« Μάγια »

Τόμος 2: « Προέλευση των ειδών »

Κεφάλαιο 02


- Σήμερα εγώ αναβίωσα δυο κομμάτια από την έκτη γραμμή μου. Ο Κερτ μου ζήτησε να συγκεντρωθώ συγκεκριμένα στην έκτη, διότι είναι πιθανές οι διασταυρώσεις με τη δική του δουλειά, και φυσικά θα ήταν άκρως σημαντικό να λάβω τις παράλληλες αποδείξεις. Έστω εν μέρει.

- Μα δεν είναι ακριβώς αυτό... εντάξει, μόνο που  προτείνω να το πεις σύντομα. - Ο Μένγκες κοίταξε στο παράθυρο.

- Δεν έχει ενδιαφέρον?

- Έχει... έχει ενδιαφέρον, πραγματικά, απλώς σήμερα υπάρχουν πολλά πράγματα... με ενδιαφέρον..., - φαινόταν, ότι ο Μένγκες ανυπομονεί  να φτάσει πιο γρήγορα σε κάποιο θέμα ζωτικής σημασίας.

- Ναι, υπάρχει μια ακαθόριστη υπόθεση, ότι η δίκη μου δεύτερη γραμμή μπορεί να μας βγάλει στα κομβικά σημεία, κοντινά, ή ακόμα και παράλληλα με την έκτη γραμμή του Μάικ, - ο Κερτ, αβέβαιος, γύρισε να κοιτάξει την Άρτσι. Εκείνη μεταφέρθηκε σε ξύλινο πάτωμα κοντά στον μακρινό τοίχο, έγειρε στο μαξιλάρι, και με τα πόδια της ανοιχτά, μια ακουμπούσε ελαφρά τη κλειτορίδα της, μια έπιανε το μουνάκι της με όλη την παλάμη, το έσφιγγε, και ταυτόχρονα τα δαχτυλάκια στα πόδια της τεντώνονταν φιλήδονα. Σε αντίθεση με την νοστιμούλα, αφράτη Τίσσα, το σώμα της Άρτσι λύγιζε με ολοφάνερους ξεκάθαρα μύες. Παίρνοντας τον δονητή και βάζοντας τον σε αργό ρυθμό, με την άκρη της κεφαλής του εκείνη άγγιζε την τρυπούλα της, ήθελε πάρα πολύ να τον χώσει βαθύτερα, να αισθανθεί, πως το κεφαλάκι ανοίγει τα χειλάκια της, όμως, η επιθυμία για ηδονή ήταν πιο δυνατή, η κοπέλα απλώς έπαιζε με το μουνάκι της.

- Τα κομμάτια αυτά δεν έχουν καμία σύνδεση μεταξύ τους, και προφανώς, ανήκουν στην ουσιαστικά διαφορετική ηλικία. – Ο Μάικ βολεύτηκε πιο καλά. - Στο πρώτο μπήκα αρκετά μαλακά: κάθομαι σε μια καρέκλα στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου. Τα καθίσματα είναι σκληρά και άβολα, μουδιάζει ο πισινός μου και αναγκάζομαι συνέχεια να αλλάζω τη στάση, και όμως κάθομαι, μάλλον, ήδη για αρκετές ώρες, καμία στάση πια δεν φέρνει ξεκούραση στο ταλαιπωρημένο  μου σώμα. Τα καθίσματα είναι στενά, δίπλα μου κάθονται άλλοι άνθρωποι, και δεν υπάρχουν κιόλας αρκετές θέσεις για όλους, κάποιος αναγκάζεται να μείνει όρθιος. Μερικοί, προφανώς, κάθονται για πάρα πολλή ώρα, στα πρόσωπα τους είναι ζωγραφισμένη η κούραση, ο εκνευρισμός με όλους και με όλα. Είναι σχεδόν αδύνατον να κοιμηθείς καθιστός σε τόσο άβολα καθίσματα, ο άντρας στην απέναντι σειρά είναι τελείως εξαντλημένος – θυμάμαι πολύ καλά, πώς αυτός προσπαθεί να απασχολήσει τον εαυτό του με ανάγνωση του βιβλίου, άλλα τα μάτια του κλείνουν συνέχεια, το κεφάλι πέφτει στο στήθος, παραλίγο να πέσει και μια φορά μετά την άλλη πλακώνει την γειτόνισσα του στα δεξιά με τον ώμο, νιώθει την αμηχανία και πετάγεται, καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες, για να μην κοιμηθεί, αλλά όλα είναι μάταια.

- Περίμενε, - η Τόρα κοίταξε τον Μένγκες. – Μπορώ να τον διακόπτω και να κάνω ερωτήσεις, δεν θα εμποδίσει αυτό?

- Ναι, βέβαια. Στο οποιοδήποτε σημείο. Οι ερωτήσεις επιτρέπουν να τρέξουμε την κατάσταση για άλλη μια φορά, να προσέξουμε τις λεπτομέρειες, και τελικά είναι πιθανή η διάσπαση στα νέα κομμάτια.

- Ωραία, και άλλη μια ερώτηση – απ` όσα καταλαβαίνω, μας λες για ένα ιδιαίτερο συνειδητοποιημένο όραμα, το οποίο εσείς ερμηνεύετε ως πιθανό παρελθόν; Και σε ποιον ανήκει αυτό το παρελθόν; Ποιος είναι ο βαθμός της συνειδητοποίησης? Δεν λες τίποτα για αυτό, γιατί; Αυτό είναι πολύ ουσιαστικό.

- Όχι ακριβώς έτσι. – Ο Μπράις σκόπευε να συνεχίσει, αλλά σώπασε, κοίταξε την Τίσσα. - δεν ξέρω καν, από τι να ξεκινήσω, είναι τόσα πολλά... Δεν είναι ένα όνειρο, για αυτό και δεν μιλάω για τον βαθμό της συνειδητοποίησης. Αδύνατον να μιλήσουμε για τον βαθμό της συνειδητοποίησης με την έννοια, που χρησιμοποιούμε εμείς, διότι από τη μια μεριά αυτός ο βαθμός είναι ο μεγαλύτερος δυνατός – είναι μια πλήρης ζωή, όπως την έζησε εκείνος ο κάποιος, όπως εγώ ζω τώρα. Από την άλλη, αυτός ο βαθμός είναι κοντά στο μηδέν, επειδή την ίδια αυτή τη ζωή δεν μπορούμε να την πούμε έστω στο ελάχιστο ελεύθερη από την ηλιθιότητα, από τα αρνητικά συναισθήματα. Σε εκείνη τη ζωή ο κυματισμός των φωτισμένων αντιλήψεων θα μπορούσε να συμβεί, για παράδειγμα, μια φορά το μήνα, ή το χρόνο, ενώ για πάρα πολλούς δεν συνέβαινε και ποτέ. Αυτές είναι  ορισμένα  αναμνήσεις. Αναμνήσεις, τις οποίες εμείς νομίζουμε, πως δεν έχουμε, αλλά, όπως ανακαλύψαμε,  υπάρχουν. Στερεώνοντας με έναν ορισμένο τρόπο την διακριτική συνείδηση την ώρα της μετάβασης στο συνειδητοποιημένο όραμα, στο στάδιο της μετακίνησης ακόμα, μπορείς να βρεθείς υπό την επιρροή του ρεύματος, που σε παρασέρνει στο σύνολο των αντιλήψεων, συγκεντρωμένων στα ειδικά σύμπαντα. Θα διαβάσεις τις λεπτομέρειες του τρόπους της στερέωσης. Τίσσα, να της το δείξεις μετά… Στην αρχή νόμιζαν, ότι είναι οι συνηθισμένοι κόσμοι, όπως του Φεσσόν ή σαν τα σύμπαντα του Μείσον, ή ακόμα και κάθετα-προσανατολισμένα, αλλά γρήγορα διαπιστώθηκε, ότι συσσωρεύονται τα σύμπαντα, που δεν μπορούν να ονομαστούν διαφορετικά, εκτός από τον όρο  «οι κόσμοι του παρελθόντος». Η αλήθεια είναι, ότι δεν ξέρουμε ακόμα – σε ποιον ανήκει αυτό το παρελθόν, δεν ξέρουμε καν τη λέξη «σε ποιον», και πώς να το προσδιορίσεις με ακρίβεια, αν έχεις ενσωματώσει μέσα σου κάποια αντίληψη-ανάμνηση, έτσι, από τη μια μεριά, εφόσον αυτή η αντίληψη έχει εισέλθει μέσα στο δικό σου σύνολο, τότε εξ ορισμού είναι «δική σου». Από την άλλη, υπάρχει και το φαινόμενο της μη-ανάμειξης, δηλαδή δεν είναι καθόλου δεδομένο πάντα, ότι η ενσωματωμένη αντίληψη θα δημιουργήσει τις συνδέσεις με μια αρκετά περίπλοκη τοπολογία, ώστε εμείς να μπορούσαμε να την ονομάσουμε «κομμάτι του εαυτού μας» με πλήρη έννοια της φράσης. Το ζήτημα αυτό μελετάται από Τάρδεν της δεύτερης ομάδας, να επικοινωνήσεις μαζί του, αν σε ενδιαφέρει, νομίζω, ότι ευχαρίστως θα σου δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες... αν και με τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει καμία πλήρη πληροφόρηση σχετικά με αυτά – ουσιαστικά είμαστε στην αρχή ακόμα. - Ο Μπράις χαμογέλασε, η Τίσσα έκανε έναν ρόγχο και μουρμούρισε κάτι σιγανά, κάνοντας τον Κερτ με την Άρτσι να γελάσουν.

- Κοντά το μεσημέρι θέλω να πάω μια βόλτα μαζί σου, θα πάμε στη λίμνη – η Τίσσα έβαλε το χέρι της στον αγκώνα της Τόρα. - Είναι περίπου μιάμιση ώρα πεζοπορίας σε μια μεριά, αν πάμε γρήγορα, θα δεις - κάτω από τα πόδια – αφράτο χώμα, γεμάτο με πεσμένες πευκοβελόνες, δίπλα είναι η κοίτη του ρηχού το καλοκαίρι ποταμού με καταπληκτικές πέτρες – παίρνεις μια, τη πετάς, και αυτή βουτάει γοερά στην άμμο, η συγκρούεται με άλλες πέτρες με έναν τέτοιο ήχο, που κάνει τα κύματα τις απόλαυσης να πλημμυρίζουν όλο σου το κορμί, και θα σου πω περισσότερα για τη δουλειά μας κιόλας.

- Για αυτό, ας το πούμε έτσι – συνέχισε ο Μπράις με το ίδιο κάπως καθηγητικό ύφος, - τα συσσωρευμένα καθ` αυτόν τον τρόπο σύμπαντα είναι γεμάτα με λεπτομέρειες οποιουδήποτε βαθμού της περιπλοκότητας, και είναι εξίσου δυνατές, ξεκάθαρες, πραγματικές, όσο και η δική μας τρέχουσα ζωή. Η αντικαταβολή των όσων είδαμε με αυτό, που εμείς γνωρίζαμε από την ιστορία μας, δίνει τις αφορμές να υποθέσουμε, μα και είναι ήδη κιόλας γνωστό σχεδόν σίγουρα, ότι αυτά τα σύμπαντα εν μέρει ή εξ` ολοκλήρου είναι στην ουσία αυτό, που εμείς ονομάζουμε «το παρελθόν». Αρκετά για την ώρα, ας συνεχίσει ο Μάικ.

Η Ριάνα σήκωσε την παλάμη της, σταματώντας τον Μάικ, που ήταν ήδη έτοιμος να ξεκινήσει την διήγηση.

- Εγώ δεν κατάλαβα – αν όλοι τους είχαν κουραστεί τόσο θανάσιμα, και εσύ μαζί τους, γιατί κανείς από εσάς δεν πήγαινε για ύπνο?

- Αδύνατον! Όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες, ακόμα και αν κάποια οικογένεια έπιανε τρία καθίσματα στη σειρά, και κάποιος από αυτούς ξάπλωνε, και πάλι ήταν διαβολικά άβολο, οι άκρες των καθισμάτων καρφώνονταν στα παΐδια τους, και...

- Στάσου, και γιατί δεν ξάπλωναν στο πάτωμα, ή στα ανάκλιντρα... είχαν εκεί ανάκλιντρα?

- Τα ανάκλιντρα? Ο Μάικ έβγαλε την άκρη της γλώσσας του λιγάκι έξω, συγκεντρώθηκε στην ανάμνηση. – Δεν υπήρχε εκεί κανένα ανάκλιντρο... τώρα... αυτό είναι ανάρμοστο – έτσι απλά να ξαπλώσεις κάτω... άντε, τι απλώθηκες εδώ, σαν μεθύστακας... για κάτσε καλά! Σάσα, σταμάτα πια να παίζεις, είμαστε που είμαστε όλοι εξαντλημένοι, έχουμε και εσένα...

- Αυτά είναι τα αποκόμματα των ομιλιών? – Ο Κερτ κρατούσε σύντομες σημειώσεις.

- Ναι. Και ο ίδιος δεν έχω καταλάβει ακόμα – όταν υποστηρίζω την στερέωση εκείνου του «εγώ», όλα τα αυτά φαίνονται τελείως συνηθισμένα, έτσι έχουμε συνηθίσει να ζούμε εκεί, νομίζαμε, ότι μπορούμε να ξαπλώσουμε στη μέση του σταθμού μόνο σε ακραία περίπτωση, ότι είναι παράλογο, ο κόσμος θα σκεφτεί, πώς είσαι μεθυσμένος ή άστεγος, ή τρελός, θα έρθει η αστυνομία και θα σε αναγκάσει να σηκωθείς... ή θα φωνάξουν έναν γιατρό... έτσι απλά να ξαπλώσεις... δεν κάνει. Γιατί? Ανάρμοστο. Γιατί? Ένας διάολος ξέρει... δεν καταλαβαίνω – για ποιο λόγο δεν έβαλαν ανάκλιντρα εκεί? Υπήρξε αρκετός χορός, γιατί συγκεκριμένα καθίσματα, γιατί τόσο άβολα?

- Και τι κομμάτια είναι αυτά για το «κάτσε καλά»? Γιατί κάποιος άλλος χρειάζεται από κάποιον άλλον να κάτσει καλά?

- Εντάξει... είναι μια μητέρα, η μητέρα λέει στο παιδί της, (τεσσάρων περίπου χρόνων, δραστήριο πιτσιρίκι, δεν κάθεται στη θέση του, και ποιος άλλος θα ήθελε να καθίσει σε αυτό το φρικτό κάθισμα?),  λοιπόν, αυτή δεν τον αφήνει να τρέξει στην αίθουσα και να παίξει με τα άλλα παιδιά... γιατί... κάτι φοβάται, στο πρόσωπο της φαίνεται ανησυχία κάθε φορά, όταν τον χάνει από τα μάτια της, σηκώνεται, κοιτάζει γύρω-γύρω, τον φωνάζει με μια άγρια φωνή, τον μαλώνει για κάτι... ναι, αυτός γονάτισε και σύρθηκε κάτω από το κάθισμα, για κάποιο λόγο δεν επιτρέπεται να το κάνει ούτε και αυτό... δεν καταλαβαίνω ακόμα... κάτι παράξενο του τα έψελνε αυτή... γόνατα... κοίταξε τον εαυτό σου, πώς έγινες... δεν προλαβαίνω να σου πλένω... α, το κατάλαβα – αυτός έχει βρόμικα γόνατα, κάθισε κάπου με το πισινό του στο πάτωμα, και λερώθηκαν τα σορτσάκια του.

- Άρα, δεν κάνει να λερωθείς.

- Ναι.

- Επιδημία?

- Τι?

- Γιατί δεν κάνει να λερωθείς, είχαν επιδημία? – Διάβασα για φρικτές επιδημίες, πέθαιναν χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι! – η Τίσσα έσφιξε τη μπουνιά της σε απελπισία. – Πέθαιναν όλοι χωρίς εξαίρεση – παιδιά, ενήλικες, επιθετικοί, φιλήσυχοι – δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα…

- Όχι, δεν υπήρξε καμία επιδημία, απλώς η μητέρα του δεν ήθελε να πλένει τα σορτσάκια του.

- ??

- Έτσι είναι, δεν έχω κάτι να συμπληρώσω σε αυτό. Έτσι ζούσαμε εμείς. Και κάτι ακόμα, η μητέρα ένοιωσε αμήχανη, επειδή κάποιος άλλος έβλεπε, ότι το παιδί της φοράει βρόμικα σορτς.

- Ο Θεέ μου, και πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είναι τα σορτς του φυσιολογικού τετράχρονου αγοριού!? – δεν κρατήθηκε η Άρτσι. – Και για κάποιον,  που αυτοί θα δουν για πρώτη και η τελευταία φορά, για να μην σκεφτεί αυτός κάτι - ανάγκαζαν το παιδί να κάθεται ήσυχο με τις ώρες? Αυτό είναι... ε, στην ουσία αυτό είναι ένας αληθινός βασανισμός, Ίσως  δεν καταλαβαίνεις κάτι, Μάικ?

- Ίσως, ίσως και να μην καταλαβαίνω, μπορεί και ναι. Το ξέρω, ότι φαίνεται εξωφρενικό, μάλλον, οι αναμνήσεις μου παραείναι ατελείς, και δεν πιάνω κάποιο σημαντικό λόγο, για τον οποίο το παιδί πρέπει να κάθεται ήσυχο και να μην λερώνει τα ρούχα του. Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω, τώρα οι αναμνήσεις μου είναι κάπως μουντζουρωμένες.

- Εντάξει, - ο Μένγκες έκανε μια κίνηση με την παλάμη του, σαν να έκοβε κάτι, - ο χρόνος είναι πολύτιμος, ας προχωρήσουμε παραπέρα. Δεύτερο επεισόδιο.

- Βρήκες κάτι ενδιαφέρον, Μένγκες? – ρώτησε ήρεμα η Άρτσι. – Αφού το βλέπω - κάτι σε έχει συναρπάσει. Μήπως να αλλάζαμε το θέμα; Φέρεσαι, λες και είσαι ένα δίχρονο αγοράκι, που έπιασε στα χέρια του το γυμνό κοριτσάκι για πρώτη φορά.

- Έλα τώρα, - με φόρα έφερε αντίρρηση ο Μπράις. – Και ποιος στην εποχή μας αρχίζει να βάζει χέρι από δυο χρονών? Δεν βρισκόμαστε στον Μεσαίωνα.

- Μπράις, μην είσαι τόσο μέντορας, αλλιώς…

- Ναι, υπάρχει κάτι με μεγάλο ενδιαφέρον. – τους διέκοψε ο Μένγκες. Στην ομάδα της Αιρίν, δίπλα στο Τορόντο - τη νύχτα μου έστειλαν την αναφορά, την έχω κοιτάξει. Είναι κάτι το απολύτως νέο, απολύτως. Δεν θα μου κάνει καμία έκπληξη, αν θα δημιουργήσουν μια νέα ομάδα για αυτό. Βολφ. Νομίζω, ότι αυτός θα ασχοληθεί με το θέμα. Πολύ ενδιαφέρον, πάρα πολύ. Τόσο συναρπαστικό! Καταπληκτικό! - Ο Μένγκες σηκώθηκε, και το πρόσωπο του, και όλη η στάση του έλαμπε με δύναμη και προσμονή. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα εκείνος κάθισε πίσω ξανά, έχοντας ξεπεράσει τον κυματισμό της επιθυμίας να κινηθεί, να αρχίσει την μελέτη επειγόντως.

- Θέλω να τελειώσω όσο πιο γρήγορα γίνεται και να ακούσω τον Μένγκες, - ο Μάικ σήκωσε το χέρι του, προσκαλώντας τους άλλους να δώσουν προσοχή. - Είμαι στο δωμάτιο μου, μέσα στην φοιτητική οικογενειακή εστία [φοιτητικός κοιτώνας για τους σπουδαστές, που έχουν οικογένεια – παρατήρηση του μεταφραστή], είμαι είκοσι δυο ή είκοσι τριών χρονών, η γυναίκα μου είναι κοντά στα είκοσι. Αργά το βράδυ, το νεογέννητο παιδί μας επιτέλους κοιμήθηκε, και έχουμε καλεσμένη την φίλη της γυναίκας μου – μια ντροπαλή, ευγενική κοπέλα. Δεν μου αρέσει, ότι αυτή ήρθε, δεν με τραβάνε τέτοιες – όσο πιο πολύ ευγενικός είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ επιθετικός, πλέον γνωρίζω πάρα πολύ καλά αυτή τη νομοτέλεια. Στην αρχή αυτό μου φαινόταν παράδοξο, αλλά μετά το κατάλαβα – όσο πιο ευγενικός είναι κάποιος, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσαρέσκεια του, αν ο άλλος περιφρονεί την ευγένειά του. Όσο πιο ευγενικά, τόσο λιγότερα ειλικρινά – και αυτός είναι ένας κανόνας δίχως εξαιρέσεις. Είναι βαρετό να κάνεις παρέα με ανθρώπους αυτού του είδους, η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη, οι κουβέντες κοφτές, πολύ συχνά γίνονται μόνο και μόνο για να εκτοπιστεί το γεγονός, πώς δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσεις. Η γυναίκα μου μιλάει ψιθυριστά με τη φιλενάδα της για το παιδί – πώς  το φασκιώνουν, πώς...

- Φασκιώνουν? Αυτό τι είναι?

- Τυλίγουν σφιχτά το παιδί σε ένα κομμάτι σεντόνι, το ονομάζουν «φασκιά», με τα χέρια προς τα μέσα, για να μην τα κουνάει…

- ?? Για να μην τα κουνάει? Μα πώς? Ποιος το χρειάζεται αυτό? – η έκπληξη της Ριάνας μάλλον, δεν είχε όρια. – Όχι, αλήθεια δεν καταλαβαίνω…

- Έτσι κάνουν. Και τέλος! – Στη φωνή του Μάικ ξεκάθαρα φάνηκε ο εκνευρισμός, και από την έκπληξη της η Τόρα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η Άρτσι έγκαιρα έπιασε την κατάπληξη της, έτοιμη να ξεχυθεί, πίεσε το κεφάλι της Τόρα κοντά και ψιθύρισε: «εμείς, βέβαια, καθαρίζουμε, όσο γίνεται, τις αποκτημένες  αναμνήσεις από τα αρνητικά σκουπίδια, αλλά αν θέλεις να τα θυμηθείς όλα με απόλυτη ακρίβεια, είναι ωφέλιμο να μην ανακατεύεις το πακέτο των αναμνήσεων και να το πάρεις, ως έχει. Φυσικά, αυτό συνεπάγεται με ρίσκα, και ενίοτε αρπάζεις στα αυτιά μια καλή μερίδα των αρνητικών συναισθημάτων – εδώ ο καθένας αποφασίζει μόνος του – τι είναι έτοιμος να υποστεί για την καθαριότητα του πειράματος. Απ` ότι φαίνεται, ο Μάικ θέλει να είναι πάρα πολύ ακριβής σε αυτή την ανάμνηση. Θα δηλητηριαστεί, σίγουρα. Δεν τρέχει τίποτα, μια ωρίτσα της συναισθηματικής λείανσης, και όλα θα πάνε καλά».

- Πάρα πολύ συχνά είχα την επιθυμία να πειραματιστώ, - συνέχισε ο Μάικ, - αλλά η γυναίκα, που πάντοτε ήταν τόσο μαλακή και υποχωρητική, σε αυτές τις καταστάσεις μετατρεπόταν σε μέγαιρα, σε έναν τσιμεντένιο τοίχο, και όλες οι προσπάθειες μου να αλλάξω τη γνώμη της συναντούσαν την γρήγορα αυξανόμενη επιθετικότητα. Όσο δεν πειράζουν έναν άνθρωπο, όσο δεν αγγίζουν τις σκληρές θεωρίες του, μπορεί να συμμετάσχει σε κάποια πειράματα, ή τουλάχιστον, να μην αντιστέκεται σε αυτά τόσο ενεργά, να θεωρεί τον εαυτό του προοδευτικό και αρκετά ευλύγιστο. Αρκεί να ακουμπήσεις όμως, τον αγαπημένο του κάλο, να πιάσεις τις ριζωμένες βαθιά θεωρίες, και τότε θα βρεις μπροστά σου κάτι το τελείως διαφορετικό – έναν αφρισμένο τρελό, τύραννο, ο οποίος με όλες τις δυνάμεις του προσπαθεί να καταπιέσει, να καυτηριάσει την οποιαδήποτε ετεροδοξία. Εκείνη είχε πάντοτε το ένα και μοναδικό επιχείρημα – « όχι, ας σκεφτούμε για αυτό κάποια άλλη στιγμή, θα το συζητήσουμε, δεν μπορούμε έτσι απλά, με τη μια, ας κάνουμε κάτι κανονικό τώρα». Περιττό να αναφέρω, ότι αυτό το «αργότερα» δεν συνέβαινε ποτέ. Τα φασκιώνουν τα παιδιά. Και λένε - «για να μην τραυματίσει τον εαυτό του», «για να κοιμάται καλύτερα». Πάντα μου φαινόταν, ότι το παιδί νιώθει φρίκη από το ότι είναι πιεσμένο σε μια σιδερένια μέγγενη, ότι μέσα του γίνεται κάποια εσωτερική μάχη, εκείνο αρχίζει να ουρλιάζει, προσπαθεί να ξεφύγει, μα το φασκιώνουν ακόμα πιο σφικτά. Βοηθώντας τη γυναίκα μου, πολύ συχνά γινόμουν θηρίο, όταν το παιδί κατάφερνε να ελευθερώσει να χέρια του την ώρα του φασκιώματος, χτυπούσε με όλη τη δύναμη με τα ποδαράκια, τα φασκιά μπερδεύονταν, και με μίσος έχωνα τα χέρια του μέσα, το τύλιγα τόσο σφιχτά, ώστε να μην μπορεί να κουνηθεί καν. Έπειτα ένιωθα ντροπή, αλλά η γυναίκα μου ήταν ευχαριστημένη – το παιδί είναι τυλιγμένο καλά, άρα – είναι όλα καλά. Εγώ έλεγα, ότι δεν νομίζω το μικρό  να αισθάνεται άνετα εκεί μέσα, όμως, εκείνη μου έλεγε, για να με απωθήσει – έτσι πρέπει, έτσι έκανε και η μάνα της, έτσι κάνουν όλες οι μανάδες σε όλες τις εποχές, για ποιο πράγμα να μιλάμε πια? Ύστερα κάποια στιγμή ο γιος μας υποχώρησε – σταμάτησε να πολεμάει και μας άφηνε υπάκουα να τον φασκιώνουμε. Δεν ξέρω – αν ήταν η αυθυποβολή η όχι, αλλά μου φάνηκε ξεκάθαρα, ότι σαν να έσβησε λιγάκι ένα φωτάκι στα μάτια του, σαν να έσπασε ανεπανόρθωτα μέσα του κάτι. Και εγώ ένιωθα πιο ήσυχος. Τώρα είχα πολύ λιγότερη φασαρία με το παιδί – το τύλιξα, το πέταξα σαν κούτσουρο στη κούνια και πήγα να κάνω τα δικά μου. Και αυτό θα φωνάξει, θα σταματήσει, θα φωνάξει λίγο ακόμα, και θα κοιμηθεί τελικά. Πάρα πολύ ωραία. Όμως, κατά καιρούς ένιωθα θολές κρίσεις – σαν να πρόδωσα κάτι μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό.

Ο Μάικ σώπασε για λίγη ώρα και έπειτα συνέχισε.

- Τώρα, επιστρέφοντας στην τρέχουσα στιγμή, καταλαβαίνω, βέβαια, τι ακριβώς με βασάνιζε τότε. Καταπιέζοντας την επιθυμία της ελευθερίας σε κάποιον, επιλέγοντας την επάρκεια αντί προσπάθειες για την απομάκρυνση του εκνευρισμού και των ψεύτικων θεωριών, που μου πρόσταζαν να κάνω τις τάδε ή εκείνες παράλογες πράξεις, φτάνοντας σε αυτή την επάρκεια μέσω βασανισμού του ενός αβοήθητου ανθρώπου, (και το φάσκιωμα – είναι αναμφισβήτητα ένας επιτηδευμένος βασανισμός), με τον ίδιο τρόπο μπαίνω στην αντιπαράθεση με τις φωτισμένες αντιλήψεις. Αν κάνω κάποιες πράξεις, οι οποίες σκοπεύουν στην καταπίεση των φωτισμένων αντιλήψεων του άλλου, με τον ίδιο τρόπο τις καταπιέζω μέσα στο ίδιο μου τον εαυτό. Αλλά «εγώ-εκείνος» ήμουν απερίγραπτα μακριά από αυτή την σαφήνεια. Εγώ-εκείνος ήμουν το συνηθισμένο προϊόν εκείνης της εποχής. Και κάτι άλλο ακόμα, - ο Μάικ σταμάτησε, δάγκωσε το χείλος του, το μάσησε με μια αστεία έκφραση στο πρόσωπο, που έδειχνε, ότι δεν αισθάνεται καθόλου χαρούμενος τώρα.

- Τον έδερναν.

- Ποιον?

- Το παιδί.

- Με ποια έννοια? Όταν μεγάλωσε?

- Αυτό είναι το θέμα. Όχι όταν μεγάλωσε, αλλά όταν είχε μόλις γεννηθεί, ήταν δυο εβδομάδων, μηνιάτικο, και αργότερα.

Φαινόταν, ότι θα μπορούσες να πιάσεις με το χέρι σου τη σιωπή μέσα στο δωμάτιο.

- Ε…, - η Τίσσα επέλεγε αργά τις λέξεις, - πρώτον, σου προτείνω να μην λες «εγώ, αλλά «αυτός», ή έστω «εκείνος-εγώ» - έτσι είναι πιο συγκεκριμένα τα πράγματα. Στάσου, όμως, αυτό είναι απλώς σωματικά αδύνατον – να χτυπήσεις ένα τόσο μικρό παιδί.

- Ναι? – μέσα στη φωνή του Μάικ ακούστηκε η απελπισία. – Είσαι σίγουρη; Εσύ απλώς είσαι άνθρωπος της ΔΙΚΗΣ ΜΑΣ εποχής. Ενώ εγώ έχω την πείρα - πώς είναι να είσαι ο άνθρωπος ΕΚΕΙΝΗΣ της εποχής. Να ξέρεις, λοιπόν, ότι είναι δυνατόν. Και εγώ, και η γυναίκα μου τον δέρναμε. Και η μητέρα της γυναίκας μου. Αυτό ονομαζόταν «ξυλιά». Μια μικρή λεξούλα, με την οποία οι μεγάλοι κρύβουν το μίσος τους για τα παιδιά. Όλοι οι γονείς δίνουν «ξυλιές» στα παιδιά τους. Αυτό λέγεται ακόμα «μέρος της «ανατροφής»». Και θεωρείται, ότι αν δεν θα δέρνεις τα παιδιά σου, αυτά θα «κακομάθουν»… γυρίζει το κεφάλι μου τώρα από αυτόν τον πολεμοχαρή φασισμό… «θα κακομάθουν» - δηλαδή, θα σταματήσουν να υπακούν στις ατελείωτες απαιτήσεις, απαγορεύσεις, διαταγές, και θα θέλουν να κάνουν αυτό, που επιθυμούν χαρούμενα! Τα λέω όλα αυτά, και θυμάμαι – πώς ήταν, τα βλέπω με τα μάτια μου, και δεν μπορώ να πιστέψω, πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν... μεθοδικά να φτιάχνεις σκλάβους από τα παιδιά σου, υπάκουους μηχανισμούς, να καταπιέζεις στη ρίζα τους όλες τις χαρούμενες επιθυμίες, που έχουν... βασανισμοί, ξυλοδαρμοί, επιθετική παπαγαλία των θεωριών... αλλά αυτό το παράδειγμα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό – αφού χτυπάγαμε ενός μήνα βρέφος, επειδή αντιστεκόταν στο φάσκιωμα, και αν η γυναίκα μου συγκρατούσε τον εκνευρισμό της μέσα στα όρια της αποδεκτής τότε συμπεριφοράς, εγώ πολύ συχνά τον χτυπούσα στ` αλήθεια, με την παλάμη μου στον ποπό... τον χτύπησα και στο κεφάλι!

Ο Μάικ σαν να πνίγηκε με τις λέξεις του. - Δεν ήμουν ο μόνος, που έκανε αυτά τα πράγματα. Όταν πηγαίναμε για βόλτα μαζί με τους άλλους νέους γονείς, είχα δει και χειρότερα... Θυμάμαι καλά κάτι, που συνέβη σε ένα πάρκο. Ένα παιδί, κοριτσάκι περίπου πέντε χρόνων, χαρούμενο θηρίο, δραστήριο και ζωηρό, είπε κάτι, και η γυναίκα, που στεκόταν δίπλα της, τη χτύπησε στο σβέρκο. Και άλλη μια φορά, και ξανά. Μετά, αγριεύοντας μπροστά στα μάτια μας, ακόμα – μέχρι τη στιγμή, όταν το κοριτσάκι άρχισε να κλαίει. ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΝΤΕΔΡΑΣΕ ΚΑΘΟΛΟΥ. Επειδή αυτή η γυναίκα – ήταν η μητέρα της. Αν οποιοσδήποτε από τους περαστικούς θα έκανε το ίδιο, κανείς δεν θα είχε αμφισβητήσει το γεγονός, ότι αυτό είναι η καθαρή βία, πιθανόν να τον είχανε πάει στα δικαστήρια, ενώ σίγουρα θα είχε κερδίσει την κοινωνική κατάκριση και  περιφρόνηση.

Άλλο ένα επεισόδιο, που βγήκε τώρα – είμαι μέσα στο βιβλιοπωλείο, κοιτάζω ένα βιβλίο για τις παιδικές ψυχιατρικές παθήσεις. Με ενδιέφερε  συγκεκριμένα αυτό, διότι είχε γραφτεί από ψυχιάτρους, επιστήμονες, γιατρούς, και ακριβώς μια τέτοια πληροφορία αναζητούσα – επιστημονική, όσο πιο γίνεται ξεκάθαρη από τις συνηθισμένες βλακείες. Αλλά αυτό, που διάβασα... έτσι και έμεινα σε αυτό το μαγαζί. Θυμάμαι, ότι φοβήθηκα. Τώρα μπορώ να πω μόνο για δυο επεισόδια – το κορίτσι έγραψε στο ημερολόγιο της, ότι δεν αγαπάει τη μητέρα της, και γενικώς δεν αγαπάει τους φίλους και τους συγγενείς της, βαριέται και δεν θέλει να κάνει παρέα με αυτούς. Η μητέρα, έχοντας διαβάσει αυτή τη σελίδα (παρεμπιπτόντως, απολύτως συνηθισμένο φαινόμενο εκείνης της εποχής – η κατασκοπεία κατά των παιδιών), πήγε στους ψυχιάτρους. Οι ψυχίατροι συμφώνησαν μαζί της στο ότι μια τέτοια συμπεριφορά του κοριτσιού είναι η ένδειξη κάποιας ψυχικής νόσου! Και άρχισαν τη θεραπεία… τώρα, ένα λεπτό... - ο Μάικ σταμάτησε για λίγο και συνέχισε – την υπέβαλαν σε θεραπεία – στην αρχή μιλούσαν μαζί της, μετά  άρχισαν να της δίνουν χάπια. Στο βιβλίο υπήρχε λεπτομερή περιγραφή – ποια χάπια, πόσα, πόσο καιρό την ανάγκαζαν να τα παίρνει. Τότε, στο βιβλιοπωλείο... ήθελα να τους σκοτώνω... να πάρει ο διάολος – ήθελα να τους σκοτώσω όλους, γονείς-δολοφόνους, ψυχιάτρους -δολοφόνους, φανταζόμουν στον εαυτό μου, ότι το ίδιο έκαναν με ένα δικό μου αγαπημένο κοριτσάκι... θα τους σκότωνα. Και μετά σκέφτηκα – αλλά και εκείνο το κορίτσι θα μπορούσε να είναι αγαπημένη μου, και τη σκότωσαν... τώρα νιώθω ξεκάθαρα – πώς είναι να «θέλεις να σκοτώσεις» - τρομερό δηλητήριο... λοιπόν, - μετά από δίμηνη εντατική θεραπεία το κοριτσάκι άρχισε να γράφει στο ημερολόγιο: «αγαπώ τόσο πολύ τη μαμά μου», άρχισε να συναναστρέφεται με τους γονείς και «φίλους» - και όλοι είναι πανευτυχείς, την έκαναν καλά! À? – ο Μάικ κοίταξε στους ακροατές του.

Η Τόρα καθόταν, λες και έπαθε παράλυση, Στο πρόσωπο της έμεινε η κατάπληξη, η απελπισία, ξαφνικά σαν να συνήλθε, δυνατό ρίγος πέρασε στο κορμί της. Η Τόρα τινάχτηκε, σαν ένα μεγάλο σκυλί, και στο πρόσωπο της επέστρεψε η επιμονή, επιδίωξη, σοβαρότητα.

- Παλιότερα νόμιζα, ότι ο Μεγάλος Παιδικός Πόλεμος ξεπερνούσε στην αγριότητα του τα οποιαδήποτε λογικά όρια. Απ` ότι φαίνεται, σιγά-σιγά αρχίζω να καταλαβαίνω, για ποιο λόγο ήταν έτσι. Αν για πάρα πολύ καιρό, πολύ εξελιγμένα, στο κάθε του βήμα βασανίζεις τον άνθρωπο ψυχικά και σωματικά, τι άλλο να περιμένεις από αυτόν, όταν τελειώσει η υπομονή του?

- Ναι. – έγνεψε η Τίσσα, - το είχα διαβάσει αυτό. Η Ψυχιατρική. Τρομερό πράγμα. Το διάβασα. Εκατομμύρια παραδείγματα. Ο ιδρυτής της αμερικανικής ψυχιατρικής ο Μπέντζαμιν Ρας πίστευε, ότι αν ένας μαύρος σκλάβος θέλει να αποδράσει από τον ιδιοκτήτη του, είναι ψυχικά άρρωστος. Αυτό θεωρείτο ανθρώπινο – να μην σκοτώσεις τον σκλάβο-φυγά, αλλά να τον θεραπεύσεις. Αν και η θεραπεία στα χρόνια εκείνα ήταν ειδική – κυριαρχούσε η θεωρία, ότι τα ψυχικά νοσήματα προέρχονται από λάθος κυκλοφορία του αίματος, και για να τη διορθώσουν, έδεναν τον άρρωστο και τον άφηναν ξαπλωμένο για μερικές μέρες, καμία φορά ακόμα και εβδομάδες... αυτό είναι στην ουσία το φάσκιωμα! Με την ίδια έκβαση, κιόλας - η πραγματική παράνοια των ασθενών. Ε, και αυτό, που συνέβαινε στην Σοβιετική Ένωση του εικοστού-εικοστού πρώτου αιώνα, στην Κίνα – όλοι το γνωρίζουν αυτό. Η ψυχιατρική μετατράπηκε σε φρικτό όπλο της καταπίεσης της ετεροδοξίας. Δίχως έρευνα, δίχως δίκη, ισόβια.

- Επεισόδιο δεύτερο, - συνέχιζε ο Μάικ, - εννιά χρόνων αγόρι. Εκδήλωση της «νόσου» - ώρες ολόκληρες παίζει με αντικείμενα, που δεν προορίζονται για παιχνίδι!

Ο Κερτ έκανε έναν παράξενο ήχο, ίσιωσε την πλάτη του, έξυσε το αφτί.

- Δε βρισκόμαστε σε ένα λύκειο θηλέων, ας το θυμόμαστε αυτό. – Η φωνή του Μένγκες ήταν σκληρή. – Καιρός να συνηθίσουμε - το παρελθόν της ανθρωπότητας, στο οποίο εμείς κάνουμε ανασκαφές, δεν είναι ακριβώς αυτό, το οποίο μπορείς να διαβάσεις στα παλιά ιστορικά βιβλία, όπου όλα δείχνουν περιποιημένα και απαλά, επειδή ακόμα και σήμερα οι συνηθισμένοι ιστορικοί δεν έχουν βιώσει όλα τα αυτά, κοιτάνε με τα σημερινά μάτια την χτεσινή μέρα. Ενώ εμείς – είμαστε η νέα γενιά των ερευνητών, είμαστε – οι ιστορικοί της ακρίβειας, βιώνουμε τα πάντα, για αυτό και βλέπουμε περισσότερα, και αυτό κάνει τα πράγματα να έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

- Ναι, πολύ ενδιαφέρον... – μουρμούρισε η Τόρα.

- Το αγόρι μπορούσε επί τρεις ώρες να παίζει με μπουκάλια, η κερματάκια, σκοινάκια. Ήταν ξεκάθαρο – ένα άρρωστο παιδί. Και από εκεί και ύστερα, όλα πήγαιναν ρόλοι – μια δόση εντατικής θεραπείας, και το αγόρι έχει σωθεί – τώρα παίζει μόνο με τα σωστά παιχνίδια, εγκεκριμένα από το υπουργείο παιδείας. Και γενικά το αγοράκι έγινε πολύ πιο υπάκουο – ευχαριστώ τους γιατρούς! Εντάξει, μάλλον, φτάνει για αυτό, δεν θέλω πια να θυμάμαι αυτά τα πράγματα. Αφού είναι το πιο αθώο, θυμάμαι και κάτι πολύ πιο σοβαρό... επειδή, το ξύλο – είναι μια ακαθόριστη έννοια, κιόλας, μπορείς να δώσεις ένα τέτοιο ξύλο, ότι το παιδί θα βιώσει ψυχικό και σωματικό σοκ, και θα σταματήσει να κλαίει, θα μείνει. Ενώ οι μεγάλοι είναι ευχαριστημένοι – τι ωραία και καλά, το παιδάκι «ηρέμησε».

Πάω να συμπληρώσω την αναφορά μου. Προτείνω να κάνουμε μια παύση, να μαζευτούμε σε δεκαπέντε λεπτά και να ακούσουμε τον Μένγκες.

- Εγώ πάω στην ταράτσα! – πιάνοντας το τετράδιο, η Τόρα πήδηξε έξω από την πολυθρόνα, έτρεξε κοντά στην Άρτσι, ρούφηξε με τα χειλάκια τη ρώγα της, και, βάζοντας τα δαχτυλάκια της στα δαχτυλάκια της Άρτσι, που ακόμα συνέχιζαν να χαϊδεύουν αργά-αργά το μουνάκι της, άρχισε να  γλύφει, να τη τραβάει, να δαγκώνει ελαφρά, και μετά αγκάλιασε και με τα δυο χέρια το λαιμό της, έτρεξε με τρυφερά αγγίγματα της γλώσσας και των χειλιών σε όλη τη μουσούδα της, σηκώθηκε, έριξε μια στο πισινό του Μπράις, γρατσούνισε τη πλάτη του Μάικ, με φόρα έσπρωξε την πόρτα, η οποία άνοιξε από το χτύπημα του σφριγηλού κορμιού της, η πρωινή φρεσκάδα την έλουσε, δροσερός αέρας αγκάλιασε το ημίγυμνο της σώμα. Ο ήλιος είχε φτάσει ήδη στο κατώφλι, ενώ όλη η ταράτσα κολυμπούσε πια μέσα στην λαμπερή, λιωμένη τρυφερότητα του Πολύ Μεγάλου Κοριτσιού.

- Σε ποιον να μεταδώσω τις ειδήσεις, - ακούστηκε από κάτω η δυνατή φωνή του Μπράις.

- Έλα σε μένα, εδώ πάνω, - οι ειδήσεις ήταν πολλές, ο κόσμος κτιζόταν πραγματικά από την αρχή σε όλες τις κατευθύνσεις, παρά το ότι η διαδικασία αυτή προχωρούσε  λίγο-πολύ δραστήρια ήδη για εξήντα χρόνια. Η Τόρα προσπάθησε να καλύψει όσα περισσότερα μπορούσε. Τραβώντας το ολόγραμμα, εκείνη άνοιξε τις επικεφαλίδες των ειδήσεων. Α, τελικά ψηφίσαν την αναγκαστική κάθειρξη …

- Μπράις, το είδες? Όλα τα παιδάκια μας θα καθίσουν στη στενή!:) – σκύβοντας πάνω από τα κάγκελα, αυτή ούρλιαξε μέσα στο δωμάτιο, που βρισκόταν ακριβώς από κάτω. – Εγκληματίες !:)

- Εγώ ψήφιζα «υπέρ», - αυτή ήταν η φωνή της Άρτσι. – Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα ήταν πολύ πειστικά. Παράξενο να περιμένεις, ότι ο άνθρωπος θα αντιμετωπίσει σοβαρά μια απειλή, την οποία φαντάζεται τελείως αφηρημένα. Ήδη χίλια χρόνια πριν οι νομικοί αντιλαμβάνονταν ξεκάθαρα, ότι όχι μόνο η αυστηρότητα, όσο η αδυναμία της αποφυγής της τιμωρίας επηρεάζει τον πιθανό εγκληματία. Απλώς η σκέψη τους δεν είχε προχωρήσει παραπέρα. Η προχώρησε, αλλά δεν τη άφησαν. Αφού είναι απολύτως φυσιολογικό – αν θέλεις να αποτρέψεις τον άνθρωπο από κάτι – δώσε σε αυτόν όσο πιο δυνατόν γίνεται αισθητό παράδειγμα, για να το νιώσει στο πετσί του. Θέλεις να γίνεις πολίτης? Να αποκτήσεις δικαιώματα? Τέλεια – πάρ`τα. Αλλά αυτό δεν είναι ελεημοσύνη, είναι ένα υπεύθυνο βήμα. Θέλεις να πάρεις έναν αρχάριο μαζί σου στην ανάβαση της Νταουλαγκίρι? Εντάξει, αλλά πρώτα ας τρέξει πάνω στο Αμα-Δαμπλαμ, να περάσει γύρω από την Ανναπούρνα σε δυο μέρες, ας διανυκτερεύσει στην κορυφή Τιλιτσο – ας αισθανθεί – τι είναι τα βουνά, τι είναι ο άνεμος, η χιονοθύελλα, η εξάντληση. Τότε μαζί σου δεν θα είναι μια τρελή βαλίτσα, αλλά ένας άνθρωπος, ο οποίος έστω στο περίπου αντιλαμβάνεται τις πιθανές συνέπειες των οικιακών μαρασμών του,  της υπερεκτίμησης των δυνάμεων του και των λαθών. Πόσο πρέπει να καθίσω στο κελί, Τόρα, προτού πάρω το διαβατήριο?

- Τέσσερις μέρες στην φυλακή υψίστης ασφαλείας.

- Τέλεια! Θα γνωρίσω καλύτερα και τους «κομάντος» πιο κοντά – θα έχω στα μάτια μου το ζωντανό παράδειγμα.

Ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο, φτιαγμένο από μπαμπού, η Τόρα άνοιξε το σημειωματάριο, ξεδίπλωσε την ολογραφική οθόνη, βρήκε το αρχείο με το ημερολόγιο της και άρχισε να ηχογραφεί: «βγήκα από τη φωλιά, χαρά εντάσεως 3-4, τρυφερότητα -5 για την Άρτσι και υποκειμενική. Ουρανός βαθύς, διαπεραστικά γαλάζιος, με μεγάλες άσπρες μουσούδες των σύννεφων. Αίσθηση της ομορφιάς -7, όταν κοίταζα στις άκρες των σύννεφων, μετά η αίσθηση της ομορφιάς έγινε πιο οξεία, δυνάμωσε στο 8, έφτασε στο εκστατικό στάδιο.

Έπειτα ταυτόχρονα εμφανίστηκε το εξής: σαφήνεια για το ότι θα μείνω εδώ και θα ταξιδεύω με αυτά τα παιδιά. Ήρθε σφάλμα της κανονικής διακριτικής συνείδησης για τρία-τέσσερα δευτερόλεπτα, μετά σαφήνεια, η οποία έχει αντίκτυπο με τη φράση «ελεύθερο πλάσμα. Κάνει ό, τι θέλει». Εμφανίστηκε υποκειμενική αφοσίωση,  τρυφερότητα, αίσθηση της ομορφιάς-2 της εκστατικής κλίμακας. Ένοιωσα την σωματική συναίσθηση της μεσαίας σφαίρας του κενού, καύση και απόλαυση στο στήθος και στο λαιμό, διαφάνεια, ελαφρότητα, φρεσκάδα, αντίληψη της χρυσαφένιας σφαίρας στο μέγεθος πορτοκαλιού μέσα στο στήθος, από την οποία φεύγουν ακτίνες μακριά,  πέρα από τα ορατά όρια του σώματος. Ύστερα εμφανίστηκε η πληρότητα του χώρου με τον ουρανό: γαλάζιος, δροσερός και διάφανος ουρανός γύρω από αυτό το μέρος, ανάμεσα στα βουνά, γύρω από τα δέντρα. Σαν να έχουν  γεμίσει με αυτή την ουσία ένα δοχείο μέχρι επάνω. Από όλα τα πράγματα, στα οποία εγώ κοιτάω, εμφανίζεται η αναπάντεχη αίσθηση της ομορφιάς, η οποία συνοδεύεται με κυματισμούς  ευδαιμονίας μέσα στο στήθος και στο λαιμό. Διαρκεί ήδη για περίπου έξι λεπτά. Οι εκστατικές φωτισμένες αντιλήψεις εμφανίστηκαν ήδη κάτω τη στιγμή, όταν άκουγα την διήγηση του Μάικ για εκείνο τον φρικτό καιρό, και τότε εκδηλώθηκε μανιασμένα η σαφήνεια-  είμαι ένα ελεύθερο ον, μπορώ να κάνω ό, τι θέλω.

Εχτές ακολουθούσα το μονοπάτι προς το ποτάμι, δημιουργούσα την προσμονή, αποφασιστικότητα, επιδίωξη. Εμφανίστηκε επιθυμία να δυναμώσω επίσης και τη σαφήνεια για το ότι «η Γη είναι ένα ζωντανό πλάσμα», άρχισα να λέω αυτή τη φράση, συγκεντρωμένη ταυτόχρονα στην τρυφερότητα για τη Γη. Λίγα λεπτά αργότερα ήρθε η απόλαυση στο στήθος και στο λαιμό, άνευ αντικειμένου τρυφερότητα και  έξαρση-6, υποκειμενική σεξουαλική επιθυμία και ερωτική έλξη. Εκδηλώθηκαν κυματισμοί  αίσθησης της ομορφιάς, όταν κοίταζα στα χόρτα και στα δέντρα. Άρχισα να δημιουργώ ανοιχτοσυνη για τη Γη, επιθυμία να της μεταδώσω τις αντιλήψεις μου, ειδικά τη τρυφερότητα και τη σεξουαλική επιθυμία για εκείνη. Η τρυφερότητα δυνάμωσε στο 8. Ήρθε η αίσθηση της ελαφρότητας, του ενθουσιασμού, θέλησα να τρέξω και να πηδάω. Χαρά 7-8, επειδή η Γη – είναι ένα ζωντανό πλάσμα. Επιθυμία να της δώσω ο, τι υπάρχει σε αυτό το μέρος. Όταν κοίταζα στα χόρτα – ένοιωσα μια αντίληψη, σαν να τα χαϊδεύω με το βλέμμα μου, εμφανίστηκε απόλαυση έξω από τα όρια των ορατών ορίων του σώματος - στη θέση των χόρτων, μόνο από το ότι τα κοιτάζω. Μετά – η αίσθηση της θέρμης στα πέλματα, η οποία δυνάμωνε και ανέβαινε αργά πάνω στα πόδια μου. Η θέρμη δυνάμωσε, όταν έφτασε στην κορυφή του κεφαλιού μου, ερχόταν η απόλαυση στο σώμα τέτοιας έντασης, η οποία συμβαίνει κατά τον οργασμό, εύρος κάλυψης 8. Φάνηκε η σκέψη, ότι αυτό το μέρος πέθανε. Ήρθε κατάπληξη και αφοσίωση για τη Γη. Ήθελα να κοιτάζω μόνο στα βουνά, στα δέντρα, στον ουρανό και το γρασίδι. Σαν να μετατοπίστηκε η εστίαση, - κοίταζα μόνο στις μουσούδες της Γης, σε όλα τα άλλα δεν σταματούσε η προσοχή μου, σαν να μην κολλούσε. Από μόνο του σταμάτησε ο μηχανικός εσωτερικός διάλογος.

Τώρα θέλω να λύσω το πρόβλημα της ενσωμάτωσης της αδιάκοπης τρυφερότητας μέσα στις αντιλήψεις μου. Για να γίνει αυτό, θέλω να θέτω στον εαυτό μου όσο πιο δυνατόν συγκεκριμένους στόχους – να μοιράζω τον χρόνο στα σύντομα διαστήματα, συνδέοντας αυτά με κάποια ορισμένη δραστηριότητα, και να δημιουργώ τη τρυφερότητα: για παράδειγμα, να νιώθω τρυφερότητα, όταν πλένω το πρόσωπο μου, όταν πηγαίνω στη λίμνη και τα λοιπά και τα λοιπά, καταγράφοντας ταυτόχρονα τα αποτελέσματα με ακρίβεια.

Τη νύχτα, όταν πηδιόμουν με τον Μάικ, ένοιωσα εκστατική τρυφερότητα άνευ αντικείμενο, και αφοσίωση 2-3 κατά διάρκεια των δεκαπέντε λεπτών: εκτέλεσα την στερέωση ανά πέντε δευτερόλεπτα των αντιλήψεων μέσα στο μυαλό μου με τη δημιουργία της τρυφερότητας. Εμφανίστηκε αποφασιστικότητα και αίσθηση της σύνθλιψης μιας χοντρής μολυβένιας πλάκας, επιθυμία να συνεχίσω να δημιουργώ τις φωτισμένες αντιλήψεις και να πετύχω την ενδυνάμωση του φωτισμένου φόντου.

Υπάρχει σαφήνεια, ότι η τρυφερότητα, ανοιχτοσύνη και η αφοσίωση – είναι οι πιο επιθυμητές αντιλήψεις προς το παρόν. Συνέχιζα να πηδιέμαι με τον Μάικ, γρατσούνισα τη πλάτη, τον πισινό του, τρυφερότητα ανέβηκε στο 8, και μετά απότομα στο 1 της εκστατικής κλίμακας. Ήρθε η απόλαυση στο λαιμό, στο στήθος, σε όλες τις πατούσες. Κατέγραψα, ότι η σεξουαλική διέγερση έχει δυνατό αντίκτυπο με τη τρυφερότητα, οι αντιλήψεις συμπλέκονται μεταξύ τους. Άρχισα να δημιουργώ τη θέληση, για να εκδηλωθεί στον Μάικ το ίδιο, ο, τι υπάρχει τώρα μέσα μου. Δυνάμωσαν τα δάκρυα και η εκστατική τρυφερότητα έως τρία. Εμφανίστηκε η σαφήνεια, ότι τώρα, όταν η εμπειρία μου είναι μικρή ακόμα στις εκστατικές αντιλήψεις, είναι αναγκαίο την ώρα της εκδήλωσης τους να συνεχίσω να τις υποστηρίζω με τις προσπάθειες, να δημιουργώ, να «μπαίνω» μέσα σε αυτές αδιάκοπα. Παλιότερα νόμιζα, ότι μετά από την εμφάνιση των εκστατικών φωτισμένων αντιλήψεων, αυτές θα συνεχίζονται από μόνες τους ανεξάρτητα, όμως, μετά παρατήρησα, ότι αν δεν καταβάλλω τις προσπάθειες, η εντατικότητα τους πέφτει απότομα. Για παράδειγμα, από τα 3 της εκστατικής κλίμακας πέφτει στο οκτώ της κανονικής. Η εξήγηση του φαινομένου είναι πάρα πολύ απλή – διότι είναι πιο συνηθισμένο για μένα να μην βρίσκομαι στις εκστατικές φωτισμένες αντιλήψεις, έτσι και εμφανίζεται η πλεύση προς τις πιο συνηθισμένες καταστάσεις.

Ενίοτε εμφανίζεται μια ασυνήθιστη κατάσταση, σαν να υπάρχουν σε αυτό το μέρος οι φωτισμένες εκστατικές αντιλήψεις, και δεν υπάρχει προσωπικότητα, δεν αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου σαν κλειστό, περιορισμένο πλάσμα, δεν υπάρχουν όρια. Αισθάνομαι τον εαυτό μου, σαν ένα μέρος, όπου βρίσκονται μόνο οι φωτισμένες αντιλήψεις. Παρατήρησα, ότι σε μια τέτοια κατάσταση ιδιαίτερα εύκολα εμφανίζονται σφάλματα της μηχανικής διακριτικής συνείδησης, και τα ταξίδια στα νέα σύμπαντα γίνονται ιδιαίτερα εύκολα, σταθερά..

Σήμερα τη νύχτα είχα την αίσθηση, σαν να βρίσκομαι σε διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα.»

 



<< Back Forward >>