Ελληνικα change

Error

×

Κεφάλαιο 2

Main page / Μάγια 3: Σκληρά ποτάμια, μαρμάρινος άνεμος / Κεφάλαιο 2

Περιεχόμενα

    Το μάθημα τελείωσε, και ο Αντρέι, ρίχνοντας στον χαρτοφύλακα όλα μαζί  τα τετράδια, το βιβλίο, τα στυλό, με μεγάλα άλματα ανέβαινε τη σκάλα, να φύγει γρήγορα από την αίθουσα, όπου σαν να  κόλλησε πια ο μπαγιάτικος αέρας μιας αιώνιας κούρασης, στενοκεφαλιάς και χυδαιότητας, αν μπορεί να είναι χυδαία η ανόργανη χημεία. Το επόμενο δίωρο ήταν  το σεμινάριο της μηχανικής γραφικής, και τώρα ο Αντρέι ανατρίχιασε για τα καλά με απέχθεια.  Κατάφερνε να βρει έστω κάποιο ενδιαφέρον για τη χημεία, ενώ όλη η φασαρία με τη σχεδίαση και τα μολύβια ήταν ένας ολοφάνερος αναχρονισμός, κάτι, που δεν εμπόδιζε αυτόν τον κάφρο, τον Τσερνισέφσκι να βηματίζει στην δυνατά φωτισμένη αίθουσα με το ύφος του Ναπολέοντα και με καυστική σχολαστικότητα να κολλάει στην καταραμένη ισομετρία, διορθώσεις και μοίρες.  Ένιωθε ναυτία κυριολεκτικά από όλες αυτές τις βλακείες, όμως, στο βιβλιάριο του φοιτητή υπήρξε η αντίστοιχη στήλη, στο τέλος του τριμήνου  θα πρέπει να μπει κάποιος βαθμός, και θα γραφτεί εκεί, οποίος και να είναι. Ποιος θα το φανταζόταν,  ότι οι γόμες και τα μολύβια θα γίνουν  τόσο ανυπέρβλητο εμπόδιο για τα ηλιόλουστα όνειρά του για το μέλλον, στα οποία εκείνος αγαπούσε να πλέει τόσο πολύ! Το περασμένο επτάμηνο  από θαύμα κατάφερε να βγάλει το τρία [στο ρωσικό σύστημα εκπαίδευσης χρησιμοποιείται η  βαθμολόγηση με πέντε βαθμούς, με καλύτερο το πέντε – παρατήρηση του μεταφραστή], κάνοντας ζαβολιά με δυο σχέδια, όμως, το καθίκι αυτό το τέλος κατάλαβε την απάτη, και τώρα τον παρατηρούσε με το πάθος του Ρούντολφ Λανγκ, που σχεδιάζει τον θάλαμο αερίων. Σίγουρα και στα δικά του παιδικά χρόνια ο δικός του πατέρας τον βασάνιζε με τον ίδιο τρόπο, πώς αλλιώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί αυτό το φλεγματικό έντομο; Είναι δυνατόν να φανταστείς, πώς αυτός χαϊδεύει την γυναίκα του;  Μπρρρρ…  Η στρογγυλή, κοντή μαθηματικός με πρόσωπο, που γυάλιζε από το λίπος και αυταρέσκεια – έλεγαν, ότι είχε περάσει την παιδική της ηλικία στο ίδρυμα,  και τώρα πιτσιλάει προς όλες τις κατευθύνσεις με την γουρουνίστικη οικογενειακή ευτυχία, μαζεύει στο σπίτι της ομάδες φοιτητών-ενθουσιαστών, λύνει τα προβλήματα μαζί τους και τους νταντεύει με θαλπωρή και τσάι με τυροπιτάκια. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αποκρουστικό από ΑΥΤΟ, δεν είναι καθόλου παράξενο, ότι αυτοί οι δυο έσμιξαν.  Και ο Μαξούλης, ο γιος τους, ένα σπάνιο καθίκι, σπουδάζει στο παράλληλο τμήμα, έχει θρασύτατη μούρη, αυτάρεσκη – σιχαίνεσαι να τον βλέπεις.

    Το μάθημα ξεκινούσε σε ένα λεπτό, και ο Αντρέι μάταια προσπαθούσε να αναγκάσει τον εαυτό του να επιταχύνει τα βήματα – φαινόταν, ότι καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να τον σύρει σε αυτόν τον τάφο  με τους γραφικούς πίνακες. Η απελπισία άρχισε να αυξάνεται με  ραγδαίο ρυθμό. Δυο εβδομάδες πριν, όταν εκείνος κατάλαβε, πως χάνει ανεπανόρθωτα το χρονοδιάγραμμα της παράδοσης των σχεδίων αυτού του μήνα, έπεσε σε κάποια απατηλή συναισθηματική  εμπιστοσύνη,  ένας διάολος ξέρει, τι φαντάστηκε, και, μετά από μια κρίση ευτυχισμένης αναμονής της λύτρωσης από αυτά τα κάτεργα, ζήτησε μια ακρόαση του Τσερνισέφσκι,  την οποία εκείνος του έδωσε με υπεροπτικό και εκ των πρότερων ακλόνητο ύφος.

    «Παρακαλώ, καταλάβετε με», – ζοριζόταν ο Αντρέι, – «εγώ είμαι φυσικός, και όχι γραφίστας. Δεν μπορώ, δεν μπορώ να σχεδιάζω, δεν μπορώ να αναγκάσω τον εαυτό μου να καθίσω και να ξεσκαλίσω αυτές τις προσόψεις. Αν θα μπορούσα, θα είχα νικήσει τον εαυτό μου. Για παράδειγμα, η οργανική χημεία είναι επίσης μια θανάσιμη φρίκη για μένα, όμως, εκεί υπάρχει και κάτι λιγάκι από τη φυσική, προσπαθώ, και παίρνω το τριάρι μου.  Έδινα τις εξετάσεις για να μπω  στο φυσικό τμήμα, όμως, δεν έφτασαν οι βαθμοί, σίγουρα θα μεταφερθώ εκεί, το έχω κανονίσει ήδη με τον αναπληρωτή πρύτανη, με τον κοσμήτορα του φυσικού, μου έμεινε μόνο να τελειώσω αυτό το επτάμηνο και θα περάσω εκεί, έχω μόνο άριστα στα μαθηματικά και φυσική, ορίστε, μπορώ να σας δείξω τους βαθμούς μου, με ξέρουν όλοι και στην έδρα, είμαι φυσικός, και όχι γραφίστας, σας παρακαλώ, βάλτε μου εκείνο το τρία και εγώ δεν θα σπαταλώ άκαρπα τον χρόνο μου, μην καταστρέψετε τη ζωή μου, σας παρακαλώ!»

    Ο Αντρέι κοίταζε στα κρύα μάτια του βρικόλακα και καταλάβαινε σιγά-σιγά, ότι προσπαθεί μάταια. Η απελπισία τον έπνιξε σαν  ένα ξαφνικό κύμα, στα μάτια ήρθαν δάκρυα, αυτό του έλειπε μόνο  – να κλάψει μπροστά του!

    Αναγκάζοντας τον εαυτό σου, παρά το «δεν μπορώ» να μπει στην αίθουσα,  ο Αντρέι θυμήθηκε όλα  εκείνα τα σιχαμερά ορθά κηρύγματα, με τα οποία τον περιποιήθηκε ο Τσερνισέφσκι, τη φυσιογνωμία του, που έδειχνε  δέος από την συνειδητοποίηση της απέραντης εξουσίας και θριαμβευτικής αλυγισιάς του. Τα χαρακτηριστικά του  προσώπου, που νουθετούσε, σαν να αποκόπηκαν και πετούσαν σε ανάερο χώρο της άδειας,  με ήχο,  αίθουσας,  ζωγραφίζοντας παράξενες καμπύλες, σβήνοντας, μουτζουρώνοντας με τον εαυτό τους το μέλλον. Αν το κεφάλι, κομμένο στην γκιλοτίνα, πράγματι για μερικά δευτερόλεπτα ακούει και βλέπει τα πάντα, τότε σίγουρα τα βλέπει και ακούει ακριβώς, όπως τα αντιλαμβανόταν εκείνος τότε. Το σώμα του Αντρέι σαν να έφυγε κάπου, δεν ένιωθε ούτε χέρια, ούτε τα πόδια του, και μετά οι ήχοι της τριζάτης φωνής ανακατεύτηκαν και έχασαν κάθε σημασία, όμως, το νόημα ήταν ξεκάθαρο – τον απέρριψαν.

    Καμιά φορά τον κυρίευε ο ενθουσιασμός της απελπισίας. Ξυπνώντας, φανταζόταν, ότι, μαζεύοντας τις δυνάμεις του, ανοίγει το βιβλίο, κάθεται δίπλα στο σχέδιο, και βήμα προς βήμα σχεδιάζει, σχεδιάζει, σχεδιάζει όλη αυτή την σαβούρα. Δεν πειράζει, ότι αυτό θα απαιτήσει δεκάδες ώρες εργασίας, αφού μπροστά του είχε έναν στόχο – να γίνει φυσικός, να γίνει επιστήμονας, να ξεφύγει από αυτό το τοπικό ψευτοπανεπιστήμιο, και ακόμα – η Λένκα. Εκείνη θα φύγει μαζί του στη Μόσχα, ίσως και – στην Τριέστη, ή στο CERN ή στο Κέιμπριτζ. Όχι, θα φύγουν στην Αμερική, στο ΜΙΤ. Τα βράδια θα της λέει, πως πάνε τα πράγματα, ποια πειράματα κάνουν, πως τον σέβονται οι καθηγητές  και πόσο αστείοι είναι εκείνοι οι φοιτητές, τους οποίους αυτός διδάσκει στον ελεύθερο του χρόνο, και πόσο τον αγαπούν – αφού αυτός σίγουρα, ποτέ, για κανέναν λόγο δεν θα τους έβαζε τρικλοποδιές, πάντα θα ειχε την κατανόηση, θα τους βοηθούσε. Φανταζόταν και το πρόσωπο του – αυστηρό και ταυτόχρονα καλό, και σκεφτόταν για το πόσο μεγάλη θα είναι η ευγνωμοσύνη κάποιου γλυκού  αμερικανικού κοριτσιού, όταν εκείνος θα της χαμογελάσει καλόκαρδα και ενθαρρυντικά, θα αναστενάξει, θα κοιτάξει το ρολόι του και θα μείνει μαζί της ως αργά, θα της δείχνει και θα εξηγεί, μέχρι να καταλάβει την ύλη τελικά, και όταν θα σκοτεινιάσει, θα βγουν από το άδειο πανεπιστήμιο έξω στην ψυχρή φθινοπωρινή βραδιά, σχεδόν στην νύχτα, και  οι βαριές πόρτες θα τρίξουν απαλά, αφήνοντας τους  στην φωτισμένη με λυκόφως των λαμπτήρων γη,  να περπατήσουν πάνω σε αρωματικά πεσμένα φύλλα,  και τα βήματά τους θα είναι τόσο μοναχικά και ασυνήθιστα ξεκάθαρα, και εκείνη θα θελήσει ενστικτωδώς να τον αγκαλιάσει… όχι, διάολε, και η Λένκα? Κάτι δεν πάει καλά με αυτή την φαντασία.

    Η Λένκα, εντωμεταξύ, δεν τον έπαιρνε μάλλον και τόσο στα σοβαρά, αλλά ο Αντρέι ήταν σίγουρος, ότι θα αλλάξει την κατάσταση με τον έναν ή άλλο τρόπο, και εφόσον σκόπευε να λύσει αυτό τον πρόβλημα όσο πιο γρήγορα μπορεί, ωσότου κανείς άλλος δεν πήρε την θέση που προοριζόταν για εκείνον, έτσι και σήμερα αντί υποσχόμενης στον εαυτό του  βραδιάς, αφιερωμένης στην μισητή γραφική, στα σχέδια του εμφανίστηκε  η λέσχη των συζητήσεων «Χαρακίρι», όπου, όπως έμαθε εκείνος στην γραμμική  άλγεβρα, θα πήγαιναν σήμερα και η Λένκα, η Βίκα, η οποία, αν και δεν ήταν το αντικείμενο του άμεσου ενδιαφέροντος του Αντρέι, στα κρυφά ακόμα και από τον ίδιο εαυτό του εξεταζόταν ως μια εναλλακτική λύση. Βασικά, αυτό είχε αναλογία με την διάθεση του. Φαντάζοντας τον εαυτό του καθηγητή, ο Αντρέι οπωσδήποτε έβλεπε μια ζεστή οικογενειακή φωλιά, γραφείο με μασίφ τραπέζι και ράφια με  βιβλία σε όλους τους τοίχους, ως το ταβάνι.  Στο σαλόνι τρίζει το τζάκι, προσφέροντας ζεστασιά, δυο-τρεις εξίσου προοδευτικοί συνάδελφοι πίνουν ζεστό κρασί, ή ο, τι τέλος πάντων πίνουν – αυτό το φανταζόταν αρκετά θολά, ο ίδιος Αντρέι  καλοσυνάτα και προστατευτικά ακούει την ζωηρή συζήτηση, και όταν αυτή φτάνει στην αδιέξοδο, με δυο-τρεις εύστοχες παρατηρήσεις βγάζει την κουβέντα στον σωστό δρόμο. Σε αυτά οπωσδήποτε ήταν  παρόν και η Βίκα – φορώντας ένα μακρύ χνουδωτό πουλόβερ, κουλουριάστηκε σε μια τεράστια δερμάτινη μαλακότατη πολυθρόνα, και τον κοιτάζει με γεμάτο λατρεία βλέμμα – γυναίκα-γατάκι, που  ενθουσιασμένα δεν χορταίνει να  θαυμάζει την ευφυΐα του διάσημου συζύγου της.  Την ευχαριστεί και λιγάκι συγχύζει, όταν η προσοχή στρέφεται στον εαυτό της: «είναι η ΔΙΚΗ ΤΟΥ γυναίκα!».

    Όμως, η μορφή αυτή ήταν αρκετά άχρωμη, και δεν είχε την πρέπουσα συνέχεια. Υπήρξαν ακόμα δυο-τρεις κατευθύνσεις ακόμα, ανάμεσα στις οποίες ήταν το βραβείο του Νόμπελ, πρόταση να αναλάβει την έδρα στο Πρίνστον και κάποιοι χαμηλωμένοι ψίθυροι «μόνο αυτός είναι άξιος, κανείς άλλος, εκτός από εκείνον, είναι ο νέος Βίττεν», αλλά για κάποιο λόγο η φαντασία αυτή ολοκληρωνόταν με μια νωθρή, καταθλιπτική κατάσταση, κάτι σαν αυτή, που εμφανιζόταν στο σπίτι τον γονιών του – είναι άνετα, σου φέρνουν και το βραδινό και θα σε κοιμίσουν, και όμως,  νιώθεις φοβερή πεθαμενίλα. Και τότε ο Αντρέι μεταφερόταν στην περίπτωση της Λένκας – την φανταζόταν  ως πίστη του σύμμαχο, για παράδειγμα, ας  γίνει αυτή μια ενθουσιασμένη βιολόγος, ερευνήτρια της υποβρύχιας ζωής, θα πηγαίνει στις αποστολές, και οι άλλοι θα μιλάνε για αυτούς, ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρον οικογένεια, θα θαυμάζουν την ενέργεια, την τρυφερή αφοσίωση, που έχουν ο ένας για τον άλλο. Ναι, έτσι είναι κάπως πιο ωραία, παρά με τη Βίκα …

    Το «Χαρακίρι» είναι μια αίθουσα στην φοιτητική εστία, παραχωρημένη από κάποιο μουχλιασμένο διοικητή-ενθουσιαστή  του πανεπιστήμιου ως ένα μέρος για συναντήσεις, διασκέδαση και συζητήσεις για τους φοιτητές. Στην πραγματικότητα το φάσμα της χρήσης της είχε πολύ μεγαλύτερο εύρος, αρχίζοντας από την συγκόλληση των καγιάκ,  μέχρι και γαμιστρωνα – η σειρά για νυχτερινή διαμονή κλεινόταν από νωρίς. Ήδη από τις τέσσερις-πέντε το απόγευμα εδώ έρχονταν οι πρώτοι ενθουσιαστές, και στις εφτά άρχισε η βασική δραστηριότητα – τριάντα-σαράντα φοιτητές περικύκλωναν το πρόσωπο, καλεσμένο να μιλήσει. Στην αρχή το πρόσωπο έδινε διάλεξη, και έπειτα ξεκινούσε το κομμάτι της συζήτησης, εντελώς άτυπης και για αυτόν τον λόγο συναρπαστικής. Πιο συχνά απ` όλα έρχονταν οι  εκπρόσωποι των ανθρωπιστικών επιστημών  – οι κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και άλλοι άσχετοι. Τα θέματα της συζήτησης τους, με αυτόν τον τρόπο, ήταν προσιτές σε όλους, και ο καθένας είχε να προσθέσει κάτι, έτσι, αρχίζοντας από τις οκτώ η ώρα ακόμα και ερμητικά κλειστές πόρτες της λέσχης δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τις απελπισμένες κραυγές. Του άρεσε του Αντρέι να βγαίνει έξω στη μέση της συζήτησης:  πήγαινε στην μακρινή άκρη του διαδρόμου, όπου πύκνωνε το σκοτάδι και ακίνητος,  άκουγε την απόμακρη ακαταλαβίστικη βοή, βιώνοντας μια θλιμμένη απόσπαση και επίμονη επιθυμία να μαλακιστεί. Του άρεσε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως μοναχικό άνθρωπο, ένα μυστήριο,  εντωμεταξύ,  προσπαθώντας απελπισμένα να βρίσκεται όσο πιο πολύ μπορεί στην κοινή θέα,  βαριόταν γρήγορα την ρομαντική μοναξιά και βημάτιζε γρήγορα πίσω,  σαν  πιεσμένος με ελατήριο, – εκεί, όπου υπήρξε δυνατό φως, όπου έβραζαν τα πάθη των συγκρουόμενων απόψεων, όπου όλοι προσπαθούν με όλες τις δυνάμεις να κάνουν εντύπωση στους άλλους.

    Σήμερα τα παιδιά κατάφεραν να σύρουν στο ακροατήριο έναν δεινόσαυρο περίπου εξήντα χρόνων, που μιλούσε σε λιγάκι αρχαϊκή γλώσσα – είτε προσπαθώντας να κάνει εντύπωση, είτε όντως συνηθισμένος στο να μιλάει έτσι. Το θέμα ήταν αρκετά ακαθόριστο – κάτι από την πολιτική οικονομία, μα αυτό, στην ουσία, δεν έπαιζε ρόλο, επειδή οποιοδήποτε, ακόμα και πιο περίπλοκο θέμα  μπορεί να μεταφερθεί σε ένα πιο αντικειμενικό και επίκαιρο, έτσι στην πραγματικότητα ο ομιλητής δεν χρειαζόταν καν – ο, τι αποτελούσε το ειδικό κομμάτι της διάλεξής του, ακούστηκε και χάθηκε στις σύντομες σημειώσεις των πιο συνειδητοποιημένων κοριτσιών. Μα αυτό ήταν το λειτούργημα, που έδινε κύρος στις μετέπειτα συζητήσεις, ενώ ο καλεσμένος θα γινόταν αργότερα εξωτερικός,  αναγνωρισμένος κριτής,  το κύρος του οποίου, ωστόσο, δεν έβρισκε και ιδιαίτερη εκτίμηση, ανεξαρτήτως από τη θέση του στον μεγάλο κόσμο. Εδώ υπήρξε ένα κλειστό μικρό σύμπαν, όπου έπρεπε να κερδίζεις τον σεβασμό, ξεκινώντας από το μηδέν.

     

    Ο δεινόσαυρος, προφανώς, δεν εμφανιζόταν  συχνά μπροστά στον κόσμο,  μιλούσε αρκετά άχρωμα και βαρετά, έτσι μετά από μια ώρα, που είχε στην διάθεσή του, η αόρατη  υπνηλία πλανήθηκε πάνω από το ακροατήριο, και μόνο τα  καλά κορίτσια συνέχιζαν να γεμίζουν με καλλιγραφικές σημειώσεις τα καθαρά τετραδιάκια τους. Αυτό πάντοτε προκαλούσε την  έντονη, έως και υστερική απέχθεια – αυτά τα ρομπότ, που έγραφαν μετρημένα, που μια ζωή τα έχουν όλα προσεκτικά και σωστά γραμμένα – και στα τετράδια, και στα χαζά κεφαλάκια. Εκεί είναι πάντοτε η τάξη, η στενοκεφαλιά, ένας βουρκωμένος κόσμος – όλα είναι βαλμένα στα ραφάκια, όπως έχει πει η μαμά, ο μπαμπάς, ο δάσκαλος. Τα κοριτσάκια αυτά σπάνια έπαιρναν μέρος στις συζητήσεις. Συνήθως έφευγαν αμέσως μετά από το τέλος της διάλεξης, έχοντας εμπλουτίσει τον κόσμο τους με νέες ορθές διατυπώσεις. Η Λένκα, βέβαια, όπως και κάθε  κανονικός άνθρωπος, δεν σημείωνε τίποτε στα τετραδιάκια, ενώ η Βίκα αγαπούσε αυτό το πράγμα, αν και δεν έφευγε από τις συζητήσεις, μα και δεν μίλαγε ποτέ, καθόταν ήσυχα στην καρεκλίτσα της, ποδαράκια μαζί, γόνατο κοντά στο γόνατο, χρωματιστά καλτσάκια, προσεκτικά μαζεμένοι μαρκαδόροι και ένα ωραίο τετραδιάκι, στο εξώφυλλο του οποίου με καλλιγραφικό χαρακτήρα προστέθηκε η επιγραφή «Σημειώσεις της Λέσχης Συζήτησης», με χοντρά, χρωματιστά κεφαλαία. Τι αίσχος. Γεροντίλα. Όμως, αυτά τα σεμνά μαζεμένα ποδαράκια, και τα στρογγυλά γόνατα τον άναβαν, και όταν ο Αντρέι, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, έπαιζε με τον εαυτό του, φανταζόταν συχνά, χωρίς να ξέρει τον λόγο, πως βιάζει την Βίκα, η κάποιο άλλο παρόμοιο κοριτσάκι – το ίδιο καθαρό, όμορφο, σεμνό.  Οι φαντασιώσεις αυτές τον σύγχυζαν, προκαλούσαν ανησυχία. Γιατί συγκεκριμένα να βιάσει? Γιατί να μην πηδάει τρυφερά; Ένας θεός ξέρει γιατί, μα ορισμένα να βιάζει – όχι άγρια, όμως, αυταρχικά. Και ταυτόχρονα δεν ένιωθε  μέσα του καμία ανάγκη να προκαλέσει πόνο, να βασανίσει κανέναν. Τι να πούμε για τους συνηθισμένους νταήδες? Καταλαβαίνουν αυτά τα σεμνά μαζεμένα κοριτσάκια, ότι η εξωτερική τους εμφάνιση, οι ντροπαλές τους κινήσεις ελκύουν τους βιαστές, όμως η μαρμελάδα  τις μύγες? Σίγουρα δεν το καταλαβαίνουν. Ο βιαστής ξυπνάει μέσα στον καθένα, που συναντάει τη συμπεριφορά του θύματος – αυτό είναι οφθαλμοφανές. Κάποτε,  μια φθινοπωρινή βραδιά, σχεδόν νύχτα, ο Αντρέι πήρε τους παράμερους δρόμους δίπλα στα εγκαταλελειμμένα σπίτια, και έπεσε πάνω σε μια αποκρουστική σκηνή –  ίδια ομορφούλικη και καλή κοπελίτσα, που έτρεμε από τον φόβο, κολλημένη με  την πλάτη στον τοίχο, τεντωμένη, σαν χορδή. Απέναντι της, σχεδόν χάνοντας την ισορροπία και παραπατώντας, στεκόταν ένας μέθυσος, και της έλεγε με μια άγρια φωνή: «Σσσσσσστοπ! Ακίνητη, σσσσκύλα!». Και παρά την προφανή ανικανότητα του άντρα όχι μόνο να τρέξει, αλλά και να την πλησιάσει ακόμα, το κοριτσάκι πάγωσε εκεί που ήταν, παρέλυσε από τον φόβο του βιασμού. Ένα πολύ καλό λουλουδάκι. Εκείνη τη στιγμή στην όψη μιας τέτοιας κραυγαλέας υπακοής το πέος του Αντρέι έγινε σκληρό μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Αυτός πλησίασε τον άντρα και τον έσπρωξε ελαφρά. Ο μεθύστακας έπεσε και συνέχιζε να βρίζει, ανίκανος να σηκωθεί.  Ο Αντρέι πήγε κοντά στο κορίτσι, που ακόμα στεκόταν ακίνητο, και κατάλαβε ξαφνικά ότι μπορεί να το βιάσει τώρα χωρίς κανένα εμπόδιο,  αρκεί απλώς να πει «σκύψε», και θα σκύψει, «άνοιξε τα πόδια σου» και αυτή θα το κάνει –  πρέπει μόνο να μιλάει άγρια και δυνατά, όπως τούτος ο μπεκρής.  Καλή,  συνεσταλμένη κοπελίτσα. Χαζή. Αυτός άπλωσε το χέρι του, έπιασε τον ώμο της και με τίποτα δεν μπορούσε να αποφασίσει με τον διχασμό του – του βιαστή και του ιππότη. Ξαφνικά κατάλαβε, ότι δεν βρίσκεις έτσι απλά τις καταστάσεις σαν και αυτή, και αν φερθεί σαν ιππότης – θα είναι όντως ένας ηλίθιος, που άφησε χαμένη μια τέτοια ευκαιρία να πραγματοποιήσει επιτέλους την πιο κρυφή σεξουαλική φαντασίωση του για τον βιασμό μιας υπάκουης, νόστιμης κοπελίτσας με όμορφα γονατάκια και σεμνό φορεματάκι.

    Τράβηξε την κοπέλα κοντά του, και αυτή τον υπάκουσε – πράγματι, ήταν παντελώς αβοήθητη και προσιτή τώρα, θα μπορούσε να κάνει ο, τι ήθελε μαζί της σε αυτό το απόμερο στενό, και οι καυτές φαντασιώσεις άρχισαν να στριμώχνονται μέσα στο μυαλό του, το πέος σκλήρυνε τόσο πολύ, ότι ένιωθε έναν μικρό πόνο, όταν αυτό πίεζε τα παντελόνια του. Και τη στιγμή, όταν  πέταξε τελικά όλες τις αμφιβολίες και έβαλε το χέρι του πάνω στο στήθος της, τον διαπέρασε η σαφήνεια – δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τον βιασμό. Ένα πράγμα – να το φαντάζεσαι, και άλλο – να το κάνεις. Στις φαντασιώσεις το  κορίτσι-θύμα πάντα ερεθιζόταν, φώναζε με πάθος, άπλωνε και το μουνάκι, και τον ποπό της, ζητούσε όλο και περισσότερα, ενώ εδώ – τούτη την σκοτεινή υγρή βραδιά,  σε μια κατακατουρημένη αυλή, όταν τα πάντα είναι τόσο άγαρμπα και ρεαλιστικά, όταν η αχόρταγη ανάγκη του και οι φόβοι της είχαν απογυμνωθεί τόσο φανερά, όταν τα μάτια της ήταν τόσο κοντά, και το ζεστό της στηθάκι – μέσα στην παλάμη του, κατάλαβε ξαφνικά, ότι δεν θα γίνει τίποτα τέτοιο – δεν θα υπάρξει το πάθος και οι λάγνες κινήσεις του ποπού δεν θα συμβούν επίσης, δεν θα γεννηθεί κανένας έρωτας και ρομαντισμός – θα είναι μια απλή εκσπερμάτωση μέσα στο μουνάκι ή στον πρωκτό, εκείνη θα έχει έναν μικρό πόνο στον ποπό, και τεράστιο – στην ψυχή της από όλα εκείνα τα βάσανα, τα οποία η ίδια θα φορτωθεί αργότερα, διότι όταν σε βιάζουν, πρέπει να υποφέρεις, να πονέσεις, ακόμα και να θελήσεις να αυτοκτονήσεις – επειδή έτσι συνηθίζεται απλώς. Και εκείνος την έσπρωξε λιγάκι, απολαμβάνοντας προτού χωρίσουν την σφικτή τρυφερότητα μέσα στο χέρι του: «Πήγαινε». Και μόνο τότε εκείνη προχώρησε, και μετά – άρχισε να τρέχει.

     

    Οι μπαμπάδες και οι μανάδες, που ανατρέφουν στις κόρες μια τέτοια υπακοή, δεν καταλαβαίνουν με το ελεεινό μυαλό τους, ότι εκτός από τους ίδιους, και οι άλλοι βιαστές θα το χρησιμοποιήσουν εις βάρος της, και ότι μια τέτοια υπακοή  – είναι σαν το κόκκινο πανί για τους ταύρους? Η στην πραγματικότητα, τα συμφέροντα της κόρης για εκείνους δεν έχουν καμία προτεραιότητα, το πιο σημαντικό είναι να παραμείνει δικό τους αντικείμενο, δική τους περιούσια, να αρέσκονται με την υπακοή και την εξάρτησή της? Αυτός είναι σκέτος σαδισμός! Επιτηδευμένη, σκόπιμη παραμόρφωση του ανθρώπου. Όπως, για παράδειγμα, στις αφρικάνικες  η ταϊλανδέζικες φυλές, όπου βάζουν στους λαιμούς των παιδιών δακτυλίδια, έτσι με τον καιρό ο λαιμός τεντώνεται αφύσικα και χωρίς τα δακτυλίδια δεν αντέχει πια το βάρος του κεφαλιού – ένας αληθινός βασανισμός, που εκθέτουν σαν το «εθνικό  χαρακτηριστικό»,  κάτι σαν αφαίρεση κλειτορίδας στα μικρά κορίτσια, που γίνεται μαζικά στη Σομαλία και άλλες απαίσιες χώρες.

     

    Η προσοχή του γύρισε και πάλι στην Βίκα – στην ίδια σεμνή ντροπαλή κοπελίτσα, η οποία, μόλις της πουν «Ακίνητη, σκύλα!», θα περιμένει άβουλα τον βιασμό της. Το βλέμμα του γλίστρησε ξανά στα καθαρά τετραδιάκια. Αυτό φαίνεται τόσο γλυκό – αυτή η σχολαστικότητα, μα τι βρίσκεται πράγματι πίσω από αυτήν? Η ίδια υπακοή. Και γεροντίλα.

     

    –  Να έχεις την καλοσύνη, πες μου, γιατί το λες αυτό? – ξαφνικά μέσω της Βίκας απευθύνθηκε η Λένκα στον Αντρέι.

    –  Ποιο, συγγνώμη για την ερώτηση? – τα`χασε ο Αντρέι.

    – Γιατί «γεροντίλα»?

     

    Άρα, τα συναισθήματα του ξεχείλιζαν, αν, χωρίς να το προσέξει ο ίδιος, άρχισε να μιλάει δυνατά.

    – Και ποιο είναι το κακό στην γεροντίλα, πες μου, παρακαλώ; –  η Λένκα μίλαγε απρόσμενα δυνατά, έτσι στην αρχή μερικά  πιο κοντινά άτομα έστησαν τα αυτιά τους, διακρίνοντας τις νότες του σκανδάλου,  μετά και οι υπόλοιποι έστρεψαν την προσοχή τους εκεί, διότι ο δεινόσαυρος σώπασε και έδειξε ευγενικά την κατεύθυνση προς τη θέση τους, και καλά, ας τους ακούσουμε, τι έχουν να πουν.

     

    Βρισκόμενος στο κέντρο της προσοχής, ο Αντρέι κοκκίνισε ξαφνικά, η γλώσσα του άρχισε να μπερδεύεται, έπρεπε να βγει κάπως από όλο το σκηνικό. Το πιο απρόσμενο ήταν το ότι εκείνος παρά τη θέληση του βρέθηκε στη συζήτηση με τη Λένκα, κάτι, που το έλειπε λιγότερα απ` όλα.

    – Και ποιο είναι το καλό, με συγχωρείς, δηλαδή,? – η φωνή του ακούστηκε δυνατή και άγρια, όμως, με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορούσε να ξεπεράσει την καταθλιπτική αμηχανία του.

     

    Η Λένκα ξαφνικά το αντιλήφθηκε σαν μια επίθεση κατά του εαυτού της προσωπικά.

    – Το γήρας – είναι η ολοκλήρωση της ζωής μας, είναι ο καιρός, όταν γίνεται η σύνθεση όλης μας της πείρας.

    – Χα, – φώναξε ο Αντρέι, – Δες εδώ, γίνεται η σύνθεση της πείρας! Κοίταξε σε αυτά τα φυτά, σε αυτές τις ρέγκες, που κάθονται στα παγκάκια έξω!  Για ποιο πράγμα γίνεται η σύνθεση εκεί, για πες μου, παρακαλώ?

    – Και ποιο είναι το κακό στο ότι εκείνοι κάθονται στα παγκάκια, συγγνώμη; Δούλεψαν όλη τη ζωή τους, γέννησαν και μεγάλωσαν παιδιά, ασχολούνται με τα εγγόνια τους, βοηθάνε την οικογένεια, και στον ελεύθερο τους χρόνο κάθονται στα παγκάκια, και δόξα τον θεό, ότι έχουν τον ελεύθερο χρόνο, ότι μπορούν να ξεκουραστούν επιτέλους, απλώς να καθίσουν, να ζήσουν για τους εαυτούς τους.

    – Και τι είδους ζωή είναι αυτή, με συγχωρείς για την ερώτηση? – σαρκαστικά ρώτησε ο Αντρέι. – Να κουτσομπολεύουν για τους γείτονες, να ασχολούνται με χαιρεκακίες, αναμάσημα των πιο ασήμαντον λεπτομερειών, για ποιο πράγμα μπορούμε να συζητήσουμε εδώ, δεν καταλαβαίνω; Ακόμα και αν αυτές οι σιχαμερές γριούλες μια ωραία μέρα εξαφανιστούν από προσώπου γης, οι υπόλοιποι ανασάνουν πιο ελεύθερα!

     

    Και ο ίδιος δεν περίμενε, πως μπορεί να ξεστομίσει κάτι τέτοιο πάνω στα νεύρα του, όμως, μόλις ειπωθούν, οι λέξεις αυτές έγιναν η έκφραση της δικής του γνώμης, και δεν μπορούσε πια να υποχωρήσει, η υπερηφάνεια του δεν τον άφηνε, και έτσι  όρμισε στα όλα, απερίσκεπτα, καταλαβαίνοντας, πως έτσι σίγουρα χάνει την  κάθε ελπίδα για τη συμπάθεια της Βίκας – παραήταν καθώς πρέπει, για να συγχωρέσει έναν τέτοιο ριζοσπαστισμό, και πιθανόν, αυτή η σύγκρουση με τη Λένκα θα φτάσει μακρύτερα, παρά  σε μια απλή αντιπαράθεση της συζήτησης.

     

    Στο ακροατήριο επικράτησε η σιωπή.

    – Αυτό είναι φασισμός, – είπε κάποιος.

    – Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο! – αγανακτισμένη φωνή από πίσω.

    Ο δεινόσαυρος κουνήθηκε και σκόπευε, προφανώς, να πει κάποια σοφή κουβέντα, όμως, ο Αντρέι αφήνιασε.

    – Τι σχέση έχει ο φασισμός με αυτό? – Αυτός γύρισε πίσω και άρχισε να φωνάζει τη μια φράση μετά την άλλη κάπου γύρω από τον εαυτό του. – Γιατί αμέσως να βάλουμε τις ταμπέλες? Δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό, για να αποκαλέσεις φασιστή έναν άνθρωπο. Κάποτε φώναζαν μάγισσα, τώρα ανακατεύουν τους φασίστες. Βασικά, τι ξέρεις εσύ, ξέρεις, τι είναι ο «φασισμός»? Δεν ξέρεις τίποτα, είμαι σίγουρος, μα ξέρεις το πιο σημαντικό – αρκεί να ονομάσεις κάποιον φασιστή, και όλοι θα τον μισήσουν.

     

    Ο Αντρέι αναστατώθηκε τόσο πολύ, ότι σταμάτησε ακόμα να χρησιμοποιεί τις υποχρεωτικές μορφές ευγένειας.

    – Τότε εσύ είσαι παιδεραστής, και όχι φασίστας! – ακούστηκε μια κοροϊδευτική φωνή από μακρινή γωνία του ακροατηρίου. – Τώρα κυνηγούν τους παιδεραστές, και όχι τις μάγισσες!

     

    Βασίλευσε μια βαριά σιωπή. Το θέμα της παιδεραστίας προκάλεσε καθολική ένταση. Άλλο είναι να μιλάς για τους φασίστες και γέρους, και άλλο – για το θέμα της παιδεραστίας, που όντως έγινε τώρα παρά πολύ επικίνδυνο. Το πανεπιστήμιο τους συγκλονίστηκε  πολύ πρόσφατα με μια ολόκληρη σειρά των αποκαλύψεων. Μέσα σε μια μέρα ο χώρος γέμισε με ένστολους ανθρώπους, έβγαζαν έξω με χειροπέδες έναν μετά τον άλλο τους φοιτητές και καθηγητές – συνολικά είκοσι δυο άτομα, μαζί με τον Γιεζόβ – τον κοσμήτορα του τμήματος εφαρμοσμένων μαθηματικών. Συνελήφθη και η οικογένεια του Αντριούσενκο – ήταν ο αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος θεωρητικής φυσικής, και η γυναίκα του δίδασκε θεωρία των ημιαγωγών στους μεγαλύτερους φοιτητές. Μερικά άτομα με μεταπτυχιακό και απλοί σπουδαστές. Η σύλληψη τους ήταν παραδειγματική, ακόμα και κομψή, ακριβής – φαινόταν αμέσως η μεγάλη πρακτική πείρα των εκτελεστών της. Η πιο άσχημη, απαίσια σκηνή έγινε, όταν συνέλαβαν τον Νικολάγιεφ – τον δάσκαλο της φυσικής αγωγής. Ήταν γνωστός αθλητής στο δίαθλο, μέρες ολόκληρες περνούσε στο γυμναστήριο, και όταν τον πήγαιναν μέσα από το μεγάλο χολ, ξαφνικά αντιστάθηκε, πέταξε από πάνω του τους τέσσερις από το  ΟΥΑ [Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλειας – ανάλογος της αμερικανικής FBI] έτρεξε, φωνάζοντας κάτι πολύ δυνατά. Τον πυροβόλησαν στα πόδια, έπεσαν πάνω του και  τον έσυραν, γλιστρώντας στο αιματηρό του σημάδι. Την ίδια μέρα στο πανεπιστήμιο μοιράστηκαν τα προετοιμασμένα εκ των πρότερων φυλλάδια, όπου περιγραφόταν η ουσία του εγκλήματος, που εκείνοι διέπραξαν. Τα πάντα άρχισαν, όπως αποκάλυπτε το φυλλάδιο, από τον γυμναστή, ο οποίος δημιούργησε την εγκληματική σπείρα και προσέλκυσε τους άλλους. Ο Αντρέι για μερικές μέρες έμεινε σε κατάσταση σοκ τότε, επειδή κατάλαβε, ότι και ο ίδιος γλίτωσε μια τέτοια φρικτή κατάληξη μόνο από θαύμα. Τον προηγούμενο χειμώνα ο Νικολάγιεφ τον ξεχώρισε ως καλό σκιέρ για μεγάλες αποστάσεις, τον φώναξε στις προπονήσεις του δίαθλου, μάθαινε προσωπικά να ρίχνει βολές από τουφέκι, και μόνο ένα ξαφνικό και μακροχρόνιο κρυολόγημα έβγαλε τον Αντρέι εκτός πορείας, έπειτα έχασε τον σημαντικότερο διαγωνισμό του χειμώνα, έτσι σε λίγο σταμάτησε τελείως να εμφανίζεται στις προπονήσεις, νιώθοντας ακαθόριστες τύψεις μπροστά τον προπονητή του.

    Αποκαλύφθηκε, ότι η εγκληματική πρόθεση του Νικολάγιεφ ήταν αρκετά καλοσχεδιασμένη και κομψή. Χρησιμοποιώντας την θέση του, εκείνος δελέαζε τα παιδιά από το γειτονικό σχολείο να επισκέπτονται το γυμναστήριο του πανεπιστήμιου, και δήθεν άρχισε να τους διδάσκει την τέχνη της δημιουργίας του όμορφου σώματος. Τους παρότρυνε να έρχονται στο γυμναστήριο, διότι το σχολείο δεν είχε τέτοια μηχανήματα, και κάποια προσεκτική μαθήτρια της πέμπτης τάξης παρατήρησε, ότι όποτε έλεγε στα παιδιά, πώς να κάνουν σωστά την τάδε η εκείνη άσκηση, για να μην πονέσουν οι μύες τους, και να τους αυξήσουν με σωστό τρόπο, κοίταζε καχύποπτα στα χέρια και πόδια τους, καμιά φορά έπιανε ακόμα τους δικέφαλους και τους τρικέφαλους μύες, δίνοντας κάποια άσχετα σχόλια, για να ξεγελάσει την προσοχή των παιδιών. Παράλληλα στο γυμναστήριο πήγαιναν και οι άλλοι, πλέον κρατούμενοι καθηγητές και φοιτητές, οι οποίοι, προσποιούμενοι, πως γυμνάζονται στα μηχανήματα, στην πραγματικότητα έκαναν μπανιστήρι, ρίχνοντας  βλέμματα πάνω στα ελαφρώς ντυμένα παιδικά σώματα. Εκεί υπήρξαν και κάποιο όροι ακόμα, αναφορές για κάποιες ομολογίες και μηνύματα των φοιτητών, μερικές κάπως αμφίβολες μαρτυρίες και διάφορες άλλες σαβούρες. Η επικεφαλής του αντιπαιδεραστικού τμήματος (ΑΠΤ), που πλέον υπάρχει σε κάθε κρατικό όργανο, πήρε βραβείο «Για επαγρύπνηση» τρίτου βαθμού, και το παρέλαβε σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα παρουσία όλων των ακτιβιστών – αντιπαιδεραστών. Ο διευθυντής και ο δάσκαλος της φυσικής αγωγής του σχολείου επίσης πήγαν στη φυλακή, και όπως ορίζει ο νόμος, είχαν ευνουχιστεί χημικά για συμμετοχή σε ένα απεχθές έγκλημα. Σύμφωνα με το φυλλάδιο, δεν εξαιρείται, ότι αυτοί οι δυο έπαιρναν μεγάλες μίζες, επειδή επέτρεπαν στους άλλους να βγάζουν τα παιδιά, που είχαν υπ` ευθύνη τους, εκτός σχολείου, και δεν εμπόδιζαν την παρακολούθηση των παιδιών, όσο αυτά φορούσαν πρόστυχα ρούχα. Δεν απαιτείται η δικαστική συνεδρίαση για τις υποθέσεις της παιδεραστίας, η τριμελής αντιπαιδεραστική επιτροπή (ΤΑΕ) βγάζει την  ετυμηγορία, κάτι που προσθέτει  ιδιαίτερη ολισθηρότητα σε αυτές τις υποθέσεις – όλοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφύγουν ακόμα και τις αναφορές για αυτό το θέμα, προφανώς,  το επιφώνημα αυτό από την γωνία ήταν προβοκάτσια. Το πιο πιθανόν απ` όλα, ο προβοκάτορας ήταν ένας από τους ακτιβιστές του ΑΠΤ, και όχι πολύ έξυπνος, μάλλον, αρχάριος. Ο Αντρέι γύρισε και τον κοίταξε – καλύτερα να γνωρίζει κατά πρόσωπο τους ακτιβιστές του ΑΠΤ,  αφού  ακόμα και μόνος στο δωμάτιο του κανείς δεν θα μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να εκφράσει δυνατά τις αμφίβολες σκέψεις περί αυτού. Ο Αντρέι ζούσε στο ίδιο δωμάτιο με  τα παιδιά του πέμπτου έτους – τον Λιόχα και Αντόν, και μέσα στη νύχτα, όταν ξύπνησε ξαφνικά, άκουσε, πως ο Λιόχα έλεγε στον Αντόν, ότι δήθεν εκείνος κρυφάκουσε μια συζήτηση των γονιών του, που πήγαν ταξίδι στη Γαλλία, έλεγαν, ότι σε κάποια Ριβιέρα εκεί υπάρχουν παραλίες, όπου μεγάλοι και παιδιά μπορούν να κάνουν μπάνιο μαζί ακόμα και να κοιτάζονται μεταξύ τους, φορώντας τα εφαρμοστά μαγιό! Και αυτό σε ένα ισλαμικό κράτος,  όπου οι νόμοι της Σαρία υπερισχύουν το σύνταγμα! Είναι δυνατόν κάποτε να γίνει κάτι τέτοιο και σε μας; Αυτό φαινόταν άκρως απίθανο, και επειδή οι ίδιες σκέψεις με αυτό το θέμα ήταν επικίνδυνες, διότι αυτό, που έρχεται στο μυαλό, μπορεί να ακουστεί από το στόμα,  ο Αντρέι προσπάθησε να κοιμηθεί γρήγορα και αργότερα να μην θυμάται αυτή την συζήτηση, που άκουσε κρυφά.

     

    Το υστερόγραφο εκείνου του φυλλαδίου έλεγε, ότι οι Επιτυχίες του Οργανισμού των Ενωμένων Εθνών Κατά της Παιδεραστίας (ΟΕΕΚΠ), ο οποίος αντικατέστησε τον κάποτε ατελή 0ΟΗΕ, στην καταπολέμηση των ανώμαλων ήταν τόσο αναμφισβήτητες, ότι θα μπορούσαμε να ελπίσουμε στην πλήρη απάλειψη αυτού του πιο επικίνδυνου εγκλήματος ως είδος στα πλησιέστερα είκοσι χρόνια. Τα τελευταία πέντε χρόνια, έλεγε το φυλλάδιο, περισσότερα από σαράντα εκατομμύρια κρυφοί παιδεραστές βρέθηκαν ενοποιών της ΤΑΕ και υπέστησαν τη τιμωρία, που τους άξιζε με τη μορφή της κάθειρξης και ευνουχισμού. Το παράξενο ήταν, ότι ανάμεσα στους δήθεν εγκληματίες υπήρξε  περίπου ίδια αναλογία ανθρώπων από όλα τα στρώματα του πληθυσμού – και οι ηλικιωμένοι, και γυναίκες, παιδιά, και οι άντρες, όλων των επαγγελμάτων και κάθε μορφωτικού επιπέδου – τόσο επικίνδυνη ήταν αυτή η λέρα. Όσο ο Αντρέι διάβαζε όλα τα αυτά, μια θολή και δυσοίωνη αμφιβολία κρεμόταν σαν σύννεφο πάνω από τις σκέψεις του, όμως,  φοβόταν δικαιολογημένα όχι μόνο να την αναπτύξει, μα ακόμα και να σχηματίσει κάποιους συγκεκριμένους συλλογισμούς.

    – Η παιδεραστία με αυτό δεν έχει καμία σχέση. – απάντησε εκείνος σκληρά, απευθυνόμενος στο υποκείμενο του στη γωνία, – και οι γέροι – είναι προφανώς παρασιτικό κομμάτι της κοινωνίας. Παρασιτικό, που μισεί ο, τι ζωντανό υπάρχει, συντηρητικό.

    – Δηλαδή, να τους σκοτώσουμε όλους για να τελειώνουμε, αυτό προτείνεις? – φώναξε η αιωνίως  ουδέτερη Βίκα με απροκάλυπτη αγανάκτηση.

    – Δεν απαιτώ να τους σκοτώσουμε, δεν μιλάω καν για το νόημα των μέτρων, που θα έπρεπε να εφαρμοστούν, μην αλλάζεις το θέμα! Εγώ μιλούσα μόνο και μόνο – για το πόσο ωφέλιμοι είναι σαν μέλη της κοινωνίας, η αν είναι  βλαβεροί, παρασιτικοί.

    – Είσαι φασίστας, απλώς φασίστας, πως μπορείς γενικώς να λες… Παιδιά, ας τον διώξουμε, να φύγει! – συνέχισε η Βίκα με διαπεραστική φωνή.

     

    Οι υποστηρικτικοί επιθετικοί ψίθυροι άρχισαν να μεγαλώνουν.

    – Να μου επιτρέψετε, φίλοι μου, – ξαφνικά επενέβη ο δεινόσαυρος με τη βελούδινη φωνή του, – η ανταλλαγή των απόψεων δεν πρέπει να μετατρέπεται σε καταδίωξη των ετερόδοξων.

    Προφανώς, ο δεινόσαυρος αποφάσισε, πως ήρθε ο καιρός να κερδίσει τον σεβασμό αυτής της παρέας των ελευθεροφρόνων φοιτητών.

    – Ζούμε όλοι σε μια ελεύθερη χώρα, όπου είναι μια από τις θεμελιώδεις αξίες  –  το δικαίωμα να έχεις τη δική σου γνώμη. Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα με ακρίβεια εκείνη την σούρα από το Κοράνι, στην οποία αναφέρεται αυτό, μα σίγουρα υπάρχει, και στο Βίβλο επίσης, και στο Ταλμούδ, ας σεβαστούμε λοιπόν τις αξιόπιστες πηγές μας, που μας παρέχουν τη σοφία. Είστε παρά πολύ νέοι ακόμα, παιδιά, – συνέχισε εκείνος με σημαντικό ύφος, – εγώ θυμάμαι ακόμα τις εποχές, όταν δεν υπήρξε ο «Κώδικας 278», το φαντάζεστε – τι χάος επικρατούσε, καμία ελευθερία! Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να ξέρει ποτέ με σιγουριά, για ποιο θέμα μπορεί να μιλήσει και να σκεφτεί, και για ποιο – απαγορεύεται! Δόξα το θεό, εκείνοι οι χαοτικοί καιροί πέρασαν προ πολλού. Εσείς γεννηθήκατε και μεγαλώσατε σε έναν ελεύθερο, δημοκρατικό κόσμο, όπου επιτρέπεται να μιλάμε και να σκεφτόμαστε για οποιαδήποτε θέματα, εκτός από εκείνα τα διακόσια εβδομήντα οχτώ, που συγκαταλέγονται στον κώδικα. Και κανένα θέμα δεν μπορεί να απαγορευτεί προς προβληματισμό  και σκέψη, εκτός και αν περάσει από την δημόσια συζήτηση και επακόλουθη έγκριση του Ανώτατου Συμβουλίου! Τόσο καλά προστατεύει τα συμφέροντα μας ο Νόμος. Εγώ θυμάμαι πάρα πολύ καλά τον καιρό, όταν μόλις άρχισαν όλα, – βούτηξε εκείνος στις αναμνήσεις, προφανώς αγνοώντας την αυξανόμενη ανυπομονησία του κοινού. – Το θυμάμαι, όπως τώρα, στην αρχή μπήκε στον Κώδικα το θέμα της παιδεραστίας, ναι, μιας και το λέμε, – έκανε ένα νεύμα κάπου στη γωνία, – ακριβώς για αυτήν. Κανείς και υπό κανενός είδος συνθήκες δεν είχε πια δικαίωμα να συζητάει κάτι, στο οποίο οι λέξεις «σεξ» και «παιδί» να βρίσκονταν στην άμεση η έμμεση σχέση στην οποιαδήποτε δική τους συνωνυμική, σημασιολογική η νοηματική μορφή… αυτές οι νομικές λεπτομέρειες θα σας φαίνονται δύσκολες τώρα, εντάξει… Μετά στον Κώδικα προστέθηκε το θέμα της ευθύνης του σοβιετικού έθνους στην αναζωπύρωση του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου – απαγορευόταν πλέον ούτε να πεις, ούτε να σκεφτείς κάτι σε αυτό το θέμα, και μετά απαγόρευσαν και να αμφισβητούνται τα πάθη του εβραϊκού λαού από τους αντισημίτες όλων των ειδών, και τον ίδιο μήνα, όπως θυμάμαι τώρα, εγκρίθηκε και η απαγόρευση της αμφισβήτησης της νομιμότητας των γονεϊκων πράξεων ως προς τα τεκνά τους και απαγόρευση της κάθε συζήτησης σχετικά με την αναγκαιότητα της ευγένειας, και ούτω καθεξής – πολλά χρήσιμα πράγματα.

     

    – Αντρέι Νικολάγιεβιτς, – επιτέλους τόλμησε ο Ίγκορ, φοιτητής του πέμπτου έτους, από τα πιο δημοφιλή μέλη της λέσχης, – αυτό όντως είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, όμως, για τους ηλικιωμένους …

    – Ναι, φίλοι  μου, λοιπόν, αυτό το παλικάρι δηλώνει… πως Σας λένε, νεαρέ? Αντρέι? Θαυμάσια. Λοιπόν, ο Αντρέι λέει, ότι οι ηλικιωμένοι – είναι το παρασιτικό κομμάτι της κοινωνίας. Προφανώς, αυτό δεν ισχύει, το καταλαβαίνουμε όλοι και είμαι σίγουρος, ότι και ο ίδιος το ξέρει πάρα πολύ καλά, αλλά ας μην πέφτουμε σε αυτή την περίπτωση στο επίπεδο του ανθρώπου των σπηλαίων, αλλά να του φέρουμε μια αντίρρηση με επιχειρήματα, και θα του πούμε ευχαριστώ, επειδή μας έδωσε την ευκαιρία για άλλη μια φορά να διαπιστώσουμε τον θρίαμβο του ανθρωπισμού.

    – Προτού θριαμβεύσετε, ας κάνατε τουλάχιστον τον κόπο να πείτε κάτι με νόημα για το θέμα, – διαφώνησε ο Αντρέι, που απόρησε και ο ίδιος με τον εαυτό του. Δεν ήταν υπερβολικά ντροπαλός, όμως, να μιλάει έτσι με έναν μεγαλύτερο, μπροστά σε όλο το ακροατήριο, στο κέντρο της προσοχής όλων – δεν του είχε τύχει κάτι τέτοιο ποτέ πριν, αλλά αυτά, που συνέβαιναν άρχισαν ξαφνικά να του αρέσουν. Ένιωθε τον εαυτό του διαχωρισμένο από τους υπόλοιπους. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του αυτή η αίσθηση απόλυτης απομόνωσης έγινε τόσο ξεκάθαρη, που τον κατέλαβε ολόκληρο. Το μοναδικό μειονέκτημα – η αναπόφευκτη τιμωρία από το Κομιτάτο της Υποχρεωτικής Ευγένειας (КΥΕ), όμως, στο πανεπιστήμιο δεν  αντιμετώπιζαν το θέμα της ευγένειας με υπερβολικό ζήλο, και σε αυτό φαινόταν το ιδιαίτερο, φοιτητικό πνεύμα της ελευθερίας. Βέβαια, τα μέλη του Κομιτάτου ήταν παρόν και εδώ – σύμφωνα με τον Νόμο περί ευγένειας του  2072 η κάθε συνεδρίαση άνω των είκοσι ατόμων πρέπει οπωσδήποτε να γίνεται παρουσία τουλάχιστον ενός εκπροσώπου του ΚΥΕ και ΑΠΤ, όμως, σε αντίθεση με τους ΑΠΤ-ιστές, η παρουσία τους επί το πλείστον ήταν τυπική. Το μεγαλύτερο, που θα μπορούσαν να κάνουν για να επιπλήξουν τον Αντρέι, ήταν να τιμωρηθεί με  αφαίρεση ενός τοις εκατό από την υποτροφία του, και εφόσον αυτός ήδη ειχε μιλήσει αρκετά για αυτό το πρόστιμο, δεν υπήρξε πια λόγος να ανησυχεί για τα περαιτέρω.

     

    Από αυτή την οξεία αίσθηση της μοναξιάς, της αποξένωσης από τους ανθρώπους γύρω του, εμφανίστηκε ξαφνικά μια παράξενη συναίσθηση, σαν μια ζωντανή, δονούμενη επιφάνεια αποκαλύφθηκε κάπου μπροστά από το σώμα του σε απόσταση απλωμένου χεριού και όμως, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο την αισθανόταν ως αναπόσπαστο κομμάτι του κορμιού του. Εκείνος πάγωσε, για μερικά δευτερόλεπτα επικεντρώθηκε πλήρως σε αυτή την απερίγραπτα περίεργη αίσθηση, και η ζωντανή επιφάνεια άρχισε να λυγίζει παράδοξα, σχηματίζοντας έναν όγκο με ακανόνιστο σχήμα, οποίος κάλυπτε το σώμα του από όλες τις πλευρές – το πίσω μέρος σε μικρότερο βαθμό. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακόμα ο όγκος αυτός, που θύμιζε έναν τσαλακωμένο κύβο, σαν να άρχισε να αναδιπλώνει προς τα έξω, και τώρα έμοιαζε με ένα μεγάλο ωοειδές σώμα, η επιφάνεια του οποίου φαινόταν ταυτόχρονα τραχιά, γκρίζα και λαμπερή. Όχι, δεν υπήρξε τίποτα το πραγματικά ορατό, φυσικά, αλλά αν  θα προσπαθούσε να περιγράψει με τις λέξεις τις εξαιρετικά περίεργες αισθήσεις που τον κυρίευσαν σε μια τόσο ακατάλληλη στιγμή, οι πιο ταιριαστές θα ήταν οι λέξεις «τραχύ γκρίζο» και «λαμπερό». Ξαφνικά, η αντικειμενικότητα αυτής της εκτεταμένης σφαίρας έγινε τόσο ξεκάθαρη, και αυτό συνέβη με ένα τόσο απότομο άλμα, που τρόμαξε λίγο τον  Αντρέι. Τα κομματάκια των χαοτικών σκέψεων, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χειρίζονταν τους όρους της νοσηρότητας, έγιναν απροκάλυπτα ενοχλητικά. Ταυτόχρονα, οι συνηθισμένες αισθήσεις του σώματος θόλωσαν, και σε κάποιο σημείο, ο ίδιος αισθάνθηκε τον εαυτό του σαν ένα ουσιαστικά πυκνό, παλλόμενο με ηδονικές δονήσεις ωοειδές κάτι, και όχι ο φόβος πια, αλλά η έκπληξη πετάχτηκε προς τα έξω; τα χέρια του σαν από μόνα τους άρχισαν κουνιούνται σε μια ενστικτώδη προσπάθεια να επανακτήσει το status quo, και η αίσθηση του αυγού χάθηκε γρήγορα.

     

    Τα πράγματα, που εκείνος έζησε μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, μαζεύτηκαν τόσο σφικτά στο ορισμένο για αυτά χρόνο, ότι δεν πρόλαβε καν να εκπλαγεί με αυτό, και στο ακροατήριο, στην ουσία, δεν συνέβη τίποτα, με εξαίρεση το ότι κάποιο μουντό πρόσωπο ανασηκώθηκε  από την καρέκλα του και πολύ ευγενικά παρατήρησε, ότι όπως κατάλαβαν οι περισσότεροι, ο Αντρέι αναμφισβήτητα παραβίασε, άθελα του, φυσικά, και μέσα στον παροξυσμό του νεανικού θερμόαιμου χαρακτήρα, κάποιους θεμελιώδεις κανόνες της ευγένειας, και για την παράβαση αυτή, δυστυχώς και προς μεγάλη λύπηση του μουντού, θα τιμωρηθεί με μικρό πρόστιμο, το οποίο θα αφαιρεθεί, ωστόσο, χωρίς δικαίωμα έφεσης, από την υποτροφία του, έτσι ο ίδιος ο Αντρέι δεν θα ενοχληθεί με κανέναν τρόπο.

     

    Ο δεινόσαυρος εντωμεταξύ απλώθηκε αρχοντικά μέσα στην πολυθρόνα του και άρχισε να κλείνει τα δάχτυλα του.

    – Πρώτον, οι ηλικιωμένοι – είναι οι άνθρωποι, που σε όλους σας έδωσαν τη ζωή, παιδιά, και όχι μόνο την έδωσαν, αλλά και σας μεγάλωσαν σε έναν ορισμένο βαθμό (αυτό, σε καμία περίπτωση δεν μειώνει την δική σας πρωτοβουλία, χάρη στην οποία καταφέρατε να μπείτε ως φοιτητές σε αυτό το αξιοσέβαστο ίδρυμα). Και για αυτό …

    – Με συγχωρείτε, αλλά το επιχείρημα αυτό δεν αντέχει καμία κριτική – ο Αντρέι, που συνήλθε μέχρι τότε, ξαφνικά ηρέμησε, βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα του και απρόσμενα ένοιωσε σιγουριά, ότι ο δεινόσαυρος δεν θα έχει καμία τύχη σε αυτή τη συζήτηση. Ήταν περίεργο, γιατί ο Αντρέι ποτέ δεν είχε συλλογιστεί σοβαρά για αυτό το θέμα, αν και δεν περιλαμβανόταν σαφώς στον «Κώδικα των 278″, και όμως – από τη στιγμή, η οποία προφανώς ήρθε ως συνέπεια εκείνου του νεανικού θερμόαιμου χαρακτήρα, που υποστήριξε μια τόσο ολισθηρή με την πρώτη ματιά άποψη, εκείνος βίωσε μια καταπραϋντική και ισχυρή σαφήνεια για το ότι η θέση του είναι απολύτως σωστή και δικαιολογημένη. Λες και με κάποιους άγνωστους μέχρι στιγμής τρόπους το μυαλό του πρόλαβε να δοκιμάσει τις διάφορες εκδοχές και συμπλοκές των επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων και έφτασε σε μια και μοναδική σωστή απάντηση – φάνηκε η μεγάλη εμπειρία στο σκάκι και  η αγάπη του για τους συλλογιστικούς συνδυασμούς.

     

    – Όταν οι δύο άνθρωποι – συνέχισε ο Αντρέι, – παρασυρόμενοι από το ένστικτο της πρωτόγονης σεξουαλικής ικανοποίησης, συνουσιάζονται, συνήθως χωρίς κανένα συναίσθημα για τον άλλον και για τους πιθανούς απογόνους, και συχνά με χρίση βίας, σε κατάσταση μέθης, ή ανίας, και ως αποτέλεσμα αυτής της άχαρης, αντιαισθητικής, ακόμη και αηδιαστικής δραστηριότητας (φανταστείτε – τι είδους σεξ θα έχουν!) εμφανίζονται οι απόγονοι, ποιος είναι ο λόγος να στολίζουμε τούτη την πρωτόγονη κατάσταση με διάφορες συναισθηματικές μύξες, και να προσθέτουμε στα ένστικτα την μη χαρακτηριστική για αυτά παθητική σημασία; Όχι, σε αυτό το έδαφος δεν θα κερδίσετε καμία δόξα, αγαπητέ μου. Για να μην είμαι αβάσιμος, μπορώ να πω, χωρίς ονόματα, ότι η γέννηση της μιας από τις κοπέλες, που βρίσκονται εδώ τώρα – είναι το αποτέλεσμα του βιασμού – ο πατέρας της ήρθε στο σπίτι μεθυσμένος και βίασε τη μάνα της. Δηλαδή, και σε αυτή την περίπτωση θα  δηλώσετε, ότι εκείνοι της «χάρισαν τη ζωή»; Αν θα ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο, η κάθε κακοποίηση και κάθε αηδία μπορεί να τυλιχθεί σε βιαστικά φτιαγμένα ευγενικά περιτυλίγματα, μα που είναι το νόημα σε αυτό? Μήπως αυτό θα οδηγήσει στην απαξίωση εκείνων των υψηλών αξίων, τις οποίες προσπαθείτε Εσείς να επιβάλλετε σε όλους εμάς εδώ?

    – Ναι, αυτό είναι αλήθεια, – παρενέβη η Άνια, μικροκαμωμένη ζωηρή μελαχρινή κοπελίτσα, μάλλον, από το χημικό τμήμα, – δεν ντρέπομαι για αυτό και δεν υπάρχει τίποτα να κρύψω: έτσι ήταν, εκείνος συνεχεία βίαζε τη μάνα μου, τον μισώ, και καμία υψηλή ιδέα δεν μπαίνει στο κεφάλι μου, όταν σκέφτομαι για εκείνον, το αντίθετο, μάλλον…

     

    Ο Αντρέι έκανε μια επιτηδευμένη χειρονομία, και καλά «ορίστε, ιδού η απόδειξη», και αμέσως έκοψε τον εαυτό του. Δεν ήθελε να φερθεί, σαν βαριεστημένος δεινόσαυρος, του φαινόταν πολύ πιο ελκυστικός ο ρόλος, τον οποίο εκείνος επέλεξε ημισυνειδητά σε αυτή την συζήτηση. Του έκανε μεγάλη εντύπωση επίσης η γλώσσα, που ο ίδιος άρχισε να χρησιμοποιεί για να διατυπώνει τις σκέψεις του – έγινε απρόσμενα  στολισμένη, και καυστικά-αυτάρεσκη. Προφανώς, φάνηκε η συσσωρευτική επίδραση των πολλών βιβλίων, που εκείνος είχε διαβάσει.

     

    – Βεβαίως, δεν συμβαίνουν όλες οι συλλήψεις με τόσο αηδιαστικό τρόπο, γίνεται καμιά φορά, ότι οι γονείς όντως προσπαθούν να συλλάβουν παιδί, ελκυόμενοι από κάποιες ευγενικές, κατά την άποψη τους, ιδέες, – αποφάσισε να συνοψίσει αυτό το ζήτημα ο Αντρέι, – Όμως, πείτε μου –  ποιος είναι ο ηρωισμός στο να πηδηχτεί κανείς και να συλλάβει?? Και πάλι, τυλίγοντας αυτή την απλούστατη από τις πιθανές πράξεις  σε κάποιες ηρωικές ενδυμασίες, απαξιώνουμε πλήρως την ίδια έννοια του «ηρωισμού». Εγώ πηδιέμαι κάθε μέρα, για παράδειγμα, άρα, είμαι κατ` επανάληψη ήρωας? Και γιατί όχι, αφού από τον «ηρωισμό»  με τη δική σας έννοια εμένα και την φίλη μου μας χωρίζει μόνο το προφυλακτικό; Όσο οι καπότες είναι καλές, είμαστε απλώς εραστές, μα μόλις σκιστεί μια, ορίστε – έτοιμοι δυο νέοι ήρωες. Έτσι, – μαζί με τα γέλια του κοινού ολοκλήρωσε ο Αντρέι, – προτείνω να μην καθυστερήσουμε άλλο εδώ, ας πάμε παραπέρα.

     

    – Σε ο, τι αφορά το «σας μεγάλωσαν», επίσης θα ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα – συνέχισε εκείνος. – Εγώ ζω στην φοιτητική εστία για παντρεμένους σπουδαστές, και εκεί γεννιούνται και ζουν πολλά παιδιά, έτσι κάθε μέρα βλέπουμε, τι είναι αυτό – η «ανατροφή» και το «μεγάλωμα». Είναι πιθανών να πουληθεί με επιτυχία μια τέτοια τρέλα στα σχολιαρόπαιδα ως παραίνεση (εδώ ο Αντρέι πλησίασε επικίνδυνα στο απαγορευμένο θέμα,  και το γκρίζο πρόσωπο άρχισε να κουνάει με φασαρία τον πισινό του πάνω στην καρέκλα, για να στρέψει  ευγενικά την προσοχή του σε αυτό), αλλά εδώ δεν περνάνε κάτι τέτοια. Τα παιδιά, μόλις γεννηθούν, συνεχεία ουρλιάζουν, χέζουν, τρώνε, οι γονείς κυκλοφορούν με γκρίζα πρόσωπα, άυπνοι, κουρασμένοι, εκνευρισμένοι. Ξέρω τη μια – τη Λένκα Στριζόβα, μάλλον, τη γνωρίζετε όλοι, λοιπόν – αυτή είναι η εκατό τοις εκατό μάνα, η αιώνια αυτάρεσκη χοντρέλα, θα έλεγα, χαζοχαρούμενη, τρέχει γύρω από τους δίδυμους της, μιλάει μωρουδίστικα, και νομίζεις, ότι η ζωή για αυτήν απέκτησε νόημα μόνο μετά από τη γέννηση των παιδιών, Και όλοι οι άλλοι – απλώς ξεφορτώνουν όπως μπορούν τα τεκνά τους, ουρλιάζουν, χτυπάνε, για ποια στο διάολο ανατροφή μιλάμε? Και αν σας φάνηκε, ότι η Στριζόβα μας δείχνει κιόλας ένα παράδειγμα του μητρικού ηρωισμού, αυτή είναι μια μεγάλη αυταπάτη. Είναι απλώς μια άλλη ακρότητα – παραταΐζει τα δυστυχισμένα παιδιά της, τους πρήζει με ενοχλητική της προσοχή, δεν τα αφήνει από τα μάτια της ούτε για μια στιγμή! Σε αυτό είναι αφιερωμένη η ζωή της, και μπορούμε μόνο να φανταστούμε, πόσο πολύ τα παιδιά της θα τη μισήσουν.

     

    – Συγγνώμη, αλλά δεν έχεις δίκιο, – πίσω από την πλάτη του Αντρέι ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. Ήταν η Αλιόνα, που είχε στενή φιλία με την Στριζόβα. –  Είναι  πολύ καλή μητέρα και φροντίζει τα παιδιά της, όπως μπορεί.

    – Αυτό δεν είναι φροντίδα, είναι η ασφυκτική λαβή, – με τα γέλια του κοινού απέκρουσε ο Αντρέι. – Δεν θα ήθελα, όμως, να σταματήσουμε στις μεμονωμένες περιπτώσεις. Ας συμφωνήσουμε, ότι μια συνηθισμένη, κατά μέσο όρο στατιστική ανατροφή του παιδιού αποτελείται από το ότι, πρώτον, οι γονείς προσπαθούν όσο το περισσότερο να απομακρυνθούν από το παιδί, και δεύτερον, να το φορτώσουν με κάτι, που προκαλεί την θετική αντιμετώπιση από τη πλευρά της ίδιας γονεϊκής  κοινότητας και αναιρεί από το παιδί το μέγιστο κομμάτι του ελεύθερου χρόνου του, –  κάθε λογής μουσικά σχολεία, δραστηριότητες, ακόμα και οι δουλειές του σπιτιού. Και  δεν πρέπει να σκεφτόμαστε, ότι αυτό αναπτύσσει τα ενδιαφέροντα του παιδιού. Τα ενδιαφέροντα τον αναπτύσσουν. Τα δικά του, θα τονίσω, ενδιαφέροντα. Αν με το ζόρι πηγαίνουμε το δύστυχο παιδί στο μουσικό σχολείο, δεν θα αναθρέψουμε τίποτα μέσα του, εκτός από το μίσος για τη μουσική. Αν με τη βία τον αναγκάζετε να διαβάζει όλα τα πολυάριθμα μαθήματα του, που διδάσκονται στο σχολείο, δεν θα λάβετε τίποτα εκτός από το μίσος για όλες τις αυτές επιστήμες. Για να το ελέγξετε – προσπαθήστε να εξηγήσετε στο παιδί, ότι είναι δυνατόν να μην πηγαίνει στο μουσικό σχολείο, είναι ελεύθερος να φέρνει τους κακούς βαθμούς, και κανείς δεν θα τον τιμωρήσει, δείτε το αποτέλεσμα τότε – τα μουσικά σχολεία θα ερημώσουν, και οι κακοί βαθμοί θα γίνουν  οι δημοφιλέστεροι.

     

    Ο δεινόσαυρος άνοιξε πια το στόμα του για να προσθέσει κάτι, μα ο Αντρέι, που ένιωθε την πλήρη υποστήριξη του κοινού, δεν τον άφησε να διακόψει.

    – Όχι, ας μου επιτρέψετε να ολοκληρώσω. Στους ανίδεους και αποχαυνωμένους βλάχους μπορείτε ακόμα να φορτώνετε τις καλοσυνάτες χαζομάρες περί μεγάλης ωφελιμότητας της μουσικής μόρφωσης, των σκακιστικών συλλόγων, φροντιστηρίων και άλλης σαβούρας. Αυτοί, που στη ζωή τους δεν είχαν υποστεί ποτέ μια τέτοια κραυγαλέα βία, μπορούν με δέος να ακούν τα γλυκανάλατα κηρύγματα, μα αν πραγματικά τους χώσετε με τη μούρη σε αυτά, θα δείτε αμέσως το αποτέλεσμα. Εμείς εδώ – στο πανεπιστήμιο, βρισκόμαστε όχι χάριν, αλλά παρά εκείνη την ξεδιάντροπη βία, στην οποία βρίσκονται εκτεθειμένα τα παιδιά, παρά την μόνιμη νέκρωση των ενδιαφερόντων τους προς συμφέρον της προσωπικής επάρκειας και καλής βαθμολόγησης στο Σύλλογο Γονέων, που δίνει και το επίδομα στους μισθούς και άλλα κάκοσμα οφέλη. Και εδώ, παρεμπιπτόντως, έχουμε βρει αυτό, που επιδιώκαμε. Και εδώ μας καταπλακώνει το ίδιο σχολείο, δεν το ονομάζουν έτσι απλά «ανωτάτη σχολή» – είναι το ίδιο σύγκριμα των ανούσιων γνώσεων, στις οποίες δεν χρειάζεται να είσαι καλός, αλλά πρέπει να «δίνεις». Εδώ, ανάμεσα μας, τους «χαρακιριστές», υπάρχουν πολλοί, που διανύουν ήδη στο τέταρτο και πέμπτο έτος και δεν θα μου επιτρέψουν να πω ψέμα – λοιπόν, δεν μεγαλώνει ο βαθμός του κυνισμού για την μόρφωση, της περιφρόνησης για τις επιστήμες, της βαρεμάρας, νωθρότητας και πλήρης, ισόβιας απέχθειας σε οποιαδήποτε γνώση αναλόγως με την πρόοδο από τα πρώτα έτη προς τα τελευταία?

     

    Ο Αντρέι έκανε μια παύση, αν και δεν τον διέκοψε κανείς.

    – Ας γυρίσουμε στους ηλικιωμένους. Μου λέγατε, ότι αυτοί μας γέννησαν και μας μεγάλωσαν. Τότε, φυσικά, εμείς πρέπει οπωσδήποτε να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για αυτούς. Εγώ, για παράδειγμα, νιώθω ευγνωμοσύνη για μερικούς ανθρώπους, για τους οποίους θεωρώ, ότι μου φέρθηκαν με καλοσύνη. Ενώ για τους γονείς, πόσο μάλλον στους παππούδες και γιαγιάδες, δεν έχω καμία ευγνωμοσύνη. Τι σημαίνει αυτό – μήπως εγώ είμαι κάποιος ανώμαλος? Η μήπως αυτός, η αυτή, η εκείνος, – ο Αντρέι έδειχνε οποίον να` ναι με το δάχτυλο του, επίτηδες σε διαφορετικές κατευθύνσεις, – ίσως αυτοί νιώθουν ευγνωμοσύνη για τους γονείς τους και συγγενικά πρόσωπα?  Όχι, καμία σχέση. Μόνο μην μπερδέψετε τις τυπικές, ας το πούμε, εκφράσεις της ευγνωμοσύνης με τη φυσική, ειλικρινή αντιμετώπιση. Η γνώμη των κατουρλιάρικων κοριτσιών, οι οποίες είναι έτοιμες με χαρά να δεχτούν και να υποστηρίξουν την οποιαδήποτε βία κατά του εαυτού τους – ο Αντρέι δεν άντεξε και κοίταξε τη Βίκα; το βλέμμα, που της έριξε, την έκανε να χαμηλώσει το κεφάλι της, φαινόταν, σαν να είχε παγώσει πάνω στην καρέκλα της – επίσης δεν θα το παίρνουμε στα σοβαρά. Εσείς τι λέτε, πως οι μεγάλοι εξηγούν μια τέτοια αχαριστία? Ακριβώς όπως «αχαριστία»! Δηλαδή, δεν τους περνάει καν από το μυαλό …

    – Με συγχωρείτε, νεαρέ, – το άτομο με τα γκρίζα σηκώθηκε από την καρέκλα του και αποδείχθηκε αρκετά ψηλό και αδύνατο ανθρωπάκι με έξυπνο εβραϊκό πρόσωπο.

    Συνήθως οι εκπρόσωποι του ΚΥΕ βγαίνουν μαζί, μάλλον, λόγο οικονομίας, με τους επιτηρητές του «Κώδικα 278» και επόπτες αντι-αιρετικής καθαριότητας, καλώντας στην περίπτωση ανάγκης τους αντίστοιχους ειδικούς.

    – Είμαι αναγκασμένος να διακόψω τον αναμφισβήτητα ενδιαφέρον μονόλογό σας, – με μαλακή, σχεδόν ύπουλη φωνή έλεγε το άτομο, – μα κανείς δεν έχει καταργήσει τους νόμους μας,  και Εσείς, αγαπητέ μου, περάσατε τα επιτρεπτά όρια και εκφράσατε τις απαράδεκτες απόψεις για το θέμα «Το δικαίωμα των γονέων για  απόλυτο σεβασμό». Εκτός από αυτό, χρησιμοποιήσατε τον όρο «χαρακιριστές», και σύμφωνα με τον νόμο κατά των  σεκτών αυτό είναι απόλυτος απαράδεκτο. Θέλω να Σας υπενθυμίσω, αγαπητέ νεαρέ, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά της σέκτας – είναι η χρήση των λέξεων, το νόημα των οποίων είναι ακατανόητο χωρίς περαιτέρω εξήγηση και  οι ίδιες  λέξεις δεν έχουν εισαχθεί στο «Ελεύθερο λεξικό της Μεγαλειώδης ρωσικής γλώσσας υπό σύνταξη του Άαρον Γκολντενμπλάτ» και αν Εσείς δεν επιθυμείτε να επικοινωνήσω…

    – Όχι, όχι, ακούστε, – παρενέβη ο Αντόν,  το παλικάρι από το πέμπτο έτος και ένας από τους παλιότερους ακτιβιστές της λέσχης, – ο Αντρέι απλώς παρασύρθηκε λιγάκι, αφού τον βλέπετε, είναι ένα θερμό κεφάλι! – εκείνος χαμογέλασε κολακευτικά, σαν να προσκαλούσε και το άτομο να χαμογελάσει.

     

    Η κατάσταση όντως ήταν δυσάρεστη, και ο Αντρέι νοητικά έβρισε τον εαυτό του για μια τέτοια απροσεξία. Η χρίση ενός παρομοίου όρου όπως «χαρακιριστής» χωρίς έγκριση ήταν ένα σοβαρό λάθος και θα μπορούσε πολύ πιθανόν να οδηγήσει στα σοβαρά μέτρα – οι σέκτες εξαρθρώνονταν αλύπητα, όπως και οι παιδεραστές, και πολύ εύκολα θα μπορούσες να βρεθείς σε φοβερούς μπελάδες. Νιώθοντας τύψεις για ένα τέτοιο λάθος, εκείνος αισθάνθηκε ξαφνικά έναν απότομο κυματισμό σχεδόν ανεξέλεγκτης μανίας. «Μάλιστα, καθίκι», πέρασε η σκέψη, «θα σου δείξω εγώ την τήρηση των νόμων».

    – Παρακαλώ, δεχτείτε τις βαθύτατες απολογίες μου, αγαπητέ, – σηκώνοντας το χέρι του, είπε ο Αντρέι, απευθυνόμενος στον επιτηρητή. – Όντως εξέφρασα τις απαράδεκτες διατυπώσεις και Σας είμαι πολύ ευγνώμον για το ότι Εσείς, ένα πρόσωπο υπεύθυνο και στην ώρα του καθήκοντος, προστατεύοντας τους νόμους της χώρας μας. είχατε μια τέτοια καλοσύνη,  αν  μου επιτρέψετε, ακόμα και τέτοια φιλικότητα,  και μου υποδείξατε την βλακεία μου.

    Το πρόσωπο, μάλλον, είχε ικανοποιηθεί, και ο Αντρέι μπορούσε να συνεχίσει.

    – Λοιπόν, για τους γέρους. Πρέπει να θεωρήσω δική τους επιτυχία την γέννηση και την ανατροφή των παιδιών, τους ευχαριστώ πολύ για` αυτό, και ακόμα θα τους πω ευχαριστώ για το εξής, Οι ηλικιωμένοι  είναι κατά κανόνα, το πιο συντηρητικό, γεμάτο μίσος κομμάτι της ανθρωπότητας. Κοιτάξτε αυτούς τους αξιοσέβαστους γέρους και γριές, που κάθονται στα παγκάκια, καμία σκέψη δεν περνάει από το μυαλό τους. Ακόμα και αν ήξεραν κάποτε – τι είναι να «συλλογίζεσαι», κάτι που εγώ αμφισβητώ πάρα πολύ, το έχουν ξεχάσει προ πολλού και για τα καλά. Πείτε μου, ποιοι από τους παρόντες εδώ, συμπεριλαμβάνοντας και τον σεβασμιότατο καλεσμένο και άλλους συντρόφους  έχετε απευθυνθεί  σε μια συνειδητή ηλικία στους γέρους ως συνομιλητές,  υπολογίζοντας μέσο επικοινωνίας μαζί τους να βρείτε  κάποια ανάπτυξη στην δική σας σκέψη  ή να μπείτε σε μια λογική αντιπαράθεση με αυτούς? Και αν για κάποιο λόγο το  κάνατε, λάβατε το επιθυμητό αποτέλεσμα?

     

    Ο Αντρέι έκανε μια σύντομη παύση.

    – Κανείς. Και θα ήταν πολύ ασυνήθιστο, αν αυτό δεν θα ίσχυε. Ίσως κάποιος από εσάς προσέγγισε τους γέρους, ας είναι οι δικοί σας γιαγιά η παππούς, η οι γείτονες, με σκοπό να μοιραστεί κάτι ενδόμυχο, τις ανησυχίες του, υπολογίζοντας να λάβει κάποια συναισθηματική αντίδραση; Και αν το έκανε – έλαβε αυτό, που επιθυμούσε? Δεν θα κάνω την παύση καν,  όλα είναι ξεκάθαρα και έτσι.

    – Θέλω να παρατηρήσω, – το γκρίζο άτομο ανασηκώθηκε και πάλι από την καρέκλα του, – ότι καταγράφω ξανά την απαξιωτική  και με έλλειψη σεβασμού …

    – Εσείς, αγαπητέ, μιλάτε πάλι για το άρθρο του «Κώδικα» περί των γονέων? – αρκετά απότομα τον διέκοψε ο Αντρέι, νιώθοντας ηδονική απόλαυση της εκδίκησης. – Καθίστε, σεβαστέ κύριε, και μην με εμποδίζετε να μιλάω, διότι η ομιλία μου δεν αφορά τους γονείς μου, τους οποίους λατρεύω απεριόριστα, κάτι, που έχετε καταλάβει σίγουρα από τα λεγόμενα μου, αλλά για τους παππούδες για γιαγιάδες, και δεν υπάρχει τέτοιο άρθρο στον Κώδικα!

    Ο κόσμος άρχισε να διασκεδάζει.

    – Μα πρέπει να καταλάβετε, νεαρέ, ότι η γιαγιά εστί μητέρα της μητέρας Σας …

    – Πηγαίνετε λοιπόν να ακούσετε – αν η μάνα μου μιλάει μειωτικά για τη μητέρα της, εγώ δεν έχω καμία σχέση με αυτό, διότι η γιαγιά – δεν είναι μάνα μου, άρα, όταν εγώ μιλάω για τη γιαγιά, δεν αναφέρομαι στην μάνα μου, και αν θα επιμείνετε, ότι αυτό είναι το ίδιο, ας μην τολμήσετε στο μέλλον να μιλήσετε μειωτικά για τον οποιοδήποτε άνθρωπο, διότι ο καθένας είναι πατέρας η μητέρα, έστω υποθετικά, για παράδειγμα, χτες η καπότα μου, την οποία είχα την τύχη να προαναφέρω, μπορούσε να είναι τρύπια, και τη δεδομένη στιγμή η φίλη μου πιθανόν να είναι ήδη μητέρα, και εγώ – ο πατέρας. Η Εσείς θεωρείτε, ότι η δική μου ερμηνεία του νόμου είναι απαράδεκτα στενή, τι να κάνουμε, ουσιαστικά αδιαφορώ για αυτό, είμαι φυσικός, και οχι δικηγόρος, έτσι κανείς δεν μπορεί να μου προσάψει την ανικανότητα να ερμηνεύσω αρκετά βαθιά τους νομικούς κανόνες, είμαι ένας άνθρωπος ευθύς,  ο νόμος λέει για τις μητέρες, και όχι γιαγιάδες, και αυτό κάνω… έτσι… σεβασμιότατε…

     

    Και ο Αντρέι έκανε μια παράξενη χειρονομία, την οποία ο καθένας θα μπορούσε να ερμηνεύσει σύμφωνα με τον βαθμό της διαστροφής του. Παρά τις προσδοκίες, το ακροατήριο υποστήριξε το διάβημα του με συγκρατημένα γέλια, και το προβληματισμένο πρόσωπο, με μια έκφραση ακαθόριστη-τραγική κάθισε πίσω.

    – Θα βγάλουμε τώρα το συμπέρασμα,  – συνέχισε  ο Αντρέι – ούτε μυαλό, ούτε ψυχή, ούτε οικονομική δραστηριότητα, δηλαδή – τίποτα. Τίποτα το ανθρώπινο δεν υπάρχει σε αυτά τα άσχημα κομμάτια βιομάζας, που ονομάζονται «γιαγιάδες» και «παππούδες». Το μόνο, που εγώ δεν καταλαβαίνω –  για ποιο λόγο δεν το συνειδητοποιούσα νωρίτερα, μάλλον – ήμουν χαζός. Ας πάω στα Ιμαλάια, να κάνω διαλογισμό, ίσως, να βρω και κάποια άκρη  ακόμα.

     

    Ολοκληρώνοντας τον λόγο με αυτή την παράξενη και για τον ίδιο φράση, που εμφανίστηκε απ` το πουθενά στην γλώσσα του, ο Αντρέι χαιρέτισε και κάθισε στην καρέκλα. Ο ενθουσιασμός, που τον κυρίευσε ξαφνικά, εξατμίστηκε εξίσου γρήγορα, και εκείνος ένοιωσε απολύτως γυμνός και αβοήθητος χωρίς αυτή την συναισθηματική άμυνα. Όλα τα ειπωμένα άρχισαν να φαίνονται απολύτως ανούσια, ακόμα και επικίνδυνα, αν και τον κολάκευε ο ρόλος του επαναστάτη, ωστόσο,  οι πιο συνηθισμένοι καθημερινοί φόβοι επέστρεφαν ορμητικά, μετατρέποντας τον στην ίδια αμίλητη φοράδα, η οποία ήταν στην ουσία όλη του τη ζωή. Εκμεταλλευόμενος το ότι η συζήτηση  μεταφέρθηκε σε κάποιο άλλο κομμάτι της αίθουσας, εκείνος με όσο το δυνατόν ουδέτερη έκφραση στο πρόσωπο του σηκώθηκε και βγήκε, δήθεν να επισκεφθεί την τουαλέτα. Έμεινε ένα λεπτό στο διάδρομο, ακούγοντας τις χαμηλωμένες φωνές, που έβγαιναν από τη Λέσχη,  και  ξαφνικά ένιωθε πάρα πολύ κουρασμένος. Ποτέ δεν πήγαινε για ύπνο τόσο νωρίς, όμως τώρα – στη σκέψη του  άδειου δωματίου του, βίωσε μια κρίση ισχυρότατης υπνηλίας και επέστρεψε στο σπίτι.