« Μάγια »

Τόμος 2: « Προέλευση των ειδών »

Κεφάλαιο 18


 

Μετά από χτεσινή συζήτηση με την Φόσσα η Τόρα έχασε κάθε ίχνος ηρεμίας. Η δίψα για έντονη δραστηριότητα ήρθε και αντικατέστησε την μετρημένη ζωή με παθητική κατανάλωση των εντυπώσεων εν αναμονή των γεγονότων. Άρα, έφτασε ο Τόμας, ο Τόμας Χέλντστριομ – μια θρυλική προσωπικότητα. Στο δρόμο για το ερευνητικό κέντρο η Τόρα προσπαθούσε να θυμηθεί – τι γνωρίζει για εκείνον. Θα μπορούσε βέβαια, να βρει έναν κρύσταλλο πληροφοριών με όλα τα δεδομένα, που χρειαζόταν, όμως, έμεινε πάρα πολύ λίγος χρόνος... ναι, μόλις τριάντα πέντε ώρες! Και είναι άγνωστο, αν εκείνη θα καταφέρει να τον βρει ακριβώς πριν από το έναρξη του πειράματος, αν αυτός θα έχει χρόνο να ασχοληθεί μαζί της. Η Τόρα κατάλαβε, ότι γενικώς ξέρει πάρα πολύ λίγα πράγματα για το πείραμα. «Ξέρει πάρα πολύ λίγα πράγματα» - δεν είναι η σωστή έκφραση. Σχεδόν τίποτα! Αυτό είναι ένα δείγμα της ανωριμότητας, η στάση ενός μικρού κοριτσιού απέναντι στους μεγάλους και δυνατούς ενήλικες. Για αυτό τον λόγο την προσκάλεσαν να συμμετάσχει στο πείραμα; Σε αυτό υπολόγιζαν; Και το βασικότερο – είναι αυτό, που θέλει η ίδια; Αυτός είναι ο τύπος των δραστηριοτήτων, που θα κάνει τη ζωή της γεμάτη με προσμονή, με χαρά της μάχης, αφοσίωση?

Μερικά χρόνια πριν η Τόρα διάβαζε τις σύντομες βιογραφίες των καταξιωμένων ερευνητών, και ανάμεσα σε αυτές υπήρξε η βιογραφία του Τόμας. Τότε εκείνος της φαινόταν μακρινός, απρόσιτος, σχεδόν θρυλικός ήρωας, για αυτό οι πολλές λεπτομέρειες από το βιβλίο της ζωής του επανέρχονταν θολά, μπερδεμένες με τις λεπτομέρειες άλλων βιογραφιών. Θα μπορούσε αυτή τότε να φανταστεί, ότι θα συμμετέχει μαζί του, σαν ίση, η – περίπου ίση - σε ένα τόσο συναρπαστικό πείραμα; Για την αλήθεια, η Τόρα ακόμα αντιλαμβανόταν την επικείμενη συμμετοχή της κάπως ακαθόριστα – σαν κάτι απίθανο, σαν μια απρόσμενη στροφή ενός καταπληκτικού ονείρου. Όλα άρχισαν από την ουρανοκατέβατη πρόταση να δουλέψει ως σύμβουλος στην ομάδα των ειδικών ιστορικών. Εκείνη, φυσικά, συμφώνησε αμέσως, όχι απλώς συμφώνησε, αλλά πραγματικά γαντζώθηκε στην κοπέλα, η οποία ήρθε από κάπου «εκεί» για να της μιλήσει. Κράταγε το χέρι της, ένιωθε κάπως χαζή, φοβόταν, όμως, να την αφήσει, και μετά – την ώρα της συζήτησης – κατά καιρούς έπαιρνε ξανά το χέρι της κοπέλας και το έσφιγγε δυνατά, πίεζε την παλάμη της. Όταν η κουβέντα τους έφτασε στο τέλος, ρώτησε την κοπέλα δυο φορές – αν κατάλαβε καλά, ότι η Τόρα συμφωνεί, ότι είναι πάρα πολύ πρόθυμη να δουλέψει, και λατρεύει να μελετά αυτό, που την ενδιαφέρει, μπορεί κυριολεκτικά μέρες ολόκληρες να ασχολείται με τα αγαπημένα της αντικείμενα της έρευνας. Η κοπέλα τα κατάλαβε όλα, και παρά το ότι τα χέρια της ήταν αιχμάλωτα, παρέμεινε ήρεμη και προσεκτική. Και μετά αποκαλύφθηκε, ότι δεν την προσέλαβαν μόνο ως μια σύμβουλο, το αντίθετο - την προόριζαν για μια εντελώς διαφορετική αποστολή. Τις πρώτες μέρες η Τόρα δεν μπορούσε να αποφύγει την αίσθηση, ότι από στιγμή σε στιγμή θα της πουν «ευχαριστώ» και θα τη στείλουν πίσω στο ινστιτούτο, - τόσο άπειρη, ακόμα και αβοήθητη ένιωθε τον εαυτό της, βρισκόμενη ανάμεσα σε αυτούς τους δυνατούς, ασυνήθιστους ανθρώπους. Και μόλις εκείνη άρχισε να συνηθίζει την κατάσταση, να μαθαίνει για τις καταδύσεις, να απορροφά τεράστιο όγκο νέων πληροφοριών, τα πάντα άρχισαν να εξελίσσονται ακόμα πιο ραγδαία, πιο καταπληκτικά. Όπως όταν κάνεις καγιάκ – το ποτάμι σε παρασέρνει και σε τραβάει στα ρεύματα, και μόλις ξεπερνάς το ένα εμπόδιο, ήδη ένα άλλο ρεύμα σε σηκώνει και σε φέρνει όλο και πιο μακριά, αλλά εδώ... εδώ υπήρξε κάτι περισσότερο από μια απλή σύμπτωση των συνθηκών. Τα πράγματα πήγαιναν υπερβολικά ομαλά – ήρεμα και με συνέπεια – δεν γίνεται αυτό, όταν η ζωή απλώς σε πετάει από τη μια στην άλλη…

Η Τόρα μπήκε στο «Κέντρο». Σύμφωνα με το σχέδιο, η αίθουσα του Συμβουλίου βρισκόταν στο έκτο επίπεδο. Απρόθυμη να πάρει το ασανσέρ, η Τόρα πάρα πολύ αργά – πατώντας ένα-ένα τα σκαλιά - κατέβαινε τη σκάλα. Είδε μια μικρή πισίνα, κάθισε στην άκρη, και άρχισε να κουνάει τα ποδαράκια της μέσα στο ζεστό νερό.

Ο Τόμας θα έπρεπε να είναι περίπου εκατό σαράντα χρονών τώρα , έτσι στο τέλος του Μεγάλου Παιδικού Πολέμου ήταν γύρω στα τριάντα του. Γεννήθηκε σε κάποια μεγάλη σουηδική πόλη, μάλλον, στο Μάλμε, αλλά η οικογένεια του μετακόμισε στην Κοπεγχάγη, όταν ήταν ακόμα παιδί, επειδή η ζωή στη Σουηδία έγινε ανυπόφορη – η χώρα πνίγηκε στην καταστροφή. Η Κοπεγχάγη μετατράπηκε τότε σε ένα από τα κέντρα οργανωμένης παιδικής αντίστασης, διότι η σχετικά ήπια Δανία- στο φόντο των υπόλοιπων σκανδιναβικών, και ειδικά των Βαλτικών χορών,- καθυστερούσε με κάθε τρόπο τα καταδιωκτικά μέτρα κατά των παιδιών και τους προσέφερε καταφύγια. Ο κόσμος γύριζε από τα πόδια στο κεφάλι, και δεν ήξερε κανείς – πως να ζήσει από εκεί και ύστερα, ωστόσο, τριάντα χρόνια μετά από την εμφάνιση πρώτων συμπτωμάτων του Πολέμου – όλοι γνώριζαν, ότι η επιστροφή στα παλιά δεν θα γίνει ποτέ. Πώς, όμως, να κτίσουν έναν καινούριο κόσμο – κανένας δεν είχε ιδέα, διότι οι αντίπαλες πλευρές είχαν απομακρυνθεί σε υπερβολικό βαθμό στις αντιλήψεις τους για τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου, και υποστήριζαν αυτές τις αντιλήψεις με τέτοια αδιαλλαξία, ότι ήταν αναπόφευκτη η αμοιβαία καταστροφή. Η Τόρα θυμόταν τους κατά προσέγγιση αριθμούς εκείνων των εποχών - απίστευτο, αλλά ακόμα και όταν οι πάντες κατάλαβαν, ότι ο πόλεμος απειλεί ολόκληρη την ανθρωπότητα με εξαφάνιση, μόλις δυο τοις εκατό του ενήλικου πληθυσμού ήταν έτοιμα να συμφωνήσουν απόλυτα με το δικαίωμα των παιδιών να κάνουν σεξ με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε ηλικία, στην οποία τους έρθει μια τέτοια επιθυμία. Ότι έχουν δικαίωμα να μην πηγαίνουν στο σχολείο και να μην ζουν με τους γονείς τους. Γύρω στις δέκα τοις εκατό ακόμα ήταν έτοιμα να συμφωνήσουν με κάποιες παραλλαγές με αντιλήψεις τέτοιου είδους, και οι υπόλοιποι επιθυμούσαν να υπερασπίζονται τα πιστεύω τους μέχρι τέλους.

Εκεί – στην Κοπεγχάγη, στην ηλικία περίπου δέκα ετών, ο Τόμας γνωρίζει ένα από τα πιο δραστήρια μέλη του κινήματος, και προσαρμόζεται αμέσως, σαν να βρίσκεται στο δικό του περιβάλλον. Την ίδια στιγμή αποχωρίστηκε οριστικά με την οικογένεια του, έλαβε το πιστοποιητικό του «παιδιού-πρόσφυγα», κάτι που ήταν πολύ απλό να γίνει στην Κοπεγχάγη, και ένα χρόνο αργότερα ήδη μπήκε στο κοντινότερο κύκλο της στρατιωτικής διοίκησης Αντίστασης του Βορρά, η οποία ένωνε και οργάνωνε την μάχη των παιδιών στις βόρειες περιοχές της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Για έξι η εφτά χρόνια (η Τόρα δεν θυμόταν με ακρίβεια) ο Τόμας ενεργά, σχεδόν φανατικά, από το πρωί ως το βράδυ συνέχιζε να ασχολείται με την δική του εκπαίδευση, συνδυάζοντας την με τη δουλειά στην Αντίσταση.

Και μετά ήρθε η προδοσία, η καταστροφή. Ο Τόμας σώθηκε και κατάφερε να φτάσει στην Γενεύη. Θα περνούσαν γύρω στα δέκα χρόνια ακόμα μέχρι την απόλυτη νίκη της Αντίστασης, και ακριβώς σε εκείνη την χρονική περίοδο βρίσκεται ένα αρκετά θόλο κομμάτι της βιογραφίας του. Ο Μένγκες ανέφερε κάτι για το ότι ο Τόμας ήταν ένας από τα μέλη της ομάδας, η οποία μετά από τρία χρόνια απελπισμένων καθημερινών προσπαθειών κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον Μπόντχι και δρακάκια, και να τους πείσει να προσφέρουν τη σύμπραξη στον πόλεμο, έτσι ο Τομας μετατράπηκε σε μεσολαβητή ανάμεσα στα δρακάκια και παιδιά από την Αντίσταση. Ένα ακόμη ενδιαφέρον κομμάτι της βιογραφίας του αναλογεί στην δεκαετία του είκοσι, όταν εκείνος εξαφανίστηκε για μερικά έτη, και κυκλοφορουσαν φήμες, ότι πήγε για εκπαίδευση μαζί με τα δρακάκια.Ο Άππελ θυμάται, ότι εκείνος κατάφερε να τα συναντήσει ακριβώς χάρη στην μεσολάβηση του Χέλντστριομ. Ο ίδιος Χέλντστριομ έγραψε μερικές ιστορίες για τη ζωή του, μερικές από αυτές η Τόρα τις είχε ξεφυλλίσει, αλλά ήταν επί το πλείστον αφιερωμένες στις αναμνήσεις για την Αντίσταση και στην επιστημονική εξήγηση των βάσεων της μετάδοσης των αντιλήψεων.

Ο Μένγκες χαρακτήρισε τον Τόμας ως «συνεπαρμένο, ίσως, υπερβολικά συνεπαρμένο άνθρωπο», και δεν είναι καθόλου παράξενο, ότι ακριβώς έναν τέτοιο άνθρωπο προσκάλεσαν να παίξει τον ρόλο του αρχηγού στο συγκεκριμένο πείραμα, πράγματι – σε ποιον άλλον θα μπορούσαν να το αναθέσουν, σε έναν απαθή και τυπικό λειτουργό... παρεμπιπτόντως, αν ορισμένα ο Τόμας είναι ένας από τους επικεφαλεις, μπορεί αυτό να σημαίνει, ότι έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να αλλάξει τη ροή των γεγονότων με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να λάβει περισσότερα αποτελέσματα στον τομέα της προοδευτικότητας; Και για ποιο λόγο εκείνη αποφάσισε, ότι ο Τόμας θα είναι επικεφαλής; Κάποιος της το είχε αναφέρει; Όχι, άρα, το υπέθεσε απλώς... εντάξει, έχει αρκετό καιρό μπροστά της για να τα ξεκαθαρίσει όλα.

Άλλη μια αναλογία με το όνομα του Τόμας, την οποία θα περνούσε από το μυαλό του οποιουδήποτε ανθρώπου, που να γνώριζε έστω ελάχιστα πράγματα για τις σύγχρονες μελέτες στον τομέα των ταξιδιών στους κόσμους των φωτισμένων αντιλήψεων, συγκαταλέγεται στη φράση «ενσωμάτωση των αντιλήψεων». Ο Τόμας ήταν ένας από τους πρώτους. Στην πρώτη εικοσαετία του περασμένου αιώνα – κάπου στα 2420 – 2430 – αυτός συνόψισε την αρκετά ευρέα, ωστόσο, εξαιρετικά ανομοιόμορφη πείρα των ξεχωριστών ανθρώπων και ομάδων. Όντας ήδη μια σχεδόν θρυλική προσωπικότητα, ουσιαστικά ένας από τους δημιουργούς του νέου κόσμου, και επίσης, σαν άνθρωπος, για τον οποίον θεωρούσαν, πως είχε εκπαιδευτεί από τον Μπόντχι με τα δρακάκια, εκείνος πλησίαζε χωρίς καμία δυσκολία τους σύγχρονους ερευνητές – για την ακρίβεια, οι ίδιοι αναζητούσαν την ευκαιρία να συνεργαστούν μαζί του. Ο Τόμας μελετούσε τα αποτελέσματά τους, μάθαινε τις καινούριες δεξιότητες, έδινε συμβουλές. Αυτό τελικά του επέτρεψε να δημιουργήσει ένα αρκετά ογκώδη βιβλίο με αγαθή και κάπως άχαρη ονομασία: «Βασικές αρχές της αντικατάστασης των αντιλήψεων της ανθρώπινης λωρίδας και ενσωμάτωσης των αντιλήψεων των άλλων όντων», στο οποίο περνούσε τις κοινές βάσεις κάτω από όλα τα προς το παρόν γνωστά σε εκείνον αποτελέσματα, και σημείωνε τους νέους ορίζοντες για μελλοντικές έρευνες. «Εξήντα οκτώ προβλήματα», τα οποία ο Τόμας διατύπωσε και περιέγραψε στο βιβλίο του, ουσιαστικά καθόρισαν την ανάπτυξη των «δυτών» για δυο-τρεις επόμενες δεκαετίες. Η προοδευτικότητα, σαν μια ειδική κατεύθυνση της πρακτικής είχε διατυπωθεί την ίδια εποχή από τον ίδιο, και καμιά δεκαριά ακόμα «Προβλήματα» αφορούσαν σε αυτό το θέμα – η Τόρα θυμόταν με ακρίβεια μόλις μερικά από αυτά: το πρόβλημα της εμφάνισης δεσμού με τους πρακτικούς από τους άλλους κόσμους, το οποίο επενέβαινε στην ισορροπία και οδηγούσε στην απώλεια της συνείδησης; το πρόβλημα των απερίσκεπτων βιαστικών κινήσεων, οι οποίες συνέβαιναν χωρίς υπολογισμό των ιστορικών και κοινωνικών πραγματικοτήτων εκείνων των κόσμων; το πρόβλημα προστασίας από τις κακοπροαίρετες δραστηριότητες - αν και τα πλάσματα των κόσμων, συγκεντρωμένων στα συνειδητοποιημένα οράματα, δεν μπορούσαν να βλάψουν τους δύτες απευθείας, είχαν τη δυνατότητα, ωστόσο, έμμεσα να προκαλέσουν στον προοδευτικό κάποιες επώδυνες διαδικασίες. Το πρόβλημα των ερμηνειών – εισβάλλοντας στον κόσμο των πλασμάτων, αποτελούμενων κατά ένα μέρος, ή ενίοτε επί το πλείστον από τις αντιλήψεις, οι οποίες δεν βρίσκονται στο σύνολο των αντιλήψεων του ανθρώπου, είναι ανόητο να προσπαθήσεις να τις ερμηνεύσεις και να τις βαθμολογήσεις όπως είναι, «μετωπικά», και παρά το ότι ο κάθε δύτης το καταλαβαίνει πάρα πολύ καλά, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην λογική σαφήνεια υπό τις συνθήκες του κανονικού κόσμου της ξύπνιας κατάστασης, και στην ανάγκη να επιστρέψεις σε αυτή την σαφήνεια υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, όταν ακόμα και η ίδια στερέωση της συνείδησης είναι ένας αρκετά δύσκολος στόχος.... αυτό μπορούσε να το κοιτάξει, κιόλας – αν και το βιβλίο είχε περίπου δυο χιλιάδες σελίδες, ήταν πολύ εύκολο να προσανατολιστεί στα κεφάλαια – η Τόρα το διάβασε δυο χρόνια πριν, και κατά καιρούς το ξεφύλλιζε ξανά.

Ο πιο κοντινός υπολογιστής βρισκόταν κυριολεκτικά κάτω από τα χέρια της – το κουμπί της κονσόλας ήταν ενσωματωμένο στο τοίχωμα της πισίνας. Η Τόρα το πάτησε, και μπροστά της αναπτύχθηκε μια ολογραφική οθόνη και πληκτρολόγιο. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα η κοπέλα είχε το βιβλίο έτοιμο για ανάγνωση. Αναζήτηση με τη λέξη «προοδευτικότητα» την έφερε στα τσιτάτα από τις πρώτες περιγραφές των πειραμάτων της επίδρασης, και η Τόρα άθελα της παρασύρθηκε από τα γραπτά:

«…αμμώδεις λόφοι, προχώρησα λίγο πιο πέρα στην έρημο, ώστε στη στροφή να μην βλέπω τίποτα γύρω μου, εκτός από τις πλαγιές τους. Εμφανίζονταν ΦΑ. Ξαφνικά – σαν από το πουθενά – ήρθαν τρία πλάσματα – διάφανα, με ύψος περίπου τρία μέτρα, λαμπερά, και η λάμψη τους δεν αντιλαμβανόταν με κανονικό τρόπο - οι απλοί χειρισμοί της όρασης, όπως τους περιέγραψε ο Λάρσεν, δεν επηρέαζαν τη διαφάνεια τους – θέλω να το τονίσω αυτό, επειδή μιλάμε για τη πρώτη δική μου εμπειρία τέτοιου είδους – πόσα πολλά δεν γνωρίζουμε ακόμα... Τα πλάσματα δεν με κοίταζαν, αλλά ταυτόχρονα είχα την αντίληψη της «συγκέντρωσης προσοχής στον εαυτό μου» - πιθανόν, επίσης λόγο του ότι στην περιοχή του σβέρκου ένιωθα αυξανόμενη σκληρότητα, χαρακτηριστική κατά την στερέωση της προσοχής των πλασμάτων από τα σύμπαντα του φεσσόνικου τύπου.

Εκείνοι με «παρατηρούσαν» ταυτόχρονα με περιέργεια, συμπάθεια, ωστόσο, χωρίς το παραμικρό ίχνος συμπόνιας. Μάλλον, αν θα είχα πεθάνει επί τόπου, δεν θα έκαναν τίποτα και απλώς θα συνέχιζαν να με κοιτάνε. Εμφανίστηκε αποξένωση με την ψυχρότητα τους, και χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα, για να απομακρύνω την αρνητική αντιμετώπιση, να επιστρέψω στην σαφήνεια για το ότι ο «θάνατος», όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ, μπορεί απλούστατα να μην σημαίνει απολύτως τίποτα για αυτούς – ίσως να μην έχουν καν τη δυνατότητα να το καταλάβουν.

Τα πλάσματα αντιλαμβάνονται σαν ανάλαφρα όντα, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να ξεσηκωθούν και να εξαφανιστούν, μοιάζουν ίδιοι μεταξύ τους, και είναι πολύ εύκολο να φανταστώ, ότι παντού και πάντα πηγαίνουν μαζί...»

«… απότομη βραχώδη ακτή, μεγάλα κύματα σκάνε στα βράχια. Πελώρια, απλώς ακατανόητη μάζα των πλασμάτων, που μοιάζουν με καβούρια; βγαίνοντας έξω από τη θάλασσα, σκαρφαλώνουν στις πέτρες. Είναι τόσα πολλά, ότι η κίνηση τους αντιλαμβάνεται σαν χαλί – δεν υπάρχει καμία απόσταση ανάμεσα τους. Τα κύματα χτυπάνε με μανία – φαίνεται, αν το κύμα αυτό θα σκάσει πάνω στα «καβούρια», θα τους γλείψει - αυτά θα παρασυρθούν σε κλάσμα του δευτερόλεπτου πίσω στη θάλασσα. Παραπέρα από τη σερνόμενη στα βράχια ζωντανή ροή ένα καβούρι στέκεται πάνω σε μια πέτρα, μόνο του, τα δυο μπροστινά του ποδιά είναι υψωμένα και οι ψαλίδες τους είναι ανοιχτές. Πίσω από τη πλάτη του φαίνεται η θάλασσα. Όταν κοίταζα σε αυτόν τον κάβουρα, είχα ξεκάθαρη αντίληψη τρυφερότητας-10 για αυτόν – εκείνος στέκεται πάνω στην πέτρα, και – καταπληκτικό – η στάση του, με τις υψωμένες ψαλίδες, έχει αντίκτυπο με την αποφασιστικότητα. Έπιασα τον εαυτό μου με το ότι όντως άρχισα να τον αντιμετωπίζω, σαν «κάβουρα» - έπαψα τούτη τη μηχανική διάκριση, συγκεντρώθηκα στις κεντρικές ίνες και πέτυχα σταθερή φωτισμένη διακριτική συνείδηση για οκτώ. Θέλω να μην τα ονομάζω «καβούρια», μα κάπως διαφορετικά, για να γίνεται πιο εύκολα η απομάκρυνση των ερχομένων κρίσεων της μηχανικής διακριτικής συνείδησης. Για παράδειγμα – ας είναι «Ακράνιοι» [Ακράνιοι – κάτοικοι του πλανήτη Γη-1 στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας του Ρώσου συγγραφέα Σ. Λουκιάνενκο – παρατήρηση του μεταφραστή]. Ξεκίνησα τη δημιουργία της εισχώρησης, ήταν πολύ εύκολο λόγο της έντονης τρυφερότητας, που ένιωθα για αυτά. Περιόρισα τις αντιλήψεις προς ενσωμάτωση και άρχισα να τις αναλύω επί τόπου, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του Ντβόρακ. Στο σύνολο, το οποίο παρέλαβα, διέκρινα την ξεκάθαρη αντίληψη απουσίας φόβου για τον θάνατο, αποδοχή του παντός, που συμβαίνει, διαπεραστικής, ακραίας αφοσίωσης στη θάλασσα.»

Ναι... είναι εκείνο το σημείο, όπου περιγράφονται τα γεγονότα, που έβαλαν την αρχή στις πρώτες μας επαφές με άλλους πολιτισμούς, ο δρόμος για τους οποίους περνάει από τα συνειδητοποιημένα οράματα – πολιτισμούς των Ακρανιών και των Αιθέριων (από τη λέξη «ether» – «αιθέρας» - δεν είναι και το καλύτερο όνομα, ωστόσο, αυτό τους έμεινε). Η επιθυμία αναζήτησης της λίστας με τα προβλήματα έφυγε, και η Τόρα έσβησε τον υπολογιστή.

Τι άλλο... βέβαια, όλοι γνωρίζουν, ότι ορισμένα ο Τόμας ήταν ένας από εκείνους, οι οποίοι αμέσως και ολοκληρωτικά υποστήριξαν τη δημιουργία της πρώτης βάσης των κομάντος το 2422. Ο Τζέι Τσοκ ήταν η κύρια δύναμη και ο βασικός ιδρυτής, η πηγή έμπνευσης για το επιχείρημα, αλλά ήταν πάρα πολύ λίγες οι πιθανότητες να πετύχουν χωρίς τη συμμετοχή του Τόμας – εκτός από το ότι εκείνος ουσιαστικά έστειλε τελεσίγραφο στην Επιτροπή (σπάνια περίπτωση μετά από τη λήξη του πολέμου), απειλώντας να εγκαταλείψει όλα τα έργα του ΕΝΕ («Έργα της Νέας Εποχής» - όλες οι μεταπολεμικές εργασίες – έρευνες, σχετικές με την μελέτη των νέων συμπάντων και πολιτισμών, ενσωμάτωση των αντιλήψεων, και άλλα πολλά, τα οποία προανέφερε η Φόσσα), στην περίπτωση, αν το σχέδιο της επανίδρυσης των κομάντος δεν υποστηριχθεί. Έβαλε ακόμα μια ολόκληρη σειρά όρων, με τους οποίους ήταν πρόθυμος να συμπράξει στις επαφές με τα δρακάκια, και χωρίς αυτούς, εννοείται, δεν θα υπήρξαν καν κομάντος – ποιος θα τους εκπαίδευε τότε? Ποιος θα τους είχε μεταδώσει τις γνώσεις της τεχνολογίας? Βέβαια, κανείς και τίποτα δεν εμποδίζει τον οποιοδήποτε άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων να ασχοληθεί με εκπαίδευση ανεξάρτητα, αλλά το σύστημα των «κομάντος» δεν δημιουργήθηκε αιώνες πριν από τους ανθρώπους, συνεπαρμένους με πνευματική ανάπτυξη, αλλά από δρακάκια, με την απευθείας και άμεση συμμετοχή του Μπόντχι, και το να μην προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την αποκτημένη μέσα από εκατοντάδες χρόνια πείρα θα ήταν μια σκέτη ανοησία. Έτσι το ονόμασε και αυτός – «ανοησία». Και κανένας δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση – όχι μόνο επειδή ήταν άνθρωπος – θρύλος. Και όχι μόνο επειδή πίσω του βρισκόταν ολόκληρη η κοινωνία των δυτών, και όχι μόνο αυτών. Αλλά και επειδή το κάθε μέλος της Επιτροπής σε διαφορετικό βαθμό καταλάβαινε – θα ήταν όντως ανόητο να αρνηθούν να κάνουν μια τέτοια προσπάθεια. Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας θα είχε μαζευτεί πολύτιμη πείρα, όταν μια ολόκληρη ομάδα πρακτικών εκτελεί μαζικές υπερπροσπάθειες στην επιδίωξη του νέου επιπέδου σαφήνειας, νέων οριζόντων στις φωτισμένες αντιλήψεις.

Όλα τα προληπτικά μέτρα, για τα οποία επέμεινε ο Χέλντστριομ, είχαν παρθεί - ήταν απλώς αδύνατον να απορριφθούν, επειδή εκείνος απεχθανόταν τα παζάρια, - η θα δέχονταν τους δικούς του όρους, η δεν θα έκανε κόπο να κουνήσει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι. Μια τέτοια αδιάλλακτη στάση θα μπορούσε να αιτιολογηθεί με την επιρροή κάποιων σκοτισμών, αλλά όχι στην περίπτωση του Τόμας – δύσκολα να έβρισκες κάποιον περισσότερο αφιερωμένο στο έργο του. Όλοι καταλάβαιναν – αν αυτός θέτει κάποιον όρο, αυτό σημαίνει, πως πράγματι είναι αναγκαίος – μάλλον, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί, πως έχει άλλο κίνητρο.

Έτσι και έγινε - μαζί με τον Τσοκ εκείνος δημιούργησε και διοίκησε την πρώτη ομάδα των κομάντος, σύμφωνα με τις αρχές, τις οποίες ο Τόμας μετέδιδε προφορικά – υποτίθεται, ότι τις έμαθε τότε – στα τέλη του περασμένου αιώνα, - απευθείας από τον ίδιο τον Μπόντχι και τη Γιάρκα. Ολόκληρη η ομάδα πέρασε με παρακαμπτηρίους δρόμους μέσω κάθετα-προσανατολισμένων συμπάντων σε κάποια περιοχή, όπου εκείνοι είχαν τη δυνατότητα να εκπαιδευτούν από τους ίδιους, πραγματικούς κομάντος. Ωστόσο, πάρα πολύ λίγοι κατάφεραν να μείνουν – οι υπόλοιποι επέστρεψαν μερικές μέρες αργότερα και δεν μπορούσαν να θυμηθούν πολλά. Το ταξίδι εκείνων, οι οποίοι είχαν περάσει (η, για την ακρίβεια, «λέγεται, πως είχαν περάσει») για εκπαίδευση, κράτησε περίπου τρία χρόνια, και όταν αυτοί επέστρεψαν, ακόμα και οι πιο σκεπτικοί δεν μπορούσαν να αρνηθούν – ήταν άτομα εντελώς διαφορετικά από εκείνα, τα οποία έφυγαν τρία χρόνια πριν με ρομαντικές διαθέσεις και ανεβασμένες προσδοκίες. Το χάσμα ανάμεσα στους νέους κομάντος και συνηθισμένους πρακτικούς ήταν τεράστιο – και στην ειλικρίνεια, και στην επιμονή, στην ικανότητα να αισθάνονται εκστατικές φωτισμένες αντιλήψεις...δύσκολο να το περιγράψεις, έπρεπε να το δεις ο ίδιος. Αδύνατον να υποθέσεις, ότι όλα τα αυτά εμφανίστηκαν από μόνα τους, χωρίς συμμετοχή των έμπειρων εκπαιδευτικών και δοκιμασμένων μεθόδων. Όμως, δεν υπήρξε και η δυνατότητα να παραδεχτούν την άμεση επαφή με τον Μπόντχι και τα δρακάκια.

Συγκεκριμένα ο Τόμας ήταν εκείνος, ο οποίος σήκωσε το κύριο βάρος της ευθύνης, όταν ολόκληρη η ομάδα των δυτών απλώς εξαφανίστηκε σε μια στιγμή. Έμειναν μόνο ο Τσοκ και ο Νόρτον. Μέχρι τότε – αυτό συνέβη το 2473 – οι νέοι κομάντος ήταν ήδη έτοιμοι, και σήμερα αυτοί αποτελούν τον βασικό πυρήνα των «δυτών». Κυκλοφορούν διάφορες φήμες, ότι η επαφή με τον Μπόντχι και τα δρακάκια χάθηκε παντελώς, ακόμα και ο Τόμας δεν μπορεί να τους βρει, και πάρα πολλοί το καταλόγισαν σε κάποια άγνωστα σε μας καταστροφικά γεγονότα.

Την ώρα που ο Τσοκ βίωνε τον κυκεώνα (δηλαδή, μια παρατεταμένη, έντονη χαρούμενη επιθυμία, η οποία συχνά συνοδεύεται με αναλαμπές εκστατικών φωτισμένων αντιλήψεων) επαναφοράς της χαμένης επαφής (σημείωση – πρέπει να βρω και αυτόν και να του μιλήσω – αυτό θα μου δώσει την ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα, να προετοιμαστώ έστω λιγάκι για αυτή την πλευρά του πειράματος), ο Τόμας παρασύρθηκε από προοδευτικότητα – ξεκινώντας από το μηδέν, αυτός και οι συνεργάτες του άρχισαν να διατυπώνουν τις βασικές αρχές σύμπραξης στα πλάσματα, που ασχολούνται με πρακτική και αποτελούνται από διαφορετικές, μη-ανθρώπινες λωρίδες αντιλήψεων.

Η Τόρα θυμόταν ακόμα... εκείνη τη στιγμή στη σκάλα ακούστηκαν φωνές - μερικά άτομα κατέβαιναν και συζητούσαν κάτι για τους Ακράνιους – η Τόρα γύρισε και είδε ... τον Τόμας. Αυτός εξηγούσε κάτι σε δυο άγνωστους άντρες, οι οποίοι τον άκουγαν προσεκτικά. Η Τόρα σηκώθηκε, πήδηξε από το πεζούλι κάτω, και την έπιασε ξανά ο ίδιος φόβος, ίδια αμηχανία, όπως και τότε, στη συνέλευση.

Για μισό δευτερόλεπτο πέρασε η ανάμνηση: τα βουνά, μικρό ορμητικό ποταμάκι αναπηδάει πάνω στις ματ μουσούδες των βράχων, ένας πεσμένος κορμός του πεύκου ενώνει τις όχθες. Ο χοντρός στην αρχή κορμός στενεύει, φτάνει στο φάρδος ενός πέλματος, τρέμει στο κάθε της βήμα. Τα κλαδιά καρφώνονται, σαν νυχάκια μιας σαύρας, παραλίγο να τη ρίξουν στο νερό. Ενστικτωδώς πιάνεσαι και προσπαθείς να κρατηθείς από αυτά, αλλά είναι λυγερά, φευγαλέα, και κάνουν την ισορροπία σου ακόμη πιο εύθραυστη. Και αδύνατον να κρατηθείς, και φοβάσαι να τα αφήσεις. Δεν είναι παραπάνω από δυο μέτρα μέχρι το νερό κάτω, αλλά ο φόβος, που σε πνίγει είναι παραλυτικός, κτηνώδης. Τα πρώτα βήματα γίνονται εύκολα - έχεις παιχνιδιάρικη διάθεση, αποφασιστικότητα, προσμονή. Όμως, σε κάποια στιγμή ήρθε ο φόβος, και συνέχισε να μεγαλώνει, μετατράπηκε σε παραλυτική φρίκη, τα πόδια άρχισαν να τρέμουν, εμφανίστηκε η αίσθηση του εαυτού σου ως μια ρευστή μάζα, μια μέδουσα, που χύθηκε πάνω στον κορμό. Έχοντας αντιληφθεί, επιτέλους, ότι ο φόβος έγινε καθολικός και την σκλάβωσε τελείως, η Τόρα σαν να βρήκε το θάρρος, φάνηκε η σοβαρότητα, άλλαξε την αντιμετώπιση του φόβου, έπαψε να είναι αδιάφορη, και άρχισε να προχωράει απλώς – πάση θυσία – μόνο εμπρός. Τα πόδια τρέμουν και με το ζόρι κρατάνε το κορμί. Επόμενη αναλαμπή ανάμνησης – είναι πλέον στην άλλη μεριά, και στη σκέψη «πέρασα, δεν έπεσα!», ανάβει ο θρίαμβος και έξαρση. Θέλησε να περάσει και άλλη μια φορά, για να στερεώσει τη βεβαιότητα και δεξιότητα του περπατήματος πάνω σε τέτοιους κορμούς. Ο φόβος ξύπνησε ξανά, αλλά αυτή τη φορά χρειάστηκαν μόλις μερικά δευτερόλεπτα, για να τον ξεπεράσει, και να προχωρήσει παραπέρα. Τη τρίτη φορά εκείνη σχεδόν έτρεξε πάνω στον κορμό, χωρίς να κρατηθεί στα κλαδιά ούτε μια φορά.

Ύστερα από την ανάμνηση ο φόβος εξαφανίστηκε, εκτός από αυτό, εκείνη αντιλαμβανόταν τον εαυτό της διαφορετικά πια – όχι σαν μια άπειρη αρχάρια, αλλά σαν ένα ισάξιο μέλος του πειράματος, και αυτό της έδωσε σιγουριά, - έχουν ένα κοινό έργο μαζί, δεν είναι μια απλή περιέργεια. Το βλέμμα του Τόμας και πάλι την έκανε να τα χάσει για κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου– ήταν το βλέμμα του ανθρώπου, ο οποίος συνήθισε να αναλαμβάνει την ευθύνη, να είναι αρχηγός και το πιο βασικό - να είναι ειλικρινής και φιλόδοξος.

- Εγώ... θέλω να μάθω για την προοδευτικότητα. Το χρειάζομαι. - η Τόρα έγλειψε τα χείλη της και συνέχισε να μιλάει με κόφτες φράσεις, σαν να προσπαθούσε όσο πιο γρήγορα να τον κάνει να καταλάβει, ότι το κίνητρο της δεν είναι μια απλή περιέργεια. – Αν θα μπορούσες να μιλήσεις μαζί μου έστω για μια ώρα... μίση ώρα, θα μπορούσα... δηλαδή, θέλω να πω, ότι γίνεται, βεβαίως, να διαβάσω ξανά ο, τι έχει γραφτεί για την προοδευτικότητα, όμως, έμειναν μόλις τριάντα πέντε ώρες μέχρι το πείραμα, και δεν θα έχω αρκετό χρόνο για να βγάλω τα πιο ουσιαστικά μόνη μου, εκτός από αυτό, οι πληροφορίες θα είναι κάπως παλιές, ενώ θα προτιμούσα να ακούσω συγκεκριμένα από εσένα - που βρίσκεται η αιχμή των εργασιών σας, και τι συμβαίνει τη στιγμή, που μιλάμε.

Ο Τόμας και οι δυο συνομιλητές του στέκονταν εκεί και την κοίταζαν, χωρίς να πουν το παραμικρό. Και η Τόρα σώπασε. Αν και άλλοι δυο την μελετούσαν με τα βλέμματα, ο Τόμας, φαινόταν να μην βρίσκεται εκεί εκατό τοις εκατό – στη δική του ματιά υπήρξε εκείνη η ειδική απόσπαση, χαρακτηριστική για τον άνθρωπο, που ζυγίζει κάτι για τον εαυτό του, και δεν αναλύει κάτι άλλο. Ένα δευτερόλεπτο περνούσε μετά το άλλο, και δεν συνέβαινε τίποτα, Χωρίς καμία προειδοποίηση, ο Τόμας έκανε ένα βήμα προς εκείνη, έπιασε τον ώμο της και την έσπρωξε μπροστά. Η Τόρα κατέβαινε τη σκάλα με αυτούς τους τρεις πίσω από τη πλάτη της, νιώθοντας τελείως χαζή. Ο Τόμας καθυστέρησε λίγο, και συνέχισε χαμηλόφωνα να λέει κάτι στους συνεργάτες του. Σε μια στιγμή η Τόρα ένιωσε ανάλαφρη και ελεύθερη – δεν προσπάθησε να ακούσει την κουβέντα τους και, περνώντας δυο-δυο τα σκαλιά, έτρεξε κάτω μέχρι το επόμενο πλατύσκαλο, τους περίμενε εκεί, για να προχωρήσει και άλλο, όταν καταλάβαινε, ότι θα κατεβούν και στο επόμενο επίπεδο. Στον όγδοο όροφο, όταν εκείνη γύρισε να τους κοιτάξει, ο Τόμας έκανε μια σχεδόν αόρατη κίνηση με το δάκτυλο του προς τα αριστερά, δείχνοντας, πως έχουν φτάσει. Ακριβώς αυτή η κίνηση για κάποιο ανεξήγητο λόγο προκάλεσε έναν απότομο κυματισμό εμπιστοσύνης και οικειότητας μέσα της: δεν τη κάλεσε απλώς, δεν είπε «εδώ, παρακαλώ», δεν ήταν μια ευδιάκριτη χειρονομία – αλλά κούνησε λίγο το δάχτυλο του, συναντώντας το βλέμμα της – ένας άσχετος άνθρωπος δεν θα ερμήνευε καν μια τέτοια κίνηση σαν σήμα, - έτσι επικοινωνούν μεταξύ τους εκείνοι, οι οποίοι υπολογίζουν στην κατανόηση με μισή ματιά, μισή χειρονομία μόλις – άνθρωποι ίσοι.

 

 

 

 

 



<< Back Forward >>