θυμάμαι καθόλου, ίσως, υπήρξε ο Μπόντχι και έντονη τρυφερότητα.

Εγώ πετούσα κάτω από έναν γυάλινο θόλο, κάτω ήταν πάρα πολλοί άνθρωποι. Είχα συναίσθηση σε όλη τη διάρκεια του ΣΟ. Νόμιζα, ότι είναι κάτι σαν το καύσιμο – η αιτία για ένα τόσο μακρύ και έντονο ΣΟ – πιθανόν να με επηρέασε εκείνη η προσμονή, που άρχισα να βιώνω έπειτα από συζήτηση μαζί σου. Θέλησα να βγω έξω από το θόλο και να δω – τι έχει εκεί. Προς μεγάλη έκπληξη, μου ήταν πολύ δύσκολο να περάσω το τζάμι. Όταν το κατάφερα, ένοιωσα, σαν να με καταπλάκωσε μια μεγάλη πλάκα από τσιμέντο. Αισθανόμουν, ότι κάνει κρύο, όμως εγώ δεν κρύωνα - ένοιωσα μια τεράστια πίεση, η οποία μπορούσε να με κάνει χίλια κομματάκια, και όμως, δεν έσπασα. Κοίταξα γύρω μου και κατάλαβα, ότι βρίσκομαι σε έναν άλλο πλανήτη. ŤΣε πιο όμορφο πλανήτη, που είχα δει ποτέ…ť - από κάτω μου απλωνόταν ένα φανταστικό τοπίο – δεν έμοιαζε με τίποτα, που θα μπορούσες να βρεις στη Γη. Και αυτό δεν το θυμάμαι καλά, αλλά το ερμήνευσα σαν εκδήλωση της συμπάθειας Ťδικής μουť Γης (σαν να Ťμε έστειλε εδώ η Γηť). Χάζευα σε όλα τα αυτά, και μετά γύρισα πίσω – λόγο της πίεσης δεν μπορούσα να κινηθώ σχεδόν καθόλου, και ήθελα όσο πιο δυνατόν γρήγορα να επιστρέψω στην κανονική μου κατάσταση. Άρχισα να χάνω τον έλεγχο του ΣΟ, έπεσα στο πλήθος, όλοι αυτοί οι άνθρωποι μου φάνηκαν επιθετικοί και επικίνδυνοι – σαν να προήλθαν από περασμένους αιώνες. Ξεκίνησα την προσπάθεια της εξόδου από το ΣΟ – μια σπάνια για μένα κατάσταση – συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο – δεν καταφέρνω να κρατηθώ. Το πετύχαινα με μεγάλη δυσκολία, όπως κατά την εξωσωματική εμπειρία – κουνάς τα χέρια σου και δεν συμβαίνει τίποτα. Επιτέλους κατάφερα να ανοίξω τα μάτια, και είδα δίπλα μου εκείνο το κοριτσάκι από τα ΣΟ - πιάστηκα από κομμάτι κάποιου μαύρου υφάσματος, δεμένου πάνω στους μηρούς της, το τράβηξα κοντά μου και ψιθύρισα (ήθελα να φωνάξω): με ακούς. Εκείνη σαν να άκουσε κάτι, και είπε (με κατέπληξε, πόσο δυνατά): δεν ακούω καλά ακόμα. Κατέβαλα άλλη μια προσπάθεια και τη ρώτησα με κανονική φωνή πια. Εγώ σηκώθηκα, ενώ εκείνη ξάπλωσε να κοιμηθεί. Το ίδιο δωμάτιο, όπου ξεκίνησαν όλα. Εγώ πήγα στον Μπόντχι. Στο δωμάτιο του ήταν αναμμένα τα φώτα, αυτός ξάπλωνε στο κρεβάτι του – σαν να κοιμόταν. Ένοιωσα τρυφερότητα για εκείνον και επιθυμία να του τα πω όλα, να τα σημειώσω. Τότε θυμόμουν περισσότερα γεγονότα από το συνειδητοποιημένο όραμα. Άρχισα να ψάχνω το τετράδιο – και βρήκα μόνο το τετράδιο του Μπόντχι. Του είπα, πως θα πάρω το δικό του. Εκείνος απάντησε: αν δεν μπορείς να φροντίσεις να έχεις πρόχειρα ένα τετράδιο για να καταγράψεις το ΣΟ, εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Δεν εμφανίστηκε λύπηση για τον εαυτό μου. Και ύστερα εγώ απλώς έπεσα έξω στην επαγρύπνηση.ť

 

Η Τόρα σηκώθηκε, περπάτησε στη βεράντα. Όλως περιέργως, παρά την σιγουριά, που είχε για το ότι οπωσδήποτε θα πετύχει στα σχέδια της, ότι θα δημιουργήσει την ομάδα και θα ασχοληθεί με αυτά, που θα την ενδιαφέρουν περισσότερα απ` όλα, το πρώτο κιόλας πρακτικό βήμα της Πούρας προκάλεσε μια ελαφρά σύγχυση μέσα της – αύριο εκείνη ήδη θα πετάξει σε κάποια από τα κέντρα, αύριο θα αρχίσει την αναζήτηση των πολλά υποσχόμενων μαθητών! Όταν τα σκέφτεσαι όλα αυτά αφηρημένα, σαν κάτι, που σκοπεύεις να κάνεις – είναι ένα πράγμα, και όταν αρχίζεις όντως να το κάνεις – απ`ότι φαίνεται, είναι κάτι τελείως διαφορετικό … αυτά φαίνονται εντελώς οφθαλμοφανή, αλλά τα πιο απλά πράγματα είναι απλά μόνο μέχρι τα βρεις μπροστά σου, και η πραγματική ζωή είναι πάντοτε γεμάτη με τέτοια ποσότητα απρόβλεπτων αντιδράσεων, γεγονότων, λεπτομερειών, ότι τα πάντα γίνονται παντελώς μη-οφθαλμοφανή, διότι αναγκαζόμαστε να συμπεριφερόμαστε κάπως σε όλες αυτές τις καταστάσεις, να τις εκτιμάμε με κάποιον τρόπο, βρίσκουμε κάποιες αποτελεσματικές λύσεις, να παίρνουμε αποφάσεις και να τις εκτελούμε, - και πολύ συχνά αποκαλύπτεται η απόλυτη ανικανότητα, ολοκληρωτική ανωριμότητα, στις πιο φαινομενικά απλές περιπτώσεις. Η Τόρα είχε ήδη μια τέτοια εμπειρία, και οι αναμνήσεις για αυτήν της ήταν αρκετά δυσάρεστες. Ναι, αρκετά δυσάρεστες! Αυτό από μόνο του της φάνηκε καταπληκτικό ήδη – εκείνη ζούσε, όντας απολύτως βέβαιη, ότι κατάφερε τότε να απομακρύνει άψογα την καθολική αίσθηση της αδιέξοδου, ηττοπάθειας. Άρα – δεν το κατάφερε… Να πάρει… μετά από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, εκείνη σαν να πεταγόταν από τον ύπνο μερικές φορές, παραδεχόταν στον εαυτό της, ότι σταδιακά, βήμα προς βήμα αναπόφευκτα ολισθάνει στην απροσεξία, ηλιθιότητα, χαλαρότητα… Η κοπέλα προσπαθούσε με σπασμωδικά άλματα να επιστρέψει σε εκείνη τη κατάσταση, στην οποία, ουσιαστικά, είχε αναγκαστεί να ζήσει στο εκπαιδευτικό κέντρο, αλλά κατάφερνε να το κάνει μόνο για μίση, μια, δυο ώρες, και σιγά-σιγά έφτανε ο καθησυχασμός, ακόμα και το ίδιος γεγονός της κατάντιας σε αυτή την θολούρα σταδιακά καλύφθηκε με σκόνη. Και αυτό παρά το ότι όλον τον τελευταίο μήνα τους μάθαιναν ακριβώς αυτό το πράγμα – πώς να καταπολεμούν αποτελεσματικά την πτώση, η οποία έρχεται αναπόφευκτα, μόλις εκείνοι μείνουν και πάλι μόνοι με τους εαυτούς τους, στο περιβάλλον των κανονικών ανθρώπων, οι οποίοι είναι πολύ ευχαριστημένοι με το φωτισμένο φόντο, λίγο-πολύ δυνατές φωτισμένες αντιλήψεις και με μόλις σποραδικές αναλαμπές των εκστατικών φωτισμένων αντιλήψεων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις – και τελείως χωρίς αυτές. Τους μάθαιναν και ότι θα έρθει η αποχαύνωση, και ότι θα καταβάλλουν τις σπασμωδικές προσπάθειες να επιστρέψουν πίσω, όπως και το ότι θα υποστούν ήττα, και με ποιον τρόπο θα μπορέσουν να τα ξεπεράσουν όλα αυτά. Όμως, επιπλέον τους έλεγαν, ότι όλες οι μέθοδοι, τις οποίες τους διδάσκουν – δεν είναι παρά ένα εργαλείο, το οποίο δεν αξίζει τίποτα από μόνο του, μέχρι να πέσει στα χέρια εκείνου, που θέλει – συγκεκριμένα θέλει με τη βοήθεια αυτού του εργαλείου να δημιουργήσει κάτι. Και ότι ο άνθρωπος εκδηλώνεται πραγματικά όχι τη στιγμή, όταν βρίσκεται στο σχολείο, και βρίσκεται υπό μια άκρως έντονη επιρροή, αλλά τη στιγμή, όταν ξεκαθαρίζεται το ερώτημα – ποιος είσαι – άνθρωπος, που θα επιδιώξει μανιασμένα και ακάθεκτα την ειλικρίνεια, απομάκρυνση των σκοτισμών, η απλώς ένας δραπέτης, για τον οποίο είναι εντελώς ικανοποιητικό το φωτισμένο φόντο μεσαίας κλίμακας. Τότε εκείνοι ένιωθαν έκπληξη – νόμιζαν, ότι είναι ήδη παραλίγο υποψήφιοι κομάντος – αποφοίτησαν από τη σχολή, έχοντας ξεπεράσει και κρίσεις αποξένωσης για τους εκπαιδευτές, και αίσθηση αδιέξοδου λόγο αδυναμίας να καταβάλλουν υπερπροσπάθεια, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Αποκαλύφθηκε, όμως – η δοκιμασία δεν είχε ξεκινήσει καν – αυτό θα γίνει αργότερα – ουσιαστικά – άγνωστο, πότε, - σε κάποιο ακαθόριστο μέλλον, όταν αυτοί θα φύγουν από τη σχολή και θα ζήσουν ανεξάρτητα. Και όσο αυτή η ανεξάρτητη ζωή ανέβαζε στροφές, όσο προχωρούσε η δουλειά της στο ινστιτούτο, σιγά-σιγά θόλωνε το ίδιο πάθος για το πώς να είσαι κομάντος, σκονιζόταν, επανερχόταν όλο και πιο σπάνια. Έπειτα εμφανίζονταν οι σκέψεις, ότι αυτό, μάλλον, δεν της ταιριάζει καθόλου, ότι μπορεί να φτάσει στις εκστατικές φωτισμένες αντιλήψεις και με έναν διαφορετικό, πιο ήπιο τρόπο. Ενίοτε εμφανιζόταν η μανιασμένη διαφωνία με τέτοια υπακοή, και τότε η Τόρα μεταμορφωνόταν σε μια μικρή καταιγίδα – έπεφτε πάνω στους συνεργάτες της, σε όλους, που βρίσκονταν μπροστά της, και τους κατηγορούσε για ανειλικρίνεια, ηλιθιότητα, παρατηρούσε αμέτρητες εκδηλώσεις των οικιακών μαρασμών, και κάποια στιγμή καταλάβαινε επιτέλους, ότι όλες αυτές οι επιθέσεις είναι αναποτελεσματικές, και προέρχονται επί το πλείστον από το γεγονός, ότι εκείνη δεν μπορεί, δεν είναι ικανή να στρέψει αυτή την προσδοκία της ειλικρίνειας στον ίδιο της τον εαυτό. Ένα είναι να κατηγορείς για ανειλικρίνεια τους άλλους, και τελείως διαφορετικό – να κρίνεις ανελέητα τον αγαπημένο σου εαυτούλη. Τότε η αίσθηση του καθολικού βόθρου, στον οποίο εκείνη είχε κολλήσει, μόλυνε τον αέρα, που εκείνη ανέπνεε, και σε κάτι στιγμές σαν και αυτές η Τόρα μπορούσε να εκτελεί τις τυπικές πρακτικές για δεκαέξι συνεχόμενες ώρες, με φρενήρη επίμονη και ενθουσιασμένη προσμονή να ασκείται σωματικά, να ξεκινάει τη μια έρευνα μετά την άλλη, να ξεπερνάει ασυμβίβαστα τις παρασιτικές συνήθειες. Και ύστερα – ύστερα και πάλι – άρχιζε η αργή ολίσθηση. Όταν σκεφτόταν – πού θα την οδηγήσουν όλα αυτά – αυτή η περιοδική ικανότητα να κάνει επιθέσεις – στην σταδιακή άνοδο της έντασης της ζωής, η στην αργή ολίσθηση – η Τόρα δεν μπορούσε να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση με σιγουριά. Τώρα – ακριβώς αυτή τη στιγμή, της ήταν ξεκάθαρο, ότι έκανε αναμφισβήτητα τουλάχιστον μια σοβαρή παράλειψη – απέσπασε την πρακτική από την πραγματική της δραστηριότητα. Η δουλειά της στο ινστιτούτο, και ειδικά η εργασία της στην ομάδα του Μένγκες – όλα τα αυτά της φαίνονταν σαν κάτι αυτόνομο, με το οποίο μπορείς να ασχοληθείς, χωρίς να προσέχεις - ποιος συγκεκριμένα ασχολείται με αυτά, - σε ποια κατάσταση, είναι ένας άνθρωπος, που εκείνη θέλει να είναι; Και τώρα – όταν έφτασε στην ευκαιρία να συνδυάσει την έρευνα, αλλαγή του εαυτού της και την πιο πεζή δραστηριότητα με μια πληθώρα συνεπαγόμενων παραγόντων – δημιουργία της νέας βάσης, ακριβώς τώρα εκείνη ένιωθε, σαν να γεννήθηκε ξανά – λες και ο, τι είχε σιγά-σιγά καταπιεστεί και πατηθεί, ξεχύθηκε έξω και πάλι – και ο φόβος των αλλαγών, και σύγχυση από την ευκαιρία να μεταμορφώνει μόνη της τον κόσμο, που την περιβάλλει, και μανιασμένη προσμονή, και ισχυρότατες χαρούμενες επιθυμίες, από τις οποίες εκείνη δυσκολευόταν και να κοιμηθεί ακόμα.

Άρα, οι αναμνήσεις εκείνες της είναι δυσάρεστες… πολύ ωραία, τότε ξέρει ακριβώς - που βρίσκεται το απόστημα, τι να απομακρύνει, με τι να δουλέψει. Ο Χάρβεϊ τους έλεγε, και όχι μια φορά, ότι ο άνθρωπος, που θεωρεί τέλειο τον εαυτό του, είναι ανέλπιστος, διότι η ζωή του είναι απαίσια, και εκείνος δεν έχει τίποτε να αλλάξει - τι μπορείς να αλλάξεις σε αυτό, που είναι ήδη τέλειο; Ποιος, όμως, έπαιρνε τις λέξεις αυτές για δικό του λογαριασμό; Μόλις τώρα η Τόρα κατάλαβε με φρίκη, ότι ο Χάρβεϊ δεν τους έλεγε απλώς κάποιες αφηρημένες αλήθειες, μιλούσε για τους εαυτούς τους, μιλούσε για εκείνη! Για παράδειγμα, η Τόρα ήταν σίγουρη, ότι έχει ένα σωρό ενδιαφέροντα. Ποια ενδιαφέροντα είναι αυτά, όμως? Αν θα έγραφε μια λίστα με τα ενδιαφέροντα της – πόσες γραμμές θα είχε? Πόσο δυνατό είναι το πάθος, με το οποίο εκείνη ασχολείται με αυτά τα ενδιαφέροντα; Πότε ήταν η τελευταία φορά, όταν έκανε τούτη την ερώτηση στον εαυτό της? Είναι τόσο ωραίο να σκέφτεσαι για τον εαυτό σου ως ένα ανεπτυγμένο άτομο με πολλά ενδιαφέροντα. Με τον ίδιο τρόπο – σχεδόν αυτονόητα, εκείνη θεωρεί τον εαυτό της αρκετά ανεξάρτητο, ικανό να ασχοληθεί με πρακτική δραστηριότητα άνθρωπο, και από πού είναι αυτή η κατάσταση πανικού από τα πρώτα βήματα της Πούρνας; Από πού τότε εκείνη η απίστευτη ποσότητα μικρών βλακειών, οικιακών μαρασμών, αυτοματισμών, τους οποίους κάποτε ανακάλυπτε εύκολα στον εαυτό της, την ώρα των επιθέσεων; Και πάλι – είναι ευχάριστο να θεωρείς τον εαυτό σου συγκεντρωμένο, έξυπνο άνθρωπο. Και στο τέλος τι? Στο τέλος έτσι είναι – μπορεί να λέει ο, τι θέλει, μπορεί να σκέφτεται για τον εαυτό της με όση κριτική θέλει, και όμως ζει, όντας απόλυτα σίγουρη για το ότι είναι – τέλεια. Και αυτό σημαίνει, ότι εκείνη στρίμωξε τον εαυτό της σε μια αδιέξοδη, ανέλπιστη γωνία. Η τελειότητα δεν μπορεί να αλλάξει – μπορεί μόνο να σαπίσει. Εκείνος, που πιστεύει στην τελειότητα του, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Το μόνο καταπληκτικό είναι – πως οι πιο σκοτισμένοι, ηλίθιοι, εξαρτημένοι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν, λες και είναι τέλειοι. Και αυτή έτσι ακριβώς ζει. Σχεδόν πέθανε! Η Τόρα ανατρίχιασε. Σχεδόν πέθανε, και μόλις τελευταία στιγμή κατάφερε να το δει. Και τι θα γινόταν, αν δεν την καλούσαν να δουλέψει με τον Μένγκες; Αν δεν την επέλεγαν να συμμετάσχει στο πείραμα? Αν δεν της έκαναν τη πρόταση να δημιουργήσει τη δική της ομάδα, αν η Πούρνα θα ήταν πιο απαθής? Υπήρξε πιθανότητα για εκείνη – απλώς να σβήσει σιγά-σιγά με τον καιρό; Αδύνατον να το φανταστεί. Και όμως, θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Η δεν θα μπορούσε; Ποιος ξέρει. Όπως και να έχει, η στάση, στην οποία εσύ θεωρείς, ότι είναι δυνατόν αυτό, είναι πιο αποτελεσματική, διότι έχει μια σοκαριστική επίδραση.

Τότε – στο εκπαιδευτικό κέντρο των κομάντος, εκείνοι τελειοποιούσαν τις δεξιότητες της από κοινού εργασίας, πώς να λειτουργούν σαν ομάδα. Και σε αυτά ο Χάρβεϊ ήταν ο δάσκαλος τους, τώρα η κοπέλα χωρίς δυσκολία θυμόταν τις βασικές έννοιες, με τις οποίες εκείνος άρχιζε την κάθε εκδρομή Ťστην έξοχηť, ας ήταν η άνοδος σε ένα βουνό ύψους οκτώ χιλιάδων μέτρων, η κατάδυση σε βάθος εκατό πενήντα μέτρα με συμπυκνωμένο αέρα, η συμμετοχή στην επαναφορά του εύφορου εδάφους, και τα λοιπά – σε οποιοδήποτε πρακτικό μάθημα, στο οποίο έστελναν την ομάδα των εκπαιδευόμενων, οι ίδιοι έπρεπε να πάρουν τις αποφάσεις – πώς να οργανωθούν, πως με μέγιστη αποτελεσματικότητα να κανονίσουν την εργασία τους. Βασικά τα πάντα συγκλίνον στο ότι μια ομάδα, που λειτουργεί αποτελεσματικά, πρέπει να ξέρει να συνδυάζει τη δημοκρατία και ιεραρχία, επικράτηση μιας προσωπικότητας πάνω στις άλλες, ακόμα και τυραννία. Κάποτε – εκατοντάδες χρόνια πριν – νόμιζαν, ότι η δημοκρατία είναι ο δρόμος προς κοινωνική ευημερία. Έφταναν σε πλήρη παράνοια. Για παράδειγμα, στην δήλωση, ότι η οποιαδήποτε νοικοκυρά μπορεί να κυβερνήσει το κράτος. Δεν είναι παράξενο, ότι στην πραγματικότητα από αυτό δεν θα μπορούσε να βγει τίποτα σωστό, για αυτό η δημοκρατία μετατράπηκε σε ένα χαρτονάκι, επικάλυψη της τυραννίας. Έτσι και γινόταν, ότι στα μέρη, όπου φώναζαν πιο πολύ για τη δημοκρατία, με μεγαλύτερη ταχύτητα θριάμβευε η τυραννία, η δικτατορία, ο ολοκληρωτισμός. Συνεπώς, ο απογοητευμένος με τη δημοκρατία λαός έστρεφε προς έναν δυνατό ηγέτη και πάλι έπεφτε στην ίδια παγίδα – δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτε καλό, αν ένας άνθρωπος, η μια ορισμένη ομάδα ανθρώπων συγκεντρώνει στα χέρια τους τεράστια εξουσία. Η απληστία και επιθυμία να κρατήσουν την εξουσία αυτή πάση θυσία, να γραπώσουν όλο και περισσότερο τελικά έφερναν μια τόσο αναπάντεχη δυσφορία, ότι σαν αποτέλεσμα τα πλήθη επαναστατούσαν και επικρατούσε το χάος, δηλαδή, η ίδια Ťδημοκρατίαť. Έτσι – από μια ακραία κατάσταση στην άλλη, από έναν εφιάλτη στον άλλο – ζούσαν οι άνθρωποι, ωσότου ο κόσμος δεν γύρισε ανάποδα. Μετά από το τέλος του Μεγάλου Παιδικού Πολέμου, όταν στην εξουσία ήρθαν εκείνοι, οι οποίοι έβλεπαν σαν θεμελιώδης αξία τις φωτισμένες αντιλήψεις, και οι υπόλοιποι απλώς αφανίστηκαν – λόγο των συγκρούσεων η από γήρας, δηλαδή, από τα δικά τους αρνητικά συναισθήματα, στον κόσμο επιτέλους ήρθε η τάξη, η οποία είχε βρεθεί αρκετά γρήγορα με τη μέθοδο δόκιμης και λάθους. Εκείνο τον καιρό δεν υπήρξε ακόμα η βεβαιότητα, ότι οι άνθρωποι, που βιώνουν τις ΦΑ, μπορούν να χειριστούν αποτελεσματικά όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά ολόκληρη τη κοινωνία, ολόκληρο τον κόσμο – αφού δεν είχαν μια τέτοια εμπειρία ακόμα. Η Τόρα είχε διαβάσει τα απομνημονεύματα εκείνων - των πρώτων, που στέκονταν στις αρχές της νέας τάξης – και αυτοί ένιωθαν αβεβαιότητα, και φόβους, και όμως η πείρα έδειξε – οι άνθρωποι, που βιώνουν τις ΦΑ, επιδιώκουν την ειλικρίνεια και σαφήνεια, φτάνουν στο κατάλληλο αποτέλεσμα στην διοργάνωση της κοινωνικής σφαίρας εκατό, χίλιες φορές πιο γρήγορα, απ` ότι οι άνθρωποι, που βιώνουν τα αρνητικά συναισθήματα και ζουν σύμφωνα με τα δόγματα.

Τελικά τα πάντα φάνηκαν πολύ πιο απλά, απ`ότι φαντάζονταν στην αρχή, διότι οι πρακτικοί είχαν ήδη τεράστια εμπειρία της διοίκησης των μουσούδο-οικισμών, όπου ζούσαν καμιά φορά έως και μερικές χιλιάδες κάτοικοι, και όταν, ουσιαστικά, όλος ο κόσμος μετατράπηκε σε μουσούδοαποικία με μεγαλύτερο πληθυσμό, στο οποίο βρέθηκαν όχι μόνο πρακτικοί, αλλά και οι άνθρωποι, που συμπαθούσαν την πρακτική της επίτευξης των ΦΑ και απομάκρυνσης των σκοτισμών, οι πρωτοπόροι κατόρθωσαν να εφαρμόσουν την αποκτημένη πείρα σχεδόν εξ` ολοκλήρου, παίρνοντας ως βάση αυτό, που ήδη είχε δοκιμαστεί νωρίτερα. Ένα τέλειο μοντέλο της κοινωνικής δομής, απόλυτη βάση για οποιαδήποτε από κοινού δραστηριότητα αποδέχθηκε ο συνδυασμός των δημοκρατικών και δικτατορικών αρχών: για να βρεθεί λύση σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα με ένα δημοκρατικό τρόπο, δηλαδή, με ποσοστιαίο καθολικό δημοψήφισμα, λαμβανόταν απόφαση για την εκλογή ενός ανθρώπου η ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι θα είχαν τα δικτατορικά δικαιώματα σε ο, τι αφορούσε το ζήτημα, που τους ανατέθηκε να λύσουν. Εκπληκτικό, όμως η δημοκρατία κάποτε αντιλαμβανόταν τόσο απλουστευμένα, ότι δεν έβλεπαν καν τη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους! Δηλαδή, η φωνή του ατόμου, που κάθισε όλη τη ζωή του δίπλα στη κουζίνα, είχε το ίδιο βάρος με τη φωνή του άλλου, που συνέχεια εξασκείται, σπουδάζει, βελτιώνεται. Καταπληκτική ηλιθιότητα – είναι θαύμα, ότι η ανθρωπότητα κατάφερε να επιζήσει … Τώρα η κάθε φωνή έχει το βάρος της – το δικό της ποσοστιαίο πολλαπλασιαστή. Θέλεις όλη τη ζωή να καλλιεργείς τις δεισιδαιμονίες, να μην μάθεις τίποτα, να μην αποκτήσεις δεξιότητες? Κανένα πρόβλημα, κάτσε να σαπίσεις. Το ποσοστιαίο βάρος της ψήφου σου για οποιοδήποτε θέμα θα ισούται με ένα. Θέλεις να επηρεάσεις τη κοινωνία; Πολύ ωραία – σήκωσε το πισινό σου και μεγάλωσε το δικό σου ποσοστό – μάθε μια ξένη γλώσσα, μείνε σε δοκιμαστική φυλακή μια εβδομάδα, διάβασε τάδε η εκείνα βιβλία, ξεκαθάρισε κάποιο ζήτημα, σπούδασε σε σχολές και τα λοιπά. Δεν αξίζει καν να αναφέρουμε, ότι και η Ťδικτατορίαť κάποτε ήταν εντελώς διαφορετική, απ` ότι είναι σήμερα – μόνο η λέξη έμεινε ίδια, η ουσία, φυσικά, άλλαξε ριζικά λόγο του ότι τώρα ο δικτάτορας ήταν πια άνθρωπος, που επιδιώκει τις φωτισμένες αντιλήψεις.

Η Τόρα θυμήθηκε – πως δούλευαν στις προπονήσεις πάνω σε όλα τα αυτά. Για εκπαιδευτική εκδρομή επιλέχθηκε ένα σχετικά εύκολο πέρασμα στη νότια πλευρά του Έβερεστ, επειδή ανάμεσα στα μέλη της ομάδας υπήρξαν κάποιοι όχι τόσο έμπειροι ορειβάτες, και η Τόρα είχε την ευκαιρία να συγκεντρωθεί εξ ολοκλήρου στην λειτουργία των διοικητικών πράξεων. Η ομάδα πέταξε στο χωριό Λομπουτσε, απ` όπου προχώρησε στην κορυφή Λομπουτσε-Ιστ, (6119 μέτρα). Μέχρι κάθετη βραχώδη πλαγιά, που ανέβαινε πάνω, η Τόρα είχε αρκετές δυνάμεις για να τρέξει, αλλά στα βράχια η κοπέλα λαχάνιασε γρήγορα. Ύστερα από ψεύτικη κορυφή την ξεπέρασαν τρία άτομα, και η Τόρα αντιλήφθηκε, ότι νιώθει απογοητευμένη, - άρα, υπήρξε και ένα σκοτισμένο συστατικό στο δικό της κίνητρο. Στο τελευταίο πριν από τη κορυφή πέρασμα εκείνη καθυστέρησε για άλλη μια φορά, για να βοηθήσει τη Ιουλία να δέσει τη πληγή – η κοπέλα γλίστρησε σε μια πέτρινη πλάκα με κλίση, και έσκισε τον μηρό της, εντωμεταξύ, τους προσπέρασαν δυο ακόμη. Εκείνη τη στιγμή η Τόρα ένιωθε αδύναμη αρνητική αντιμετώπιση για αυτούς, επειδή εκείνοι εκμεταλλεύτηκαν τη κατάσταση, και αυταρέσκεια για τον εαυτό της - για το πόσο καλή φίλη είναι, - σταμάτησε, βοήθησε με τη πληγή, απομάκρυνε την αρνητική αντιμετώπιση για τους άλλους. Απομακρύνοντας και αυτή την υπερηφάνεια, η Τόρα διέκρινε ξαφνικά, ότι στις πράξεις της υπήρξε ένα σκοτισμένο μερίδιο – η φροντίδα της Γιούλκας. Για ποιο λόγο, ουσιαστικά, εκείνη έτρεξε να τη βοηθήσει με τη πληγή; Ναι, έτρεξε αρκετό αίμα, και αυτό έκανε κάπως τρομακτική εντύπωση – ίσως, ορισμένα η όψη του αίματος έφερε τη Τόρα σε παράλογη κατάσταση, και εκείνη σημείωσε στο ημερολόγιο της, ότι χρειάζεται εξάσκηση με την θέα του αίματος και τραυματισμών. Η Γιούλκα θα τα κατάφερνε πάρα πολύ καλά και μόνη της, έτσι επρόκειτο για τη φροντίδα και τον πανικό καθαρής μορφής. Ξεχωρίζοντας τα αυτά, η Τόρα ένιωθε κυματισμό θριάμβου, απόλαυσης, και έφτασε στην κορυφή ήδη σε εκστατική μέθη. Βγάζοντας τα σορτς, βρακάκι, τη μπλούζα και το φανελάκι της, εκείνη ξάπλωνε γυμνή στην κορυφή, γεμάτη με ξερά χόρτα – γύρω-γύρω υπήρξε χιόνι, και εδώ – στεγνά και ζεστά! Δεν άνοιξε καν τα μάτια της, όταν κάποιος άνοιξε τα ποδαράκια της, έπεσε πάνω, ζεστός και γυμνός. Χοντρό, στητό κεφαλάκι άνοιγε ανυπόμονα το μουνάκι της, και αυτή η ανυπομονησία την ερέθιζε πολύ, θέλησε να τη βιάσουν. Κλείνοντας τους μηρούς της, εκείνη άρχισε να σπρώχνει το αγόρι, να ψιθυρίζει Ťόχι, σε παρακαλώť - αυτό το Ťπαρακαλώť αποκάλυψε αμέσως τη πρόθεση της – την επιθυμία να παίξει τον βιασμό. Κάποιος άλλος έκατσε πάνω στο πρόσωπο της και άρχισε να τρίβει τα μπαλάκια του στη μύτη, χείλη, μαγούλα της, πιέζοντας με τα γόνατα του τους ώμους της στη γη. Εισπνέοντας την ερεθιστική μυρωδιά και συνεχίζοντας να κλείνει τους μηρούς της, η Τόρα αντιστεκόταν, αν και το κεφαλάκι ήδη καρφώθηκε στο μουνάκι της. ŤΜόνο μην με χτυπήσετε, παρακαλώ!ť, φώναξε η Τόρα. Η διέγερση της αυξανόταν απότομα, όσο εκείνη φώναζε όλο και πιο δυνατά– Ťόχι, όχι, μην με πηδάτε, θα το πάρω στο στόμα μου, παρακαλώ, μόνο μην με πηδήξετε, μην με χτυπάτε!ť. Τα ηχηρά χαστουκιά – ένα μετά το άλλο – και μετά στον πισινό της, χαστουκιά και πάλι – από κάθε χτύπημα η διέγερση της πεταγόταν στα ύψη, η ορμή των αγοριών μεγάλωνε. Επιτέλους, κάρφωσαν και οι δυο – ένας στο κόλπο, και άλλος στο λαιμό της, έτσι εκείνη μπορούσε μόνο να μουγκρίζει με όλες τις δυνάμεις της, υποκρινόμενη μια απελπισμένη αντίσταση. Τα πέη τη πηδούσαν δυνατά και βαθιά, και απόλαυση άπλωνε κατά κύματα και από τους δυο, συναντώντας κάπου στην περιοχή της κοιλιάς, έτσι σε λίγα λεπτά στο στομάχι της γεννήθηκαν ηδονιστικοί σπασμοί, η απόλαυση της έγινε ανυπόφορη, και η Τόρα παρασύρθηκε κάπου – για λίγα λεπτά έχασε ακόμα το φως, τη μνήμη, και τη διάκριση της προσωπικότητας της – απλώς κύλησαν κύματα της απόλαυσης, χαράς, ζωντανής προσμονής για κάτι άγνωστο. Θυμήθηκε, πως στο σχολείο με τα κορίτσια συζητούσαν το θέμα του επόμενου μαθήματος της σεξουαλικής αγωγής – Ťη φαντασίωση του βιασμούť. Εκείνες ήταν περίπου εννιά. Ανακάλυψαν με έκπληξη, πως όλες ονειρεύονται, πως τους πιάνουν σε μια σκοτεινή γωνία δυνατοί, παθιασμένοι άντρες η αγόρια, τους παρασέρνουν κάπου απόμερα και να κάνουν διάφορα πρόστυχα μαζί τους. Και θέλανε να είναι πολλοί, και να τους πηδάνε, παρά τις παρακλήσεις να τους αφήσουν. Εκείνο το μάθημα ήταν επικό… πώς να ξεχωρίσεις την κατάσταση, όταν η κορίτσι όντως δεν θέλει σεξ, και λέει Ťμην το κάνειςť, από την κατάσταση, όταν εκείνη απλώς παίζει. Πως την ώρα του παιχνιδιού να ελέγχει ο ένας τον άλλον, χωρίς να βγει από το σκηνικό του παιχνιδιού. Πως ένας μικρός πόνος μπορεί να φέρει οξύτητα στις αισθήσεις. Πως να παίζουν με περίπλοκα σενάρια… - πολλά και διάφορα. Το παιχνίδι του βιασμού – είναι από τα πιο αγαπημένα για όλα τα κορίτσια, και για τα αγόρια, μάλλον – και όταν βιάζουν οι ίδιοι, και όταν τους βιάζουν άλλοι. Ο βιασμός τον αγοριών επίσης έμεινε για τη Τόρα ως μια από τις πιο ερεθιστικές καταστάσεις - μια παρέα από αγόρια και κορίτσια πιάνει έναν απρόσεκτο μικρό, η, αντιθέτως – μια παρέα από πιτσιρίκια πιάνει ένα μεγαλύτερο παλικάρι…. τα αγοράκια στη σειρά τον πηδάνε στον ποπό, γρήγορα, παθιάρικα, σαν κουνέλια, και εκείνος προσποιείται, ότι θέλει να ξεφύγει, και κάποια στιγμή το φουσκωμένο του πούλι δεν αντέχει άλλο και αρχίζει να χύνει… τη πρώτη φορά η Τόρα τελείωσε μαζί του, όταν πήρε στο στόμα της το πέος αγοριού, που έβγαζε μικρά συντριβανάκια του σπέρματος. Να κρατάς στο στόμα σου το πέος, που χύνει, να κοιτάς, πως ένα άλλο αγόρι με αναστεναγμούς τελειώνει μέσα στον ποπό του… ποιος θα μπορούσε να μην φτάσει σε οργασμό!

Ναι, εκείνο τον καιρό η Τόρα πολύ, πολύ πιο ξεκάθαρα αντιλαμβανόταν τις αντιλήψεις της, απ` ότι τώρα… έχοντας καταλάβει αυτό, εκείνη ξαφνικά ένοιωσε απελπισμένη επιθυμία να επιστρέψει σε τούτη την κατάσταση οξείας, απογυμνωμένης ειλικρινείας, όταν νομίζεις, πως ο ίδιος αέρας, που εισπνέεις, είναι γεμάτος με όζον και πιτσιλιές του θαλασσινού νερού.

Στην ανάλυση της πορείας εκείνη μίλησε για τις αντιλήψεις της, άκουσε – πως έδειχνε απ` έξω. Έπειτα από συμπλήρωση της ποσοστιαίας κάρτας, στην οποία υπήρξαν και τα πραγματικά δεδομένα για την σωματική κατάσταση του καθενός, μετρήθηκαν ποσοστιαίας μονάδες ψήφους για καθέναν από τα μέλη της ομάδας. Κατά την αναγνώριση της επόμενης πορείας από τη κεντρική βάση ο καθένας παρουσίαζε τη δική του άποψη για την πιο κατάλληλη διαδρομή, και τη δικαιολογούσε. Μετά από τη λήξη της συζήτησης, έγινε ψηφοφορία, και τελικά επιλέχθηκε ο αρχηγός. Σε αυτό το στάδιο τελείωνε το μέρος της δημοκρατίας, και άρχιζε η Ťδικτατορίαť - όλες οι φωνές των μελών της ανάβασης μετατρέπονταν σε συμβουλευτικές, ενώ η φωνή του αρχηγού – σε μοναδική υπεύθυνη για αποφάσεις. Αν ήσουν 200% σίγουρος, ότι βλέπεις τη πιο αποτελεσματική διαδρομή του περάσματος σε αυτό το κομμάτι του παγετώνα Κχούμπου, και ο αρχηγός τελικά αποφάσισε διαφορετικά, έξω, στην πορεία εσύ έπρεπε να αφιερώσεις όλες σου τις αδύναμες έτσι, σαν να ήταν και δική σου αυτή η απόφαση – ακριβώς σε αυτό βρισκόταν η βασική αρχή της ομαδικής εργασίας. Η Τόρα είχε πλέον την ευκαιρία να εφαρμόσει τις αποκτημένες δεξιότητες σε μια απολύτως νέα δουλειά – κτίσιμο μιας νέας βάσης, οργάνωση μιας νέας ομάδας δυτών.

 

 

 



<< Back Forward >>