Ελληνικα change

Error

×

Κεφάλαιο 19

Main page / Μάγια 1: Φορς-Μινόρ / Κεφάλαιο 19

Περιεχόμενα

    …Διάβασα το ημερολόγιο του Ολέγκ, όταν ήμουν πια κάτω στους πρόποδες του Έλμπρους, ξαπλωμένη δίπλα σε ένα ήρεμο ρυάκι, που ανάβλυζε από μια κρεμαστή άκρη του παγετώνα. Σχεδόν όλες οι σελίδες ήταν κατεστραμμένες από το νερό – περνώντας μέσα από ένα μικροσκοπικό βουνίσιο ποταμάκι, δεν υπολόγισα σωστά τις δυνάμεις μου, το ρεύμα με παρέσυρε, με τράβηξε΄ πάλι καλά, ότι ο Ανδρέι κατάφερε με πιάσει, και τώρα σταματήσαμε για μια μέρα εδώ, μέχρι να στεγνώσουν όλα τα πράγματα. Είναι καταπληκτικό – πόση δύναμη έχει ακόμα και ανίσχυρο, εκ πρώτης όψης, ποταμάκι στο βουνό! Και όμως, μπορώ να διαβάσω κάτι.

    «…βρομάει, κάθε δευτερόλεπτο, μέσα σε κάθε σκέψη, αυτό το μωράκι επαναλαμβάνει: «έλα, περίμενε, αυτό είναι το σωστό, να μείνεις ακόμα έναν μήνα στο Μεξικό, στη ζέστη και χόρταση, και μετά μπορείς να επιστρέψεις». τι κτήνος! Ο μήνας αυτός είναι σαν το τελευταίο τούβλο της φυλακής, που αυτό έκτισε για μένα, έκλεισε την κάθε ρωγμή, τη στόκαρε, φύτεψε τα λουλουδάκια από πάνω, καθίκι, είναι τόσο λεία και όμορφα όλα, ότι όχι μόνο εγώ, αλλά και οι άλλοι το πιστεύουν – ο καθένας, που έχει ακουμπήσει αυτό το σκατό, αργά η γρήγορα έλεγε, ότι εδώ κάτι πάει στραβά, δεν είναι τα λουλουδάκια, που μεγαλώνουν εκεί, δεν είναι το όργωμα στα χωράφια, είναι κάτι περίεργο, που τρέχει στο υπόγειο, – κάτι σάπιο και βρομερό, και τα χερούκλια σέρνονται από την υπόγα, σκέψεις σέρνονται, και εκείνο λέει: «μα τι λέτε, τα πάντα είναι πολύ καλά! Σας φάνηκε, και εσένα σου φάνηκε, και εσύ, αφεντικό – η ιδέα σου είναι, δεν παρατήρησε τίποτα κανείς». Και μετά με τα χερούκλια με κάνει να καλύπτω αυτές τις τρυπούλες, από τις οποίες βρώμαγε το καινούργιο στρώμα του σοβά, και να βάλω από πάνω τα καινούρια φυτά.

    Και το ίδιο, το ζώο, αποτελείται μόνο από φόβους. Να παίρνει τις αποφάσεις? ааааааааа, όχι, να κάνει κάτι? Μπαααα!. Αφού όλα είναι καλά! Κοίτα – τα λουλουδάκια είναι εκεί, μεγαλώνουν.

    γαμώτο, δεν μπορώ άλλο έτσι! Το μωρό βγαίνει απ` όλες τις ρωγμές, αυτό το μικρό ελεεινό βρομερό εκδικητικό τσιγκούνικο επιθετικό μωρό. Η κάθε μου σκέψη, κάθε πράξη είναι εμποτισμένη με αυτό.

    ο, τι είχα κάνει εδώ – είναι η κατασκευή της φυλακής, γλυκιάς κρύπτης, η εν ζωή ταφή, ακόμα ένα πετραδάκι, ένα τούβλο, άλλη μια δόση του σοβά, και η δουλειά σχεδόν τελείωσε, μα εγώ είμαι μέσα! Εγώ μυρίζω τη βρομιά! Για ποιο διάολο χρειάζομαι εγώ αυτά τα λουλουδάκια απ` έξω? Είμαι μέσα στα σκατά, γεμάτος σκατά, και αυτό πέφτει στο καναπέ και αρχίζει να κλαίει, μετά θέλει να κοιμηθεί, και έρχεται μια νέα μέρα – και όλα είναι ξανά όπως παλιά, μια φυλακή κάτω από τον ήλιο, όλα είναι καλά. Κατάρα.

    γαντζώνεται στους ανθρώπους γύρω του, λέει: «κοίταξε – να οι άνθρωποι, κάθονται στις θέσεις τους, και δουλεύουν! Άρα, και εγώ θα έπρεπε να το κάνω αυτό, εσύ δούλεψε προς το παρόν εκεί, και όσο θα το κάνεις, εγώ θα τελειώσω την κατασκευή εδώ…». Πήρε τα πάντα στα χέρια του – ο, τι υπήρξε φωτεινό, ειλικρινές, το συνθλίβει, μόλις έρχεται η παρόρμηση να κάνω κάτι – αμέσως, σαν αντίβαρο, αυτό το καθίκι πετάει τη σκέψη «δεν υπάρχουν καλύτερες συνθήκες για πρακτική, κάτσε και μην κουνάς ρούπι, ανίκανε, έτσι, όπως όλοι, και με την πρακτική – αυτό είναι κούλ! Και εάν φύγεις? Τι θα γίνει? Αφού εγώ είμαι μαζί σου, αυτό το σκατό είναι παντού μαζί σου». Γαμώτοοοοοο, τι μαλακία είναι

    φοβάμαι, δηλαδή, αυτό φοβάται, να τα παρατήσει όλα, να αρχίσει να κάνει κάτι, και κανένα διάβασμα και καμία πολυλογία για την πρακτική δεν θα αλλάξει κάτι – θα τα γραπώσει όλα, το καθίκι, θα τα πουλήσει για αποτελέσματα, θα κρεμάσει τον πίνακα της δόξας πάνω στον τοίχο της φυλακής. Ας του βουλώσω το στόμα με πράξεις. Μέχρι να κάνω κάτι, δεν θα έχω καμία σιγουριά, ότι άλλαξε έστω κάτι… βρόμα, σαπίλα, ένα βαρέλι με διάρροια, χύνεται μέσα από τις ρωγμές, θα το σκοτώσω το φίδι.»

    Θεέ μου, τι είναι αυτό!? Να από που ήρθε αυτός ο πόνος στα μάτια του, μα γιατί δεν είπε τίποτα? Τι άλλο μπορώ να διαβάσω εδώ? Γυρίζοντας τη μια σελίδα μετά την άλλη, διαπίστωσα, ότι δεν μπορώ να διαβάσω σχεδόν τίποτα άλλο. Μόνο στο τέλος άλλο ένα κομμάτι:

    «ξυπνάω στις 7 το πρωί, ο κόσμος γύρω μου είναι εχθρικός, και πάλι ξύπνησα, πόσο πολύ δεν ήθελα χτες να πάω για ύπνο, ήταν τρομακτικά, σκοτεινά, όνειρα, πάντα οι εφιάλτες μέσα σε αυτά, και να το πρωί. Είναι ζεστά και άνετα κάτω από την κουβέρτα, και πάλι ήρθε η μέρα, πρέπει να κάνω κάτι. Μαμά, στην κουζίνα κάθεται η μαμά, και στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι. Τώρα θα βγω. Με ένα μάτι μισάνοιχτο, μόνο με το φανελάκι και το σώβρακο περνάω το μισητό διαμέρισμα μέχρι το μπάνιο, κατουράω γρήγορα και πάω στην κουζίνα, εκεί πάνω στο σκαμπό είναι ένα μαξιλαράκι, για να μην κρυώνεις, όταν κάθεσαι με μισόγυμνο πισινό, μαζεύομαι, πάνω στο τραπέζι ήδη βρίσκεται το τσάι, οι κρέπες, εγώ κάθομαι, δίπλα μου βουίζει το πιστολάκι, με φυσάει με ζεστό αέρα, γαμώτο, πόσο πολύ δεν θέλω να ξυπνήσω. Η μαμά τελείωσε το τσάι της, και πήγε να ετοιμαστεί για δουλειά. Πίσω στο κρεβάτι – είναι ο μόνος τρόπος, είναι ακόμη λιγάκι ζεστό, τυλίγομαι με το κεφάλι στην κουβέρτα, ας ξαπλώσω για μίση ώρα ακόμα, χώνομαι κάτω από το μαξιλάρι, θα είμαι καλύτερα μέσα, κοιμήθηκα. Γαμώτο, οκτώ παρά είκοσι, να σηκωθώ, στο σχολείο, σε αυτό το μισητό σχολείο, με τα παιδιά, που με κοιτάνε, με κρίνουν, κολλάνε παρατσούκλια, γελάνε, γαμώτο, κάνουν πλάκες, μα γιατί εγώ δεν χαίρομαι? Και εγώ θέλω να είμαι σαν και αυτοί, άφοβος, ανεξάρτητος, που είναι αυτή η γαμημένη σχολική στολή, σακάκι – μέσα στην δεξιά τσέπη είναι τα σπαστικά ψίχουλα από το ξερό μαύρο ψωμί, που είχα φυλάξει μια εβδομάδα πριν στο μεσημεριανό, ονειρευόμουν, πως κάπου δίπλα στο ρέμα, κάτω από ένα δέντρο, θα το φάω μες στη μοναξιά και τη θλίψη, και θα το απολαύσω επιτέλους, δεν μπορώ να τινάξω τα ψίχουλα πάνω στο χαλί, θα το κάνω έξω, στο δρόμο. Οχ, είναι ήδη πάρα πέντε, πρέπει να τρέξω, βρομερή τσάντα, μέσα της το βιβλίο των μαθηματικών, δεν διάβασα εχτές, σίγουρα θα με φωνάξουν στον πίνακα, τρέχω στο σχολείο, κοιτάζω τα παιδιά γύρω μου, αυτοί μιλάνε, γελάνε, και εγώ φοβάμαι. Να οι πόρτες, το τρίξιμο τους είναι γνωστό, η μυρωδιά του χολ. Ένα λεπτό μέχρι το κουδούνι. Μπαίνω στην τάξη, κρύβω τα μάτια μου, για να μην βλέπω τα γνωστά περιφρονητικά βλέμματα, ο Αντρέι αργεί και πάλι, γαμώτο, ακούω, πως μιλάνε οι άλλοι για αυτόν, γελάνε, να και αυτός στο παράθυρο, ως συνήθως δέκα λεπτά αργότερα, βιάζεται με τον χαρτοφύλακά του, με ύφος σημαντικό, συνοφρυωμένος, έτοιμος να απορρίψει τσαντισμένα τα γελάκια στην είσοδο, και τι, ότι είναι φίλος μου, δεν σκοπεύω να τον υπερασπίσω, αυτό είναι πρόβλημα δικό του, βρομερό καθίκι, δασκάλα, μακάρι να μην με φωνάξει, μακάρι να μην χρειαστεί να σηκωθώ μπροστά σε όλους για να πάω κοντά στον πίνακα

    χωριό, είμαι έξι ετών. Αυτοί και πάλι με έφεραν στο χωριό, με αμάξι, μέσα σε αυτό μύριζε βενζίνη και εγώ έχω ναυτία, είναι βαρετά εδώ, υπάρχει μόνο ένας δρόμος, γεμάτος σκόνη, άγνωστα παιδιά, η γιαγιά με το κάθε μέρα τι ίδιο σιχαμερό φαΐ της, αυτή μουρμουράει συνεχεία, ότι είμαι αδύνατος, και πρέπει να τρώω, ο Σάρικ, στη αυλή είναι ο Σάρικ, γλυκό τέλειο σκυλί, με κρεμαστά αυτιά, μακρύ ανοιχτόχρωμο τρίχωμα και ουρά, γυρισμένη, σαν κουλουράκι. Αυτός πάντα χαίρεται, όταν με βλέπει, θέλω να τον χαϊδέψω, τα σπίρτα έχουν πλάκα, ανάβουν τόσο ωραία, και η γριά όλο τρέμει και φωνάζει, ότι θα της κάψω το σπίτι, απέναντι έφεραν κάποιο αγόρι, κάνα δυο χρόνια μικρότερο. Οι γονείς λοξοκοιτάνε, μου κάνουν νύξεις, ορίστε, πήγαινε να παίξεις μαζί του, να γνωριστείτε, πηγαίνετε με εκεί, φοβάμαι να πάω μόνος μου σε ξένο σπίτι. Το αγόρι είναι ένα αδύναμο μικρό παλικαράκι, τρέξαμε στην αυλή, σκάψαμε με τα ξυλάκια την άμμο στο δρόμο. Το σκυλί είναι χαρούμενο, τρέχει γύρω από το σπίτι, κουνάει την ουρά, ας παίξουμε μαζί του, ο Σάρικ έχει κάτω από την πόρτα της αυλής μια μικρή σκαμμένη είσοδο, μέσα από την οποία αυτός και οι κότες βγαίνουν έξω στον δρόμο, η γιαγιά προσπαθεί να καλύψει αυτό το τούνελ με σανίδα, αλλά ο Σάρικ σκάβει και πάλι. Η πόρτα της αυλής έχει και αυτή σανίδες, μπορείς να ανέβεις σε αυτές, να κοιτάξεις από πάνω τον δρόμο και το χωριό, από εκεί φαίνεται ο κήπος της γιαγιάς, όπου μεγαλώνει μια αγριοκερασιά και υπάρχει ένα τρομακτικό βαρέλι, βυθισμένο στο χώμα, σε αυτό το βαρέλι καταλήγει ο σωλήνας, που πάει από το πηγάδι στον κήπο, εκεί χύνουν το νερό για πότισμα, ενώ στην άκρη του κήπου είναι το υπόγειο, με τρύπια πόρτα, μέσα από την οποία φαίνεται η μαυρίλα και μυρίζει κρύα υγρασία, πατάτες και αγγούρια τουρσί, με τίποτα στον κόσμο δεν θα μπω ποτέ σε αυτό το υπόγειο, εκείνο, το καθίκι, ξαπλώνει πάνω στο μονοπάτι, που οδηγεί στα χωράφια πίσω από το σπίτι, στον δρόμο για το δάσος. Εμείς φοβόμαστε να πάμε εκεί, σκαρφαλώσαμε με το αγόρι πάνω στην πόρτα, ήλιος, βλακεία, πρέπει να σκεφτώ κάτι, να κάνω κάποια εντύπωση στο αγόρι, ο Σάρικ χώθηκε μέσα στην τρύπα, μισοβγήκε στην άλλη μεριά και κοιτάει τον δρόμο βαριεστημένα. Ας του πετάξω κάτι, θα του κάνω μια έκπληξη. Κατεβαίνω από την πόρτα, παίρνω ένα τούβλο, σκαρφαλώνω ξανά και με χαιρέκακο χαμόγελο πετάω το τούβλο στο κεφάλι του Σάρικ. Κατάρα, μα τι έκανα, ο αγαπημένος μου Σάρικ ούρλιαξε, έτρεξε μακριά με τα κλάματα. Καθίκι, τι καθίκι είμαι εγώ, και αυτό το σιχαμένο αγόρι τα είδε όλα, αυτός, αυτός ο ηλίθιος το έκανε, θα πω ψέματα στους γονείς, με τη φασαρία βγήκε η γιαγιά και ο πατέρας, εγώ κλαίω και δείχνω με το δάχτυλο το αγόρι, πόσο κακό είναι, αυτό το παιδί, το αγόρι κλαίει και τα αρνείται όλα, ο πατέρας με κακία και περιφρόνηση μας κοιτάει και τους δυο, φεύγουν με τη γιαγιά να κοιτάξουν, που πήγε το σκυλί, ψάχνουν μισή μέρα, είμαι χάλια, απαίσια, φοβάμαι, φοβάμαι να πάω να ψάξω, να δω τον σκύλο, που υποφέρει, ας πάω τουλάχιστον μέχρι την κοντινή λίμνη, περίπου εκατό μέτρα, Σάρικ, που είσαι, καλό μου, εκείνος γύρισε τρεις μέρες μετά, κλαίγοντας και μένοντας μακριά από τους ανθρώπους, και φοβάμαι να τον πλησιάσω, Σάρικ, συγχώρεσε με, μα τι έκανα

    γαμώτο, όλα τα φοβάμαι, και έτσι ήταν πάντα. φοβάμαι τους ανθρώπους, τον καθένα από αυτούς, ο καθένας τους μου είναι ξένος, ο καθένας μπορεί να μου κάνει κακό, να με χτυπήσει, να με προσβάλει, φοβάμαι και να γράψω αυτό το ημερολόγιο, φοβάμαι να ακούσω, πως κάποιος με συμπαθεί, έτσι εγώ θα νιώθω επάρκεια, φοβάμαι, τι θα γίνει, αν κάποιος θα με περιφρονήσει – είναι τόσο επίπονο και άδικο. Φοβάμαι να μείνω μόνος μου και ταυτόχρονα φοβάμαι να βρεθώ ανάμεσα στους ανθρώπους, όταν είμαι σε κάποια παρέα, χώνομαι στη γωνία, και προσποιούμαι, ότι όλα είναι καλά, ότι είμαι και εγώ όπως όλοι οι άλλοι. Μα δεν είμαι τέτοιος, όμως, είναι απλώς μια μάσκα, φορεμένη από τότε, που ήμουν τριών χρόνων, και δεν ξαναβγήκε ποτέ ξανά μπροστά σε κανέναν. Ποτέ δεν ξέρει κανείς, τι είμαι στην πραγματικότητα. Συχνά μου λένε – τώρα σε κοιτάω στα μάτια και δεν μπορώ να καταλάβω απολύτως τίποτα, τι σκέφτεσαι? Είμαι περήφανος – δουλεύει! Η συνωμοτικότητα μου λειτούργησε επιτέλους, τώρα είμαι ίδιος με τους άλλους. Τώρα είμαι ομιλητικός, αστείος, πετυχημένος, τώρα μπορώ να κάνω πλάκες, τώρα είμαι μεγάλος και δυνατός, και η αδερφή μου φοβάται να με δείρει, και ο πατέρας μένει μακριά μου. Έτσι μπράβο, δεν είμαι πια παιδί

    γαμώτο, είμαι με τη μάσκα, είμαι ένα μανεκέν. Ούτε λέξη, ούτε σκέψη, ούτε πράξη δεν μπορώ να κάνω ειλικρινά, αφού αυτοί τότε θα δούνε, τι είναι μέσα, θα δούνε, πως μέσα έχω φόβους, εξαρτήσεις, λύπηση, μόνιμη καθολική λύπηση για τον εαυτό μου, να ενοχοποιήσω, θέλω να βγάλω κάποιον ένοχο για αυτό, πώς έγινε, ότι εγώ, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, από τον παιδικό σταθμό, είμαι τέτοιο σκατό, τρομαγμένο, κρυμμένο, εκδικητικό, γλιστερό σκατό? Ο πατέρας μου, δικό του είναι, η γιαγιά έλεγε, ότι κάποτε εκείνος σώπαινε, ντροπιασμένα και παθιασμένα σώπαινε, όταν ο μικρότερος αδερφός του έκανε κάποια ζημιά και έριχνε σε αυτόν το φταίξιμο, και η γιαγιά τον έβαζε τιμωρία. Εκείνος νόμιζε, ότι έτσι είναι η ανδρεία. Πατέρας, ελεεινό βρομερό πλάσμα, το οποίο περιφρονούσαν και η μητέρα και η αδερφή μου, και εγώ. Μητέρα, καλόκαρδη, καλόψυχη, έξυπνη, βλακείες! Λύπηση, μέσα της η απόλυτη μόνιμη λύπηση για τον πατέρα μου, ζει μαζί του, βασανίζεται, κλαίει, μα δεν φεύγει, λυπάται, και εμένα με λυπάται, Ολέζεκ, άντε να φας λίγες κρεπούλες, τι αρρώστια είναι αυτή, από μικρό αποτυπώνεται μέσα μου, δεν με αφήνει μέχρι τώρα ούτε για μια στιγμή.

    Επιτυχία, επάρκεια, εξωτερικά χαρακτηριστικά, ναι, μπορείς να ξεφύγεις με αυτά, γιατί να σκέφτεσαι τους φόβους – αφού τα έχω όλα, δεν θα φοβάμαι, θα προσποιηθώ μια γενναία στάση – θα το κάνω, και θα σκέφτομαι μετά, δεν θα υπολογίζω τις συνέπειες, πρέπει να είμαι άφοβος, όμως, αυτό είναι φυγή, έτσι έκανα πάντα, ένας σίγουρος μηχανισμός, παλιά, όταν δεν είχα κάπου μέσα να ξεφύγω – έτρεχα έξω, έτρεχα από τις καταστάσεις, υπάρχουν τόσα πολλά στον κόσμο, θα μπορέσω να διαφύγω, να βρω μέρος και ανθρώπους, που θα είναι καλοί και ζεστοί μαζί μου, ενώ τώρα μπορώ και να μην πάω πουθενά – μιας και τα έχω όλα, μπορώ να κρυφτώ στην επάρκεια, στην σημαντικότητα, η σούπερ μέθοδος! πόσο έξυπνος είμαι, που σκέφτηκα μια τέτοια διέξοδο, που την έχω τελειοποιήσει με τόση λεπτομέρεια, ότι κανένας δεν θα μπορέσει να με τρομάξει ούτε για ένα δευτερόλεπτο, έτσι, ώστε να χάσω την γη κάτω από τα πόδια μου, θα καταβάλλω προσπάθεια, θα νικήσω τον εαυτό μου, θα πνίξω τον φόβο, θα σκεφτώ για κάτι καλό, γρήγορα, αστραπιαία.

    Χτες ούρλιαζα, αναστέναζα, φώναζα, δεν μπορώ να ζήσω άλλο έτσι, γαμώτο, είδα, πως δουλεύει αυτός ο μηχανισμός της διαφυγής!!! μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, ισχυρά, με ευκολία έδιωξα τη φωνή, τους φόβους, μετέβαινα σε μια ήρεμη, συλλογιστική κατάσταση, έλεγα με σταθερή φωνή «ορίστε, αυτή είναι η λύση, να ένας τρόπος να διοχετεύεις τα δάκρυα και τη λύπηση». Όμως, αμέσως με έπιανε η φρίκη, παγωμένη φρίκη της κατανόησης αυτού, που συνέβη αυτή τη στιγμή, της κατανόησης της μηχανής, ανόητης μηχανής της προσαρμογής και της φυγής, της επιτηδειότητας, και ούρλιαξα και πάλι με ακόμα μεγαλύτερο μένος

    πού να πάω? Ο, τι και να σκεφτώ να κάνω τώρα – είναι ένα μέρος της δουλειάς αυτού του μηχανισμού. Δεν θυμάμαι, τι θα πει χαρά – αυτή πάντοτε έχει την γεύση της επάρκειας λόγο του ότι όλα είναι ήρεμα. Δεν ξέρω, τι θα πει τρυφερότητα – είναι απλώς η λύπηση. Δεν ξέρω, τι είναι η συμπάθεια – είναι η επάρκεια από την καλή αντιμετώπιση. Ποιον συμπαθώ? Εκείνον, που με συμπαθεί. Μα ας δοκιμάσει αυτός να μου πει κάτι κόντρα – αμέσως έρχεται αρνητική αντιμετώπιση, στιγμιαία θέλω να ξεγλιστρήσω, άμυνα, αναζήτηση, πως να τα γυρίσω όλα στην επάρκεια

    οι άνθρωποι, παντού άνθρωποι, τους φοβάμαι, τους κοιτάζω, και φαντάζομαι, πως με το σπαθί στο χέρι τους κόβω διαγώνια στη μέση, και εκείνοι πέφτουν, σαν δυο κομμάτια κρέας, αυτή είναι η απουσία του φόβου, ναι, έτσι δεν είναι, εγώ είμαι εδώ, ο πολεμιστής, ο ατρόμητος… κομμάτι από σκατά, ελεεινό πλάσμα, που μισεί, χωρίς να έχει κάποια πιθανότητα να ξεφύγει, τελειωμένος, είναι τρομακτικό να βλέπω τον εαυτό μου έτσι, να καταλάβω, ότι είμαι ένας μανιακός, ότι είμαι έτοιμος να σκοτώνω τους ανθρώπους, να τους διαμελίζω, όχι μόνο στις σκέψεις μου, αλλά και στην πραγματικότητα. Δεν θα έχω τα κότσια να διαμελίσω τον εαυτό μου. Οι σκέψεις για την αυτοκτονία με ρίχνουν στην απάθεια, στην απραξία, στην ελπίδα, ότι όλα θα περάσουν από μόνα τους, θα έρθει το πρωί, και θα ξεχαστώ

    η φυλακή, φτιαγμένη από τον εαυτό μου, κτισμένη, το τέλειο λειτουργικό σύστημα της διαφυγής προς τα μέσα, υπερταχύτατη, δεν θέλω να ζήσω μέσα σε αυτήν, θέλω να αποδράσω, θέλω να κάνω κάτι, που φοβάμαι περισσότερα απ` όλα – να απελευθερωθώ από τα γλυκά χέρια. Άρχιζα να ουρλιάζω στον εαυτό μου, να απευθύνομαι στο μωρό σε τρίτο πρόσωπο, να βουλώνω τις σκέψεις του με τη φωνή μου, μιλάω με τον εαυτό μου, και πάλι φοβάμαι – φοβάμαι να τρελαθώ, γαμώτο, μιλάω με το παιδί μέσα μου!!! θα χτυπήσω με το κεφάλι στον τοίχο, θα σακατέψω αυτό το κτήνος

    ασπλαχνία, επιθετικότητα, στοχευόμενη προς τα μέσα. Σχέδιο, απόφαση – να αφήσω τα πάντα, να πουλήσω τα πράγματα, να παραιτηθώ από τη δουλειά, να πάω σε μοναστήρι. Αφού δεν έκανα τίποτα καλά μόνος μου, όλα γίνονταν από μόνα τους, τύχη, ανικανότητα και απάθεια, όλα θα γίνουν μόνα τους, δεν θέλω να κάνω τίποτα, φοβάμαι τις αλλαγές, φοβάμαι να κάνω κάτι ο ίδιος, ορίστε, μια λύση – να πετάξω τα πάντα, κυριολεκτικά, να μείνω με ένα σακίδιο και λογαριασμό στην τράπεζα, τα λεφτά θα φτάσουν για έναν χρόνο φτωχικής ζωής, το αποφάσισα, θέλησα να δω, τι θα γίνει το επόμενο πρωί, και το πρωί ήρθε, φόντο, σιχαμερό φόντο από την χτεσινή λύπηση για τον εαυτό μου, το κεφάλι μου είναι βαρύ από τα δάκρυα, η απόφαση να τα παρατήσω όλα γυρίζει στις σκέψεις μου, κάποιος ήδη γνωρίζει για αυτήν, από τους άλλους θέλω να την κρύψω, φοβάμαι να ακούσω, τι θα πουν, θα με κατακρίνουν, κυματισμός της παρανοϊκής ανησυχίας, λύπησης για τον εαυτό μου, απόδραση από τις καταστάσεις, αλλά εγώ φωνάζω, απαντώντας – να μείνω, να ζήσω στην φυλακή – αυτή θα είναι η απόδραση, ποτέ δεν έκανα τίποτα μόνος μου, δεν άλλαζα τη ζωή μου, θα περάσει μια μέρα, δυο, και θα γίνω και πάλι μίζερος, θα είμαι ήσυχος, ααααααααα… πόσο το απεχθάνομαι αυτό, τι βρομιά είναι αυτή, να πηγαίνω για δουλειά, και να χαμογελώ , απαντώντας, να μισώ όλους και όλα εκείνη τη στιγμή, επάρκεια, σάπιο κρέας, που γεμίζει το σώμα μου, καταπνίγει με το γλυκό ζουμί του όλες τις τρύπες. Τι δηλητήριο

    φοβάμαι να ξεφύγω, φοβάμαι, ότι δεν θα αλλάξει τίποτα με αυτό, ότι δεν θα βρω τη δύναμη να πολεμήσω παράλληλα με τη ζωή υπό νέες συνθήκες, φοβάμαι να μείνω, ότι θα είναι όλα, όπως παλιά, δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα, θα φοβάμαι τους ανθρώπους, την γνώμη τους, και η κάθε σκέψη για ολοκλήρωση κάποιας πράξης δεν θα προέρχεται από την επιδίωξη της ελευθερίας, αλλά από τον μηχανισμό προσαρμογής για τις νέες συνθήκες

    πού να βρω την ειλικρίνεια? Γαμώτο, ήμουν ειλικρινής μόνο, όταν ούρλιαζα, στεναχωριόμουν, δεν φοβόμουν τότε να βγάλω το περιεχόμενο μου, μόνο μέσα στον πανικό και την απελπισία είμαι ειλικρινής. Ηρεμώ, και τα πάντα συνεχίζονται σύμφωνα με το συνηθισμένο σχήμα, προσαρμογή, εγκλιματισμός, φόβοι πέφτουν κατά σορούς, ΚΆΘΕ ΣΤΙΓΜΉ, γαμημένος… είμαι τελείως γαμημένος

    κάθομαι, βασανίζω τον εαυτό μου με αυτές τις σκέψεις, επειδή αυτή είναι η ειλικρίνεια, δεν θέλω να παίρνω αποφάσεις, επειδή θα έρθει η ηρεμία, έχω ένα σχέδιο, και αυτό είναι καλό, θα πετύχει, υπάρχει ελπίδα, και πάλι αρχίζει να δρα αυτό το σύστημα, και πάλι αποφάσεις και η πραγματοποίηση τους – δεν είναι μια ειλικρινής πράξη, αλλά μια πράξη, για να κρεμάσω τα αποτελέσματα στον πίνακα της δόξας, για να νιώθω της κλούβια επάρκεια

    δεν ξέρω, τι να κάνω, πώς να κρατηθώ σε αυτή την απελπισία, πώς να μην την αφήσω να φύγει, πώς να μην αφήσω την φυλακή να με κλείσει και πάλι

    τέλος, ο, τι και να κάνω – είναι η σαπίλα και βρομιά, νεκρωτική γλυκιά μυρωδιά της επάρκειας».