Ελληνικα change

Error

×

Συνάντηση

Main page / Главная / Ιστορίες / Συνάντηση

Εγώ κοιτάζω μια φωτογραφία σου. Για ένα λεπτό…δυο…κοιτάζω προσεκτικά, χωρίς να συγκεντρώνω το βλέμμα μου σε κάτι, η προσοχή αρχίζει να πλανάται αργά, η φωτογραφία ζωντανεύει, η εικόνα τρέμει, αλλοιώνεται στα μάτια μου… στέκομαι μπροστά από τον καναπέ, στον οποίο εσύ έχεις ξαπλώσει. Δεν ξέρω – που να κινηθώ. Θέλω να καθίσω δίπλα στα πόδια σου. Κάθομαι, εσύ τα λυγίζεις λίγο, για να μου αφήσεις χώρο, ξαφνικά το χέρι μου απλώνεται στα πόδια σου και τα συγκρατεί – δεν θέλω να τα παίρνεις μακριά μου. Την ίδια στιγμή η προσοχή μου γλιστρά πίσω από τη κίνηση των χεριών…γλιστρά ψηλότερα, στο γόνατο του αριστερού ποδιού σου, βαλμένου πάνω στο δεξί… η μοβ απόχρωση μπροστά από τα μάτια μου – είναι το χρώμα του πως είχες αφήσει το πόδι σου, που κουνιέται απαλά από τις κινήσεις μου…ξαφνικά αρχίζω να νιώθω το βάρος του ποδιού σου, νιώθω, πως αυτό πιέζει το άλλο, παίρνω προσεκτικά με το αριστερό χέρι το πέλμα, και με το δεξί – λίγο ψηλότερα τον αστράγαλο και κάνω μια προσπάθεια, σαν να θέλω να το σηκώσω λίγο, για να γίνει πιο ρεαλιστικό αυτό το βάρος, και τότε με χτυπάει η ζέστη – αισθάνομαι, πως η θέρμη με γεμίζει- αισθάνομαι τη ζέστη – εκεί, ανάμεσα στους μηρούς σου, όπου αυτοί ενώνονται. Αισθάνομαι ξεκάθαρα, πως ανάμεσα στους μηρούς σου εμφανίζονται μικρές σταγονίτσες του ιδρώτα – παραέχει ζέστη, για να τους κρατάς μαζί… Με τι το νιώθω; Δεν ξέρω – μάλλον, με τη καρδιά μου. Κάνω μια εύκολη προσπάθεια και βάζω το πόδι σου πάνω στα γόνατα μου. Με το αριστερό χέρι μου ακόμα κρατώ το πέλμα σου, και η παλάμη μου γεμίζει με τη γεύση του – το χέρι μένει ακίνητο – από μόνο του γλιστρά ελαφριά πάνω στο πόδι – και δεν κουνιέται, και γλιστρά… τα δάχτυλα μου αγγίζουν τις άκρες των δικών σου, τις πιέζουν, και κάποιο λεπτό τρέμουλο – μάλλον – δόνηση εμφανίζεται ανάμεσα σε αυτά, και μετά από αυτή τη δόνηση εδώ κατεβαίνει η θέρμη, ξεφεύγοντας από τον κόσμο των μοιρών σου… εγώ νιώθω δυνατά στην παλάμη μου τη γεύση του πέλματος σου, σαν να το έχω γλείψει με τη γλώσσα μου…ζεσταίνομαι…με το άλλο μου χέρι αγκαλιάζω τα δάχτυλα του ποδιού σου και καταλαβαίνω – μου αρέσει έτσι…εσύ γυρίζεις ελαφρά στον καναπέ, ξαπλώνεις ανάσκελα, το άλλο σου πόδι δεν βρίσκει τη θέση του και του βοηθάω να πέσει και αυτό στα γόνατα μου. Το κεφάλι σου ακόμα γέρνει προς τα πίσω, αλλά τώρα δεν είναι για την φωτογένεια, τώρα είναι ο άξονας της ενέργειας, ο οποίος, φεύγοντας από το σημείο αφής του χεριού μου και του δικού σου πέλματος, διαπερνά το σώμα σου και σε αναγκάζει να τεντωθείς σπασμωδικά και γλυκά… τα γόνατα σου ανοίγουν λίγο – αβοήθητα – παθιασμένα, τα χέρια μου ολισθαίνουν πάνω, νιώθω το γόνατο σου… αλλά επιστρέφω πίσω…ο ρυθμός αυξάνεται… ποιος ρυθμός; Από τι; Δεν ξέρω – είναι ο ρυθμός της σιωπής, ο ρυθμός του χτυπήματος της ζέστης μέσα στο στέρνο μου. Παίρνω με τα δυο χέρια το πέλμα σου, το τραβάω κοντά στο πρόσωπο μου, το πιέζω στο μάγουλο μου… και το γεύομαι ξεκάθαρα, λες και το έχω γλείψει …μοιάζει… δεν με βολεύει αυτό – μοιάζει… σαν να θέλω πραγματικά να αισθανθώ τη γεύση του … η γλώσσα μου σε αγγίζει… η σπίθα με τινάζει, ανατριχιάζω σαν να με χτύπησε το ρεύμα και το ίδιο συμβαίνει με σένα, το γόνατο σου λυγίζει στον μυϊκό σπασμό, και αναγκάζομαι να το κρατήσω με δύναμη… περνάω με τη γλώσσα μου όλο το πέλμα – αργά – αργά, απολαμβάνοντας αυτή την τόσο αθώα και τόσο ασυγκράτητα σεξουαλική πράξη, νιώθω τη σάρκα σου κάτω από το ελαστικό ύφασμα του καλτσόν, νιώθω τη γεύση σου… και αυτή κατεβαίνει πιο χαμηλά, τυλίγοντας μαλακά το στήθος μου, τη κοιλιά, όλο και πιο κάτω.. τα πάντα είναι μέσα στη θέρμη αυτής της γεύσης… ακολουθώ με τη γλώσσα μου το λακκάκι ανάμεσα τα δάχτυλα, είναι σχεδόν αναπάντεχο…δαγκώνω ελαφρά τα δαχτυλάκια σου… εσύ τινάζεσαι με όλο σου το κορμί, ένα μικρό ξεφώνημα … βλέπω, ότι στο χώρο ανάμεσα στα πόδια σου – εκεί, στο βάθος, ανάβει μια πύρινη σφαίρα, μπροστά της ανυψώνεται η στήλη της φλόγας μέσα στην ήβη μου… είναι μόνο η προαίσθηση, είναι απλώς το πρώτο φύσημα του αέρα πριν από τη καταιγίδα … και από τους τρομερούς προδρόμους της φαίνεται η ισχύ, όταν αυτή θα αναδιπλωθεί στο χώρο των ψυχών και των κορμιών μας…

Όποτε πάω για ύπνο, σε αγκαλιάζω, και αμέσως αρχίζω να σε αισθάνομαι. Δε σε εμποδίζω να κοιμηθείς – απλώς χαϊδεύω τρυφερά το στήθος σου. Στην αρχή :) Μετά, όμως, δεν μπορώ να κρατηθώ και αγγίζω το στήθος με τα χείλη, περνάω με τη γλώσσα μου το χώρισμα. Αλλά δεν μπορείς να αντέξεις κάτι τέτοιο για πολύ – ξαπλώνω πάνω σου, τα χέρια σου βρίσκουν τα δικά μου, ενώ τα χείλη – δικά μας χείλη… δεν μπορούν να ζήσουν χωριστά – για αυτά είναι απλώς αδύνατον – δεν πρέπει. Εγώ φυλάω τα μαγουλά σου, τη μύτη σου, το μέτωπο, αλλά δεν μου φτάνει αυτό, και σαν το πιστό σκυλί γλείφω το πρόσωπο σου, και δεν μπορώ να σταματήσω, και από όλα αυτά μέσα σου γεννιέται κάτι… τα πόδια σου ανοίγουν μόνα τους, με πιάνουν και με έλκουν, με αναγκάζουν – βιάσου, τώρα, έλα, μπες… Απολαμβάνω την αίσθηση των δυνατών ποδιών σου, που με σπρώχνουν μέσα σου… υπακούω στην θέληση τους, αφήνω τα χείλη σου, κάθομαι, τα πόδια σου με περικυκλώνουν και δεν ανέχονται άλλες αναβολές, βάζω τα χέρια μου στους μηρούς σου και τους κρατώ. Έρχεσαι πιο κοντά μου – δεν υπάρχει πιο κοντά, πιο κοντά – είναι μόνο μέσα… Εγώ ξέρω – τι θέλω, και απασχολώ τα χέρια μου για να περιμένω τα δικά σου – σηκώνω τα πόδια σου, παίρνοντας τα από τους αστραγάλους, πιέζω τα πέλματα στο πρόσωπο μου και περιμένω…δεν έχω πια δυνάμεις για αυτό, αλλά περιμένω… τα χέρια σου βρίσκουν το πέος, τα δάχτυλα σου το καλύπτουν και γεμίζουν με τη βοή και το ρίγος, προερχόμενα από αυτό. Αποκαμωμένος από τη αναμονή, αρχίζω να κινούμαι αργά, και το πέος γλιστρά στα χέρια σου. Τον πιέζω σφικτά στο κάτω μέρος της κοιλιάς, και το ολίσθημα του δεν είναι πια τόσο αθώο – αποχωρώντας, σου δίνω την ευκαιρία να το κατεβάσεις λίγο, και εκείνο καρφώνεται μαλακά σε κάτι υγρό και ζεστό. Αφήνω τα πόδια σου, που πέφτουν με ένταση και ευλυγισία, έχω πιαστεί σε αυτά, σαν στο κλοιό, και αγγίζω τα χέρια σου, επειδή είναι αδύνατον να τα πάρω από πάνω μου, και νιώθω, πως οι γροθιές σου γίνονται μια μικρότερες, μια μεγαλύτερες – ακολουθώντας τις κινήσεις του πέους μου, η θέρμη του οποίου μέσα από τα δάχτυλα σου περνάει στα δικά μου. Εδώ καταλαβαίνω, ότι βρίσκομαι στην είσοδο. Αλλά – υπερνικώντας και πάλι τον εαυτό μου – απομακρύνομαι για την ώρα και βάζω το χέρι μου από πάνω… τα δάχτυλα μου ανοίγουν τα χείλη και μουσκεύουν αμέσως – θέλω να ξέρω αυτή τη γεύση – και ξαπλώνω ανάμεσα στα πόδια σου, μα τα χέρια σου με ψάχνουν, και τότε κάνω μια στροφή και ανεβαίνω πάνω στο κορμί σου. Τώρα τα χείλη μας μπορούν να βρουν ο, τι επιθυμήσουν. Βάζω τα χέρια μου κάτω από τους γλουτούς σου και αυτοί ανασηκώνονται, αγγίζω με τα χείλη μου τα δικά σου, ποτίζομαι με το υγρό σου, περνάω με τη γλώσσα μου μέσα, σχεδόν ακουμπώντας την είσοδο, η οποία στο σπασμωδικό της πάθος συστέλλεται και ανοίγει – με την άκρη της γλώσσας ελαφρά μπαίνω μέσα… και την ίδια ώρα τεντώνομαι στην στιγμιαία ένταση, επειδή τα χέρια σου, που κρατούσαν το πέος μου, άφησαν τη θέση τους για τη τρυφερή σου γλώσσα – και εγώ δεν μπορώ άλλο – πιέζω αυτό, που δεν μπορείς πια να το πεις πέος – πιέζω τη φλόγα μου στα χείλη σου, και αυτά ανοίγουν αργά, και εισέρχομαι, και η γλώσσα μου μπαίνει μέσα σου και οι αναστεναγμοί μας ενώνονται… Είμαστε ανήμποροι να κάνουμε κάτι άλλο – είμαι μέσα σου – όχι, είμαστε ο ένας μέσα στον άλλον και ξαπλώνουμε, νιώθοντας, ότι οι ψυχές μας έρχονται η μια μέσα στην άλλη, όπως ήταν αδύνατον να γίνει πριν. Κουνάω τη γλώσσα μου κυκλικά – μέσα σου, και αισθάνομαι, πως τα δόντια σου καρφώνονται στη σάρκα μου, με τη γλώσσα τρυφερά σφιγμένη. Κουνιέμαι, και τα χέρια σου είναι πάνω στους γλουτούς μου, ανεβαίνουν και κατεβαίνουν μαζί, τους πιέζεις τόσο δυνατά…

Παρόλο που είχαμε μόλις αρχίσει, θα είχαμε φτάσει δέκα φορές στον οργασμό, αλλά αυτό δεν είναι για μας – πέφτω δίπλα, φυλάω τις ρώγες σου – πειράζοντας ελαφρά με τα δόντια μου- εμείς αγκαλιαζόμαστε – εμείς τρέμουμε από το πάθος. Πρέπει να αποκοιμηθούμε, για να ξεκινήσουμε αύριο τα πάντα από την αρχή, αλλά σε μια νέα στροφή της ενέργειας και αγάπης. Μπορεί να έρθει ο ύπνος, όταν έχουμε ανάψει τόσο; Μπορείς να κοιμηθείς, όταν τα σώματα μας είναι μπερδεμένα, όταν είσαι έτοιμη να σκίσεις με τα δόντια σου τη κουβέρτα, που μας σκεπάζει, για να κοιτάξεις το σώμα μου, όταν εγώ θέλω να σε πάρω – όχι, να σε βιάσω; Θέλω να σου επιτεθώ, να δέσω τα χέρια σου, να ανοίξω τα πόδια – άκοσμα, πρόστυχα – και να καρφώσω μέσα σου με φόρα όλο μου το πάθος – για να ουρλιάξεις από την άγρια απόλαυση, να σφίξω το στήθος σου και κρατώντας αυτό να χτυπιέμαι πάνω σου ωσότου η κραυγή σου δεν γίνει ψελλισμός, ξεφώνημα, βοή, ωσότου να χυθούν τα δάκρυα από τα μάτια σου, και τότε θα έρθω κοντά και θα κοιταζόμαστε στα μάτια, περιμένοντας σιωπηλά να αισθανθούμε την έκρηξη. Εάν δεν θα είμαστε ικανοί για περισσότερα, θα το κάναμε αυτό… ωστόσο είναι δυνατόν να κοιμηθείς – θα μάθουμε να κοιμόμαστε, όταν το σώμα βράζει και λάμπει η ψυχή, για να ξυπνήσουμε αύριο και να συνεχίσουμε τον δρόμο μας… αύριο – ακούγεται κάπως αφελές, επειδή ξυπνάμε μετά από μια ώρα και ορμάμε ο ένας στον άλλον, για να υποχωρήσουμε και πάλι και να αποκοιμηθούμε ξανά, και να ξαναξυπνήσουμε…

Είναι το όνειρο σου η δεν είναι ένα όνειρο; το πέος, εξερχόμενο από τον κόλπο – αχνίζει με το αίμα της περιόδου – είναι το στιλέτο, που βγαίνει από τη καρδιά. Οι θηλές με το χρώμα του αίματος και το αίμα με το χρώμα των θηλών. Ανοιγμένα πόδια, λυγισμένα λίγο στα γόνατα – πέλματα, παρατημένα αδύναμα στο πλάι… Τα μάτια, μισόκλειστα από το πάθος, ρουθούνια, λεπτά και ευαίσθητα για το άγγιγμα της γλώσσας, μισανοιγμένο στόμα, μέσα στο οποίο φαίνεται η υγρή ροζ επιφάνεια της γλώσσας, που κρατάει ακόμα την αίσθηση των όρχεων, γεύση των οποίων και η κατανόηση του ότι αυτός θέλει να τελειώσει συγκεκριμένα έτσι – στο στόμα – όλο αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη ένταση και ηδονή. Τα χείλη του, που ολισθαίνουν στο πόδι σου… σε δαγκώνει στα δάχτυλα των ποδιών, ακουμπώντας τα δυνατά και τρυφερά με τη γλώσσα του. Πιάνεις με τα χείλη σου το πέος, το οποίο βουίζει από την ένταση, δεν βρίσκει αρκετό χώρο στο στόμα σου και αναγκάζεσαι να το σφίξεις με το χέρι σου στη βάση, το τεταμένο κεφάλι του γλιστρά πάνω στη γλώσσα σου προς το λαιμό και, σταματημένο, επιστρέφει στα χείλη και προσπαθεί να εμβαθύνει και πάλι, οι σφιχτή γλουτοί του, που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν πάνω από το πρόσωπο σου, απλώνεις τα χέρια σου σε αυτά, μπήγεις τα νύχια και τραβάς κάτω… μακρύ, ελαφρύ ξεφώνημα, όταν το δάχτυλο σου χαϊδεύει το χώρισμα και μπαίνει λίγο μέσα … και όποτε εσύ, που έχεις φτάσει στο απροχώρητο με τη ζεστή του γλώσσα, η οποία χαϊδεύει τη κλειτορίδα και τα χείλη σου, με τα δάχτυλα του μέσα σου – προσεκτικά, ωστόσο αρκετά αισθητά δαγκώνεις το πέος, σαν το μαστιγωμένο άλογο, δεν μπορεί να συγκρατηθεί άλλο, πάλλεται μέσα στο στόμα σου και ξαφνικά η ροή του ζεστού σπέρματος … και το κεφάλι, πιεσμένο με του μηρούς σου σε ενωμένο μυϊκό χτύπημα, και συστελλόμενοι σπασμωδικά μύες της κοιλιάς, οι οποίοι σαν να στύβουν από σένα τα τελευταία απομεινάρια του πάθους και των δυνάμεων σου , τα χέρια του, που καλύπτουν τα γόνατα σου, και το στήθος, μέσα στην φλόγες του πάθους, οι θηλές, που έγιναν σκληρές και απίστευτα ευαίσθητες ακόμα και με τα ελαφριά αγγίγματα της κοιλιάς του….

Πόσο ωραία ένιωθα μαζί σου σήμερα… τα χάδια μας είναι τόσο φυσικά και υπέροχα – όπως τα παιχνίδια των λαγών στο ξέφωτο κάτω από τον ήλιο. Όπως η ανθισμένη κερασιά… Είναι τόσο εκπληκτικό – να έχεις την ύψιστη ερωτική απόλαυση και συνάμα την απόλαυση αισθητική, και εδώ παίζει και η σκέψη μου, η οποία μας αγγίζει ελαφρά και στριφογυρίζει παιχνιδιάρικα μέσα στις εικόνες και αναλογίες της, βλέπει τα απροσδόκητα παράλογα και απρόσμενες κρυστάλλινες συνδέσεις, η καρδιά μου εκπέμπει τον ίδιο της τον εαυτό σε σένα, όλο μου το είναι – ένα απλό όργανο – η άρπα του Αιόλου, την οποία παίζει το αεράκι της αγάπης σου … και οι ήχοι μας ενώνονται και δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Εσύ κοιμάσαι ήδη, και εγώ στα κρυφά σηκώνω τη κουβέρτα και σε βλέπω… αναπνέεις ήρεμα, το στήθος σου… πόσο πολύ με ελκύει τώρα… τυχερούλα – κοιμάσαι! Πολύ- πολύ σιγά – για να μην σε ξυπνήσω, αγγίζω με τα χείλη μου τη ρώγα… τη σφίγγω και έτσι απλά τη κρατώ… τραβάω τη κουβέρτα από πάνω σου – είναι ζεστά μαζί μου – δεν θα κρυώσεις…πόσο όμορφη είσαι… φιλάω τα χέρια σου από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα, από τον αγκώνα μέχρι τον ώμο…τι να κάνω με το πέος μου… είναι απίστευτα σκληρό… ακουμπώ με αυτό τον μηρό σου και παγώνω… προσεκτικά – πολύ σιγά – βάζω το πόδι μου πάνω σου και πιέζω το πέος πολύ δυνατά… εσύ κοιμάσαι… φιλάω ανεπαίσθητα τα χείλη σου και κατεβαίνω στα γόνατα δίπλα σου. Είσαι υπέροχη…το σώμα σου ακόμα και στον ύπνο αναπνέει με πάθος… άφησες το χέρι σου πάνω στην ήβη… το παίρνω και στριμώχνω τη μύτη μου στο λακκάκι ανάμεσα στα κλειστά σου πόδια. Πόσο ωραία μυρίζει… τι άρωμα… τι ευτυχία, ότι εσύ κουράστηκες και δεν πήγες στο μπάνιο! Αναπνέω βαθιά και η μυρωδιά μπαίνει μέσα μου, με γεμίζει, πιάνει τα πνευμόνια, απορροφάται στο αίμα, στη σάρκα μου … σαν το κλέφτη, σαν το νυκτερινό κλέφτη φιλάω στα κρυφά το γόνατο σου, κατεβαίνω πιο κάτω – στα πέλματα σου – πόσο αγαπώ να τα αγαπάω…και το μάγουλο μου νιώθει την τρυφερότητα του δέρματος σου, και τα χείλη μου το αγγίζουν…σηκώνω το πόδι σου και το πάω πιο πέρα… και εδώ στο μυαλό μου έρχεται μια θαυμάσια φαντασίωση – κάθομαι στο προσκεφάλι και με το πέος αγγίζω το πρόσωπο σου… που βρίσκω τις δυνάμεις για να το αντέχω, δεν ξέρω… είναι βασανιστικό… περνάω με αυτό τα μάτια σου, τη μύτη, τα χείλη, κάθομαι από πάνω σου, το κεφαλάκι του πέους ακουμπά απαλά τα χείλη σου… ακόμα…ακόμα… θέλω να μπω μέσα… να μην σε ξυπνήσω…τα δάχτυλα μου μπαίνουν στο στόμα σου και το ανοίγουν αργά… πολύ αργά…αλλά μπορώ, ήδη μπορώ, μα εγώ διστάζω, το πέος έμεινε στο όριο και εισέρχομαι….μέσα… σταμάτησα… κοιτάω το πρόσωπο σου …το πέος μου, πρησμένο, τεντωμένο, αλλά βλέπω μόνο το μισό από αυτό… και ξαφνικά νιώθω το χάδι της γλώσσας σου και την τρυφερότητα των κλεισμένων χειλιών… όμως εσύ κοιμάσαι …σαν το μωρό παιδί πιπιλάς τη πιπίλα σου…πως…πως να συγκρατηθώ…δαγκώνομαι και νιώθω το αίμα …μόνο αυτό με κάνει να συνέλθω…αρχίζω να κινούμαι, πολύ αργά και σιωπηλά – δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από το πρόσωπο σου, από τα χείλη σου, στα οποία μπαίνει το πέος μου και υποχωρεί πίσω…μάλλον, βλέπεις ένα καλό όνειρο :), μπορεί – να ονειρεύεσαι αυτό που συμβαίνει τώρα. Εγώ κοιτάζω τα μάτια σου.. τρυπώνω πίσω από τα ενωμένα βλέφαρα και βλέπω – ονειρεύεσαι, ότι κοιμάμαι, και εσύ χαϊδεύεις τρυφερά με τα χείλη το πέος μου… δοκιμάζεις με τη γλώσσα σου τους όρχεις, τους γλείφεις παθιασμένα, η γλώσσα σου τρέχει παντού… απολαμβάνει τη γεύση του πάθους, που είχαμε χτες το βράδυ… τρίβεις τη μύτη σου πάνω στο πέος, αγγίζεις με τα χείλη το υγρό κεφαλάκι, αργά, με ηδονισμένη αντίσταση κατεβάζεις το κεφάλι και το παίρνεις μέσα σου… για να νιώθεις τη στύση του, και εσύ έχεις μια παιχνιδιάρικη ιδέα – πας λίγο πιο κάτω, ξαπλώνεις ανάμεσα στα πόδια μου, φιλάς τα γόνατα μου, πόσο δύσκολο είναι να τα αφήσεις…η λεπτή ομορφιά του δυνατού ανδρικού γόνατου…δαγκώνεις το πόδι και οι ελαστικοί μύες λυγίζουν κάτω από τα δόντια σου…πας όλο και πιο ψιλά, ανυπόμονα ανοίγεις τα πόδια, πλησιάζεις τους όρχεις, τους βάζεις στο χέρι σου, τους ανεβάζεις, σκύβεις πιο χαμηλά… λείχεις με τη γλώσσα σου.. και οι δυο ανατριχιάζουμε – η γλώσσα σου με χαϊδεύει αργά.. και αυτό θέλει τόσο πολύ να μπει βαθιά …ποιος βλέπει τι; δεν το ξέρω εδώ και πολύ καιρό… μπορεί.. ονειρεύομαι, ότι εσύ το βλέπεις στον ύπνο σου.. ξαπλώνω πάνω σου απαλά, αισθάνομαι όλο σου το κορμί κάτω από το δικό μου, το πέος μου καρφώνεται στην ήβη σου… χαμηλώνω λίγο ακόμα… στον ύπνο… όλο αυτό, όπως στον ύπνο… μάλλον… κοιτάζω το πρόσωπο σου και νιώθω ότι κάτι υποχωρεί εκεί… πως ανοίγει και με αφήνει… τόσο κοιμισμένα… τόσο απρόθυμα με υποδέχεται …τα χείλη άνοιξαν, και εκεί… είναι τροπικό, τόσο υγρό…να γλιστρήσω βαθιά – είναι η δουλεία ενός λεπτού, αλλά εγώ το καθυστερώ, φαίνεται σαν μια ώρα… ανασηκώνοντας, βάζω τα πόδια μου πλάι από τα δικά σου και τα πιέζω…τώρα είναι κλειστά, και μέσα σε αυτά μπαίνω στην ίδια τη συγκέντρωση… ξαπλώνω πάνω σου, αγκαλιάζω το λαιμό σου, κλείνω τα μάτια, χαλαρώνω…απλώς ξαπλώνω πάνω σου…ατελείωτα αργή ολίσθηση… που; …γλιστρώ κάπου στο παράλληλο σύμπαν…αυτό δεν είναι καν όνειρο…είμαστε και οι δυο μαζί – είμαστε μαζί – ο ήλιος, το γρασίδι, το διάφανο νερό…καθόμαστε στην όχθη του μικρού ποταμού…έχεις κρεμάσει τα πόδια σου, σε αγαλλιάζω από πίσω και φιλάω τα μαλλιά σου… τα χέρια μας συναντήθηκαν και έμειναν…η αιωνιότητα μας κοιτά και ζηλεύει την παροδικότητα μας…δυνατοί, με γαλανά μάτια άνθρωποι περνάνε δίπλα και μας χαμογελούν και εμείς τους απαντάμε με γέλιο…το γέλιο αυτό ηχεί από πάνω μας σαν την ασημένια βροντή και από τον ουρανό πέφτει η χρυσή βροχή, ανάλαφρες χρυσές σταγόνες…ο κόσμος ξαφνικά λυγίζει και ανοίγει τις αμέτρητες διαστάσεις του, το βλέμμα περνά παντού – και μετατρέπεται σε αυτό, που βλέπει…οι ατελείωτες μεταμορφώσεις συμβαίνουν με μας στη μια στιγμή του ακατανόητου…